ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΚΑΙ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ Γ. Αμανατίδη στην Ολομέλεια της Βουλής

13 Ιουλίου 2017

Η θρησκεία διαδραματίζει έναν σημαντικό ρόλο στην πολιτική ζωή της κάθε χώρας, με δεδομένο, ότι οι πολιτικοί φορείς δεν λειτουργούν αποστειρωμένοι, απομονωμένοι και αποκομμένοι από την κοινωνία, της οποίας αποτελούν μέρος. Οι θρησκευτικές αξίες και πρακτικές επηρεάζουν τους τρόπους και το ύφος του πολιτικού βίου καθώς και τη λειτουργία των πολιτικών θεσμών, ενώ οι αλλαγές και οι προσαρμογές των θρησκευτικών ομολογιών ασκούν επιρροή στην εφαρμογή της πολιτικής.
Μέσα στην κοινωνία, πολλοί παράγοντες μπορούν να επηρεάσουν τόσο τις σχέσεις μεταξύ των θρησκευτικών κοινοτήτων όσο και τις σχέσεις μεταξύ των κοινοτήτων και των θεσμικών οργάνων ή άλλων συστημάτων αξιών, συμπεριλαμβανομένων των επιστημονικών συλλογικοτήτων, των σχολών της οικονομικής ή νομικής σκέψης, και διαφόρων ιδεολογικών ή πολιτικών κινημάτων. Αν και ορισμένοι από αυτούς τους παράγοντες, προφανώς προκύπτουν μέσα από τις πεποιθήσεις και τις δομές των ίδιων των θρησκειών, πολλοί προκύπτουν από την ιστορία, την πολιτική κουλτούρα και το νομικό πλαίσιο του κράτους ή της κοινωνίας στην οποία βρίσκεται μια συγκεκριμένη θρησκευτική κοινότητα.

Η Ελλάδα είναι συμβαλλόμενο μέρος σε μια σειρά διεθνών συνθηκών που προστατεύουν το δικαίωμα στην ελευθερία της θρησκείας και των πεποιθήσεων και απαγορεύουν τις διακρίσεις με βάση τη θρησκεία. Τα δικαιώματα αυτά έχουν εμπλουτιστεί περαιτέρω με βάση δικαστικές αποφάσεις για συγκεκριμένες περιπτώσεις. Το διεθνές δίκαιο και όταν ακόμα δεν καθίσταται αυτόματα μέρος της ελληνικής νομοθεσίας, είναι σημαντικό με τουλάχιστον τρεις τρόπους. Πρώτον, η Ελλάδα δεσμεύεται από το διεθνές δίκαιο σε διεθνή δικαστήρια, και δεν θα πρέπει να παραβιάζει τις διεθνείς υποχρεώσεις της. Δεύτερον, το διεθνές δίκαιο για τα ανθρώπινα δικαιώματα μπορεί να επηρεάσει την ερμηνεία της νομοθεσίας και την ανάπτυξη του εθνικού δικαίου. Τρίτον, το Κοινοβούλιο οφείλει να προσαρμόζεται στη θέσπιση της νομοθεσίας. Αυτό σημαίνει ότι οποιοσδήποτε νόμος ψηφίζεται από το Κοινοβούλιο οφείλει να συνδέεται στενά με τις διεθνείς συνθήκες για την ελευθερία της θρησκείας και των πεποιθήσεων.
Η θρησκευτική ελευθερία πρέπει να γίνεται αντιληπτή μόνον ως θετική ελευθερία, καθότι είναι ο ακρογωνιαίος λίθος της ελευθερίας της έκφρασης και του συνέρχεσθαι, οι οποίες είναι απαραίτητες για μία ασφαλή και ευημερούσα κοινωνία. Όμως, όπως έχει τονιστεί στη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, η ελευθερία της θρησκείας δεν είναι απλώς ένα ατομικό δικαίωμα, αλλά έχει, επίσης, συλλογική διάσταση.

 Γ. Αμανατίδη στην Ολομέλεια της Βουλής)

.