Έγινε της κότας…,στα ΚΤΕΛ του Κηφισσού

10 Ιουνίου 2010

kota.bmpΓνωστός Θεσσαλονικιός χωμένος στην νυχτερινή διασκέδαση της πόλης (έβαζε κόσμο σε νυχτερινά κέντρα0, και ενώ η δουλειά του πήγαινε καλά, σε κάποια φάση ήλθε σε ρήξη με τους επιχειρηματίες, δεν άντεξε την πίεση, και σκέφθηκε να κατέβη στην Αθήνα.

Μάζεψε τα τσιμπράγκαλα του, μαζί με τις δύο κότες που είχε στο χωριό του κόντα στην  Θεσσαλονίκης, σε ένα κοτέτσι, για να παίρνει το πρωινό του με φρέσκα αυγά.

Τώρα όμως, που θα έφευγε στην Αθήνα, τι θα έκανε με τις κότες;; Και τώτες του ήλθε η φαεινή ιδέα, να τις πάρει μαζί του.

 Πάει λοιπόν στο παζάρι  και αγωράζει  ένα καλάθι, στο οποίο αφού έδεσε τις κότες από τα πόδια, της έβαλε μέσα, όπως ακριβώς έκαναν παλαιότερα οι παππούδες και οι γιαγιάδες του.

leoforio.bmpΠήρε την βαλίτσα και το καλάθι και τράβηξε για τα υπεραστικά λεωφορεία στο ΚΤΕΛ Μακεδονίας.

Επιβιβάστηκε στο πρώτο λεωφορείο για Αθήνα, νομίζοντας έτσι, ότι θα βρει την τύχη του. Μετά από ώρες ταξίδι, έφτασε στα ΚΤΕΛ στον Κηφισσό.

Στο χώρο της αναμονής περίμενε και ένας μεγαλοατζέντης των Αθηνών, για να παραλάβει την θεία του. Εκεί που κατέβαζαν τα πράγματα των επιβατών από το πορτ μπαγκάζ του λεωφορείου, ανοίγει το καλάθι, όπως φαίνεται η μια κότα είχε λυθεί, και άρχισε να τρέχει ανάμεσα από τις αποσκευές των επιβατών.

Μπροστά στο περιστατικό παρευρέθει και ο μεγαλοατζέντης, που  θα παραλάμβανε την βαλίτσα της θείας του.

Κάνει λοιπόν ένα σάλτο για να πιάσει την κότα, άλλα αυτή του ξέφυγε. Τότε ορμάει για να την πιάσει ο αποθηκάριος του σταθμού, αλλά και αυτού του ξεφεύγει από τα  αριστερά.

Επικρατεί μια χαώδη αναστάτωση στα ΚΤΕΛ,  να κυνηγούν  όλοι μια κότα, η οποία εντέλει προσγειώθηκε πάνω στον ατζέντη και αφού την  την έπιασε, ρώτησε, “ποιανού είναι αυτή η κότα;;”

Τότε πετάχτηκε ο Θεσσαλονικιός νταλαβερτζής ιδιοκτήτης της κότας λέγωντας, “ευχαριστώ πολύ φίλε, που έπιασες την κότα, σε ότι με χρειαστείς, πάρε με τηλέφωνο”.

 Ο μεγαλοατζέντης χωρίς καν να σκεφτεί του απάντησε, “σαν τι να σε χρειαστώ;;”. Αλλά, ταυτόχρονα,πέρασα  από το μυαλό του, μια αστραπιαία σκέψη, “μήπως τον χρειαστώ τελικά στο γραφείο μου;;”

Έτσι έπιασαν συζήτηση και τον ρώτησε που μένει.

Εκείνος του απάντησε, “δεν έχω ακόμα στέγη, ψάχνω για να βρω”.

 Ο ατζέντης χωρίς να το σκεφτεί, του είπε, “μπορώ να σε βολέψω προσωρινά στην αποθήκη του γραφείου μου, μέχρι που να τακτοποιηθείς”

Όμως με τις κότες τι θα κάνω;; Μήπως θα πρέπει να τις πάμε στην λαϊκή για να τις πουλήσω;;” ,αναρωτήθηκε ο ατζέντης.

“Όχι, αφού με βοηθάς θα τις δώσω σε σένα να τις μαγειρέψει η γυναίκα σου”,του απάντησε ο  Θεσσαλονικιός

“Μα δεν τις θέλω ρε αδελφέ, ποιος θα τις καθαρίσει;;” του φώναξε ο ατζέντης.

Βρήκαν ώμος την λύση,πέρασαν από ένα φίλο εστιάτορα του ατζέντη,στον οποίον έδωσαν τις κότες,  λέγοντας τον, “θα μας κανείς το τραπέζι, εμείς σου δίνουμε τις κότες και εσυ βάζεις το λάδι”. Έτσι και έγινε.

Φάγαν αυτοί καλά και ο Θεσσαλονικιός νταλαβερτζής έπιασε δουλειά στον μεγαλοατζέντη των Αθηνών.

Σιγά – σιγά πήρε τα πάνω του, μέχρι που άρχισε να χώνει  και την μύτη του, εκεί που δεν τον σπέρνουν.

Μια μέρα λοιπών,πηγαίνοντας στο κέντρο της Γλυφάδας, σε ένα χλιδάτο μαγαζί για να φάνε παρέα , ακούγοντας από τον σερβιτόρο το μενού του καταστήματος, ο Θεσσαλονικιός παρήγγειλε “Σούσι” (τρομάρα του).

Μετά από λίγο, ο σερβιτόρος τους σερβίρισε, και εκείνος απορημένος του απάντησε, “τι είναι αυτό, μα εγώ θέλω κομμάτι από κότσι”.

Το τι ακολούθησε δεν λέγεται, όλοι έσκασαν στα γέλια, εκείνος όμως επέμενε, λέγοντας, “κακό είναι να θέλω ένα κομμάτι από κότσι;;”.

Το γέλιο συνεχιζόταν μέχρι δάκρυας,τότε ο μεγαλοατζέντης του ψιθύρισε νευριασμένος  για να σηκωθούν να φύγουν.

Στο δρόμο ο ατζέντης τον ρώτησε, “μα τι κομμάτι από κότσι ζητάς ρε άνθρωπε μου;;”

Εκείνος δεν έδωσε απάντηση, μια και είναι πολύ ισχυρογνώμων.

Τώρα οι Θεσσαλονικιός υπερηφανεύεται ότι είναι παντογνώστης της διασκέδασης , το παίζει συγχρόνως και ατζέντης.

Ασχολείται  δε, με άλλες κότες. 

 

.