Βασίλης Τσιτσάνης

18 Ιανουαρίου 2008

tsitsanis.jpgΙστορικά είχε δηλώσει “…..Για να γράψεις τέτοια μουσική πρέπει να πονέσεις, να πεινάσεις. Σήμερα όλοι τα έχουν όλα. Οι δίσκοι μπήκαν στη βιομηχανία. Κάποτε για να γραμμοφωνήσουμε ένα τραγούδι κάναμε ένα μήνα. Σήμερα γράφουν δέκα σε μία μέρα. Όλες αυτές οι ευκολίες είναι καταστρεπτικές για το μυαλό, την ψυχή, τη φαντασία. Γράφουν ένα τραγουδάκι στο πόδι, γίνεται σουξέ και την άλλη μέρα γεμίζουν οι τσέπες τους λεφτά. Πάνε σε κέντρα και παίρνουν μεροκάματο που δεν παίρναμε εμείς σ΄ ένα μήνα. Ο τραγουδιστής δεν πρέπει να τα βλέπει όλα με κέρδος, αν θέλει να δημιουργήσει……..”

Σαν σήμερα γεννήθηκε (1915) και σαν σήμερα πέθανε (1985)ένας από τους κορυφαίος έλληνες δημιουργός συνθέτης, στιχουργούς και τραγουδιστης του 20ου αιώνα,από τις σημαντικότερες φυσιογνωμίες και αναμορφωτής του ρεμπέτικου και της λαϊκής μουσικής.

Ο μεγάλος βιρτουόζος του μπουζουκιού, “ζωγράφος” του ελληνικού τραγουδιού γεννήθηκε στα Τρίκαλα από γονείς Ηπειρώτες στις 18 του Γενάρη 1915.

Ο πατέρας είχε δικό του τσαρουχάδικο στα Τρίκαλα. Δούλευε σκληρά για να καταφέρει να συντηρήσει τη πολυμελή οικογένειά του. Μέσα στο τσαρουχάδικο σε μία γωνιά ανάμεσα στα τσαρούχια στα σφυριά και τ’ αμόνια ήταν κρεμασμένη μία “μαντόλα”.

Όταν ο μπάρμπα-Κώστας είχε κέφια ή σεκλέτια την ξεκρέμαγε την κούρδιζε και το ‘ριχνε στο τραγούδι, ως επι τω πλείστον κλέφτικα και δημοτικά τραγούδια. Ο μικρός Βασίλης καμάρωνε τον πατέρα του κι από μέσα του ευχόταν να μπορέσει και αυτός μία ημέρα να κάνει το ίδιο. Που και που δοκίμαζε τις πρώτες νότες, έγραφε στιχάκια και τραγουδάκια και προσπαθούσε να τους δώσει με την μαντόλα του πατέρα του ήχο και χρώμα.

Τo 1927 όταν ήταν ακόμα δώδεκα χρονών, πέθανε ο κυρ-Κώστας και άφησε στο μικρό Βασίλη μοναδική κληρονομιά τη “Μαντόλα”. Ο Βασίλης αφού της μάκρυνε το χέρι, τη μετέτρεψε σε μπουζούκι. Το μπουζούκι ήταν το μεράκι του.

Το βιολί το μπουζούκι και το μπαγλαμαδάκι, αυτά τα τρία όργανα έμαθε ο Βασίλης να τα παίζει στα δάχτυλα και με τα δάχτυλα. Κατ’ αρχήν άρχισε ο Τσιτσάνης να διδάσκεται βιολί και μαντόλα , δάσκαλος του ήταν ο Ιταλός μαέστρος Γκιόσας, αυτός ερχόταν με το συγκρότημά του “το τρίο Μπαρόνι” κάθε καλοκαίρι από την Ρώμη στα Τρίκαλα.

Όταν ο Βασίλης έγινε 14 χρονών άρχισε να συνθέτει τα πρώτα του τραγούδια, ένα από αυτά ήταν η αιτία να μείνει μετεξεταστέος στο μάθημα της γεωγραφίας. Μια μέρα στη τάξη τραγούδησε το καινούριο του σουξέ, …μες στην Παραγουάη σ’ ένα φίνο ακρογιάλι…

Αμέσως την άλλη ημέρα τον φώναξε ο καθηγητής στο γραφείο καιτου λέει: “..έτσι λοιπόν κ. Τσιτσάνη, η Παραγουάη έχει φίνο ακρογιάλι… Έλα το Σεπτέμβριο να μας δείξεις που βρίσκεται να πάμε κι εμείς ένα ταξιδάκι..” Και ο Βασίλης ένα καλοκαίρι ίδρωνε και ξεϊδρωνε -όχι στη Παραγουάη, αλλά στα Τρίκαλα-, για να μάθει καλά τη Γεωγραφία.

Στις 26 Μαΐου 1929, ο αθλητής Βασίλης Τσιτσάνης πήρε από τον Δήμο Τρικάλων, το έπαθλο “Χρυσό Καλαμάρι” στο άλμα τριπλούν, με 11,41 μέτρα, έσπασε ρεκόρ. Είκοσι χρονών, στιλάτος και ωραίος, έρχεται στη Πρωτεύουσα για να σπουδάσει νομικά στο πανεπιστήμιο.

Το όνειρο του ήταν να γίνει δικηγόρος. Πλην όμως η Αθήνα ήταν ακριβή, τα χρήματα δεν έφταναν για την συντήρηση του, το ενοίκιο κτλ. Έτσι αναγκάζεται ν΄ αλλάξει σχέδια και αρχίζει να εργάζεται με το μπουζούκι του σε διάφορα νυχτερινά κέντρα. Κατ’ αρχήν στο κέντρο “Μπιζέλια” και αργότερα στο “Κουκλάκι”.

Το 1937 συνόδευε στα τραγούδια τον γνωστό τραγουδιστή Περδικόπουλο, (…σιγά καλέ μου σιγά, σιγά την άμαξα…). Τον ίδιο χρόνο υπογράφει συμβόλαιο με την εταιρία δίσκων (78 στροφών) “ODEON”. Από εκεί και πέρα παίζει και τραγουδά στο κέντρο “Πλάτανος”, το οποίο κάθε βράδυ γεμίζει από φοιτητές που πηγαίνουν ν’ ακούσουν το μπουζούκι του Τσιτσάνη!

Κατά τα τέλη του 1937 εγκαταλείπει την Αθήνα και φεύγει για τη Θεσσαλονίκη που μέχρι το 1940 υπηρετεί στο στράτευμα. Από τα 20 μέχρι και 23 χρόνια γράφει 153 τραγούδια, ένα μπαράζ επιτυχιών! “Αρχόντισσα”, “Τσιγκάνα μου γλυκιά”, “Στο φίνο ακρογιάλι”, “Καλαμπακιώτισσα” κ.α Τα τραγούδια του τα φωνογράφησε στις εταιρίες “Χις-Μάστερ-Βόϊς” και “Κολούμπια”.

Όταν ο μαέστρος της Κολούμπια, Πάνος Τούντας, άκουσε ένα οργανικό κομμάτι του Τστσάνη, αναφώνησε: “…Αυτό παιδί μου Τσιτσάνη, είναι συμφωνικό έργο, είναι κονσέρτο, είναι θαύμα, αριστούργημα!..”, Οι συνθέσεις του Τσιτσάνη τραγουδήθηκαν από γνωστούς τραγουδιστές, π.χ ο Στράτος Παγιουμτζής, οι Μάρκος Βαμβακάρης και Απόστολος Χατζηχρήστος, η Ιωάννα Γεωργακοπούλου, η Νταίζη Σταυροπούλου και η Ισπανίδα σοπράνο Ελβίρα-Ιντάλγκο-Κάκη (αυτή υπήρξε για ένα χρονικό διάστημα καθηγήτρια της Μαρίας Κάλλας).

Το 1942 παντρεύεται τη Ζωή Σαμαρά από τα Γρεβενά. Κουμπάρος γίνεται ο διοικητής Χωροφυλακής Θεσσαλονίκης, Νίκος Μονοχούντης, προσωπικός φίλος και θαυμαστής του έργου του Τσιτσάνη. Με την Ζωή ο Βασίλης απέκτησε δύο παιδιά, τον Κώστα και την Βικτωρία.

Μέχρι το 1946 παρέμεινε στη Θεσσαλονίκη τραγουδώντας σε διάφορα κέντρα. Το 1943 έπαιξε στη ταβέρνα του “Kουτσούρα Δαλαμάγκα”, εκεί έγραψε και τα περίφημα τραγούδια: “Μπαξέ τσιφλίκι”, “Αραπίνες”, “το Μπλόκο”, “Στα Τρίκαλα στα δυο βουνά”, “Στου Αλευρά τη μάντρα”. Παρ’ όλο που είχε κουμπάρο τον διοικητή της Χωροφυλακής αυτό δεν τον εμπόδισε να εκφράσει τα συναισθήματα του υπέρ της Εθνικής Αντίστασης και να γράψει δύο ύμνους για το ΕΑΜ / ΕΛΑΣ.

Αυτό έγινε το 1944. Απ’ ό,τι αναφέρει ο στιχουργός Κ. Βίρβος, αυτούς τους ύμνους τους τραγούδησε ο Τσιτσάνης κρυφά στο ουζερί του το 1946 που ξαναγύρισε πάλι στην Αθήνα. Ζήτω το ΕΑΜ/ΕΛΑΣ

“… Χρόνια τώρα πάνω στα βουνά της Ελλάδας τα γερά παιδιά το ντουφέκι πάντα συντροφιά πολεμούν για την λευτεριά ζήτω το ΕΑΜ/ΕΛΑΣ της ΕΠΟΝ ο κάθε ήρωας δόξα και τιμή στους τρεις εσάς…”

Οι ύμνοι δεν ηχογραφήθηκαν σε δίσκο, αλλά τραγουδήθηκαν από τους αριστερούς. Το 1946 ξανάρχεται ο Τσιτσάνης στην Αθήνα, και στα υπόλοιπα 37 χρόνια προτού αρρωστήσει, γράφει αδιάκοπα καινούριες επιτυχίες που γίνονται γνωστές από νέα ονόματα τραγουδιστών, (Τσαουσάκης, Μπέλου, Νίνου, Χρυσάφη αλλά και παλαιότερους συνεργάτες του).

Τα τραγούδια του Τσιτσάνη εκφράζουν τον πόνο της προσφυγιάς, τον αγώνα, το μόχθο, μιλούν περισσότερο στις καρδιές των φτωχών των ταλαιπωρημένων. Τραγούδια για όλες τις ψυχικές καταστάσεις των ανθρώπων για όλα τα κοινωνικά στρώματα: “Κάποια μάνα αναστενάζει” – “Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι” – “Αντιλαλούνε τα βουνά” – “Χωρίσαμε ένα δειλινό” – “Όμορφη Θεσσαλονίκη”. Στη κορυφή των επιτυχιών βρίσκεται η “Συννεφιασμένη Κυριακή”.

“.. Ό,τι αισθάνομαι το στιχουργώ, το μελοποιώ, του δίνω ζωή και φτερά, με το μπουζούκι και το μπαγλαμαδάκι μου το τραγουδώ. Οι στίχοι και οι νότες είναι εκφράσεις της ψυχής μου. Είναι η ίδια η ζωή μου, είναι η ζωή όλων των ανθρώπων, με τις λύπες και τις χαρές της…”

Ο Βασίλης ήταν μία αστείρευτη πνευματική πηγή, ήταν ποιητής και ταυτόχρονα ζωγράφος, ζωγράφιζε με την μουσική και με τα τραγούδια που έγραφε! Ήταν ο ,,Θεόφιλος,, της λαϊκής τέχνης. Ένας συνετός προσγειωμένος άνθρωπος, ένας μεγαλοφυής συνθέτης! Δίπλα του αναδείχτηκαν τα μεγαλύτερα αστέρια του λαϊκού τραγουδιού: η Μπέλου, η Νίνου, η Δούκισα, η Ντάλμα, η Χασκίλ, ο Γαβαλάς, ο Μπιθικώτσης, ο Καζαντζίδης, και άλλοι πολλοί.

Στις 18 του Γενάρη το 1985, ήμερα των γενεθλίων του  σε ηλικία εβδομήντα ετών, ο Τσιτσάνης πεθαίνει στο νοσοκομείο Brompton του Λονδίνου ύστερα από επιπλοκές μιας εγχείρησης στους πνεύμονες ,ενώ 24 μέρες πριν εμφανιζόταν κανονικά στο κέντρο ” Χάραμα” και δούλευε καινούργια τραγούδια…

.Άφησε πίσω του ένα μεγάλο έργο και ένα όνομα του μεγάλου Θεσσαλού, Τρικαλινού βιρτουόζου της λαϊκής μουσικής τέχνης, του Βασίλη Τσιτσάνη!

Η μουσική και τα τραγούδια του δεν περιορίστηκαν μόνο στον ελληνικό χώρο, αλλά σ΄ όλη την Ευρώπη και την Αμερική, όπου υπάρχουν Έλληνες.

Το 1980, η Ουνέσκο, όταν ο Βασίλης ήταν 65 χρονών, ηχογραφεί, με τον τίτλο “Το χάραμα” μια σειρά από “ταξίμια και σόλο” αλλά και τη φωνή του όπως πραγματικά ακουγόταν. Στις 14.3.1985 έναν χρόνο μετά τον θάνατό του, του χορηγείται το βραβείο από την Γαλλική Μουσική Ακαδημία “Charles Gros”. Τα βραβεία που χορηγεί η Ακαδημία σε δίσκους για τη μουσική τους ποιότητα, αποτελούν τη μεγαλύτερη διάκριση που μπορεί ν’ απονεμηθεί σε καλλιτέχνη της μουσικής.

Από την Ακαδημία “Charles Gros” έχουν, εκτός των άλλων, βραβευτεί ο D. Scarlati, η οικογένεια Bach και ο D. Ellington. Προς τιμή του Τσιτσάνη η γενέτειρα του, ο δήμος Τρικάλων, έχει δώσει το όνομά του σε κεντρική οδό της πόλεως. Εκτός αυτού η Νομαρχία έχει καθιερώσει το ετήσιο φεστιβάλ τραγουδιού “Τσιτσάνη”.

Μπορεί ο Τσιτσάνης να μην υπάρχει πλέον, τα τραγούδια του όμως υπάρχουν στις καρδιές μας και τον επαναφέρουμε στη μνήμη μας. Ιδιαίτερα εμείς της γενιάς του πολέμου, της κατοχής του εμφυλίου. Τον βλέπουμε μπροστά μας να τραγουδάει, με το μπουζούκι και το μπαγλαμαδάκι του,

“Συννεφιασμένη Κυριακή” – “Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι” – “Κάποια μάνα αναστενάζει” – “Αχάριστη” και τόσα άλλα αριστουργήματα της λαϊκής μουσικής τέχνης!

πηγή;metanastis

Τάκης Μπίνης:”…Σε συζητήσεις που κάναμε με τον Tσιτσάνη ένα χρόνο πριν πεθάνει, από το αρχείο που είχε κρατήσει και απ’ ό,τι συγκρατούσε η μνήμη του έβγαζε έναν αριθμό τραγουδιών που είχε γράψει γύρω στα 950 με 1.000 τραγούδια. Ένας ερμηνευτής τις δεκαετίες του ’40 και ’50 μπορούσε να τραγουδήσει 50-60 τραγούδια το χρόνο, αλλά συνθέτης που να γραμμοφωνήσει 40 τραγούδια το χρόνο δεν υπήρξε ποτέ! Mε βάση αυτά τα δεδομένα ο Tσιτσάνης στις δυο πρώτες δεκαετίες έγραψε και γραμμοφώνησε περίπου 700 τραγούδια και στις άλλες δυο δεκαετίες μέχρι το θάνατό του, άλλα 250 τραγούδια….”

πηγή video;youtube

.