Γιαννίκος Καρυπίδης, o “πατριάρχης” της Ελληνικής διασκέδασης, Μια ιστορική συνέντευξη

28 Φεβρουαρίου 2019

O επιχειρηματίας νυχτερινών κέντρων σε Θεσσαλονίκη και Αθήνα Γιαννίκος Καρυπίδης, τώρα και συγγραφέας βιβλίου, προσκεκλημένος τηλεφωνικά από τον δημοσιογράφο Νίκο Βάνη στην ψηφιακή μπάντα elliniko-fenomeno.com, και  στην εκπομπή “Ελληνικό Φαινόμενο”, στην απόλυτη τηλεφημερίδα elliniko-fenomeno.gr, και στην εφημερίδα Fenomeno News ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΩΡΑ (που διανέμεται δωρεάν σε Θεσσαλονίκη και Αθήνα).

Ο επί 50 χρόνια επιχειρηματίας στην διασκέδαση  που από τις δικές του πίστες , πέρασαν τα λαμπερότερα ονόματα του καλλιτεχνικού στερεώματος, ακόμα και σήμερα οι περισσότεροι από αυτούς βρίσκονται στην κορυφή του Ελληνικού πενταγράμμου, είναι πλέον τώρα και  συγγραφέας του βιβλίου  με τίτλο “Ένας βούρκος με γαρδένιες”,στο οποίο μπορείς να βρεις  και από μια ιστορία για τον κάθε διάσημο καλλιτέχνη.

“..Όνειρο μου ήταν να γράψω ένα βιβλίο, και να το αφιερώσω σ΄ όλους αυτούς τους παλιούς που πέρασαν από τα κέντρα μου, και άλλοι που κατέληξαν στην φυλακή και πέθαναν φτωχοί. Είπα να θυμάται ο κόσμος, διότι τα κέντρα δεν είναι αυτά που φαίνονται, όταν πέφτουν τα φώτα αλλάζουν όλα. Όσο είναι τα φώτα όλα είναι όμορφα….”

Από μικρή ηλικία ακόμα ήταν μικροπωλητής και σιγά- σιγά  όχι μόνο εξελίχθηκε επαγγελματικά , αλλά και πρωτοπόρησε  στον τομέα της  νυχτερινής διασκέδασης.

“Από το 1960 η δυσκολία της νύχτας οδήγησαν σιγά – σιγά τα βήματα στο δρόμο της μεγάλης επιτυχίας. Στο βιβλίο αυτό εξιστορώ την γλύκα της νύχτας”,σημειώνει ο Γιαννίκος.

Στην πενηντάχρονη πορεία του επέδειξε καινοτομίες στην διασκέδαση, ανέδειξε πολλούς καλλιτέχνες και μουσικά σχήματα, που πέρασαν από τα νυχτερινά του κέντρα που δημιούργησε με πολύ μεράκι και είναι: Τα “Δειλινά”, “Can – Can” (στην Νεάπολη Θεσσαλονίκης), την “Καπνουλού” (Πανόραμα Θεσσαλονίκης), την “Μπουάτ Θεμέλιο” ( μέσα στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης) ο “Ζορμπάς”  (στο Σιδηροδρομικό Σταθμό και μετέπειτα “Διογένης Παλλάς”) το “Όπερα Club” στην Καλαμαριά Θεσσαλονίκη,και το “Χρυσό Βαρέλι” στην Αθήνα.

Ο Γιαννίκος  συνέδεσε το όνομα του με την ποιοτική αλλαγή των νυχτερινών κέντρων.

Στην πολύ ενδιαφέρουσα συνέντευξη ο Γιαννίκος Καρυπίδης εξιστορεί όλη την πορεία του ως επιχειρηματίας της  διασκέδασης και την συγγραφή βιβλίο του ‘Ένας βούρκος με γαρδένιες”

Νίκος Βάνης: Καλησπέρα κύριε Γιαννίκο, είστε καλά;;

Γιαννίκος: Είμαι πάρα πολύ καλά.

Ν. Βάνης: Έχετε γράψει ένα ξεχωριστό βιβλίο, “Ένας βούρκος με Γαρδένιες”, το οποίο εξιστορεί την πενηντάχρονη πορεία σας στην διασκέδαση, έχοντας 7 νυχτερινά κέντρα. Η σελίδα λοιπόν 9, λέει ταξίδια στο χρόνο με περισσότερους από 100 καλλιτέχνες.

Γιαννίκος: Είναι όπως τα λέει. Κοίταξε εγώ έχω μια ιστορία, που την ξέρει όλη η Θεσσαλονίκη και η Αθήνα. Στην Αθήνα είχα φτιάξει το “Χρυσό Βαρέλι”. Η καλλιτεχνία ήταν μια πολύ ωραία φιλική αρρώστια. Όλοι οι καλλιτέχνες ήταν φίλοι μου, καλά παιδιά.

Τον  καιρό που άνοιξα το πρώτο κέντρο ήταν το 1965. Είμαι σ΄ αυτήν την δουλειά από το 1960. Την ζωή μου την έζησα, γύρω από τα κέντρα. Το βιβλίο ξεκινά από πολύ μπροστά. Περιγράφει όλη μου την ζωή, πως πέρασα, ξεκινώντας από τα παιδικά μου χρόνια, και πως έφτασα να είμαι ένας φτασμένος επιχειρηματίας.

Ν. Βάνης: Να πάμε λίγο στην εισαγωγή του βιβλίου και στην σελίδα 15 που αναφέρει το που γεννηθήκατε.

Γιαννίκος: Γεννήθηκα το 1942 στο Μονοπήγαδο, έξω από την Θεσσαλονίκη.

Ν. Βάνης:  Οι περισσότεροι κύριε Γιαννίκο ,δεν γνωρίζουν που ακριβώς βρίσκεται.

Γιαννίκος: Κατ΄ αρχήν να πούμε καλησπέρα στους ακροατές σου. Το Μονοπήγαδο βρίσκεται δίπλα στην Σουρωτή.

Ν. Βάνης: Μας ακούει πολύς κόσμος, από Θεσσαλονίκη, Αθήνα, Γερμανία, την μακρινή Αυστραλία, τις Ηνωμένες Πολιτείες, το Λουξεμβούργο, την Γαλλία, έχουμε πολλούς Έλληνες απανταχού της γης.

Γιαννίκος: Δηλαδή μας ακούν απ΄ όλον τον κόσμο.

Ν. Βάνης: Από Λάρισα, Καστοριά, βλέπουμε τον χάρτη ο οποίος δείχνει πόσος κόσμος μας ακούει ακριβώς. Να έλθουμε και πάλι στο βιβλίο, που όπως είπαμε ξεχωρίζει, άλλωστε δεν έχει εκδοθεί τέτοιο βιβλίο. Είστε πρωτεργάτης σ΄ αυτόν τον τομέα.

Γιαννίκος: Όνειρο μου ήταν να γράψω ένα βιβλίο, και να το αφιερώσω σ΄ όλους αυτούς τους παλιούς που πέρασαν από τα κέντρα μου, και άλλοι που κατέληξαν στην φυλακή και πέθαναν φτωχοί. Είπα να θυμάται ο κόσμος, διότι τα κέντρα δεν είναι αυτά που φαίνονται, όταν πέφτουν τα φώτα αλλάζουν όλα. Όσο είναι τα φώτα όλα είναι όμορφα.

Ν. Βάνης: Από μικρός πριν γίνεται επιχειρηματίας δουλέψατε ως μικροπωλητής, έτσι αναφέρει και το βιβλίο.

Γιαννίκος: Στο ξεκίνημα μου έκανα πολλές δουλειές , αλλά ως επί το πλείστον εμπόριο. Ήμουν στο Καπάνι (Αγορά Βλάλη), πουλούσα τα πάντα, ότι είδος υπήρχε το έχω πουλήσει, και το λέω αυτό στο βιβλίο μου. Όλες τις δουλειές τις έκανα, τον μανάβη, στην αγορά Τσιμισκή, Μητροπόλεως, Βενιζέλου, Ερμού, στην οποία υπήρχαν μεγάλοι επιχειρηματίες, όπως ο Λέανδρος, που είχε κατάστημα, και κάποιος άλλος που δεν τον θυμάμαι τώρα, αλλά τον αναφέρω στο βιβλίο, έγιναν μεγάλοι επιχειρηματίες

Ν. Βάνης: Λέτε για τον Λέανδρο Συμεωνίδη.

Γιαννίκος: Όχι ο Λέανδρος, ο αδελφός του, στο Καπάνι μέσα πουλούσε παντόφλες. Επίσης εκεί ήταν και ο Φωκάς, πουλάγαμε όλοι μαζί, εμείς τα καλάθια τα αφήναμε επάνω στο πάγκο τον δικό τους, δίπλα από την Μέλισσα.

Ν. Βάνης: Πάντως ήταν δύσκολα χρόνια.

Γιαννίκος: Ήταν πολύ δύσκολα, αλλά και όμορφα χρόνια να μην κρυβόμαστε. Ήμασταν παιδιά, δεν καταλαβαίναμε. Ύστερα να σου πω κάτι, ο άνθρωπος άμα δουλεύει, ότι δουλειά κι αν κάνει, είναι καλό, αρκεί να δουλεύει. Εμένα πάντα οι τσέπες μου ήταν γεμάτες, δεν έμεινα ποτέ από λεφτά.

Ν. Βάνης: Διότι ήσασταν πολύ δραστήριος, και δεν λέγατε “δεν βαριέσαι αδελφέ, σήμερα δεν θα δουλέψω.

Γιαννίκος: Όχι πάντα είχα δουλειά. Εάν θέλει κανείς να δουλέψει, βρίσκει δουλειά. Τα περισσότερα χρόνια τα πέρασα ως μικροπωλητής, που εάν στα εξιστορήσω τώρα, θα πρέπει να γράψουμε άλλα 7 βιβλία.

Ν. Βάνης: Ας πάμε λίγο στην σελίδα 25 που λέτε ότι “η νύχτα γεννάει”.

Γιαννίκος: Είναι ένα ρητό που αναφέρεται στην νύχτα. Διότι εάν ένα κέντρο δεν είχε κόσμο, μπορεί αργότερα έξι η ώρα το πρωί να ερχόντουσαν 6 παρέες, και το μαγαζί να έβγαινε, γι΄ αυτό το λέγαμε “η νύχτα γεννάει”. Έτσι ήταν η δουλειά μας. Εδώ στην νύχτα που γεννάει, αναφέρομαι και στην παλιά μου γειτονιά την Νεάπολη.

Ν. Βάνης: Η Νεάπολη εκείνη την εποχή κύριε Γιαννίκο είχε και αμπελώνες.

Γιαννίκος: Από ένα σημείο και μετά ήταν όλα αμπέλια. Εγώ ναι μεν έμεινα στην Νεάπολη, ήμουν όμως στο Δήμο Συκεών, και στην εκκλησία Παναγία Φανερωμένη. Μέναμε Κολοκοτρώνη 5 στην Νεάπολη, και απέναντι ήταν η ταβέρνα του Όθωνα.

Εκεί που τώρα είναι ο Μαύρος Γάτος, ήταν αμπέλια. Εκεί λοιπόν μεγαλώσαμε με τα τραγούδια του Πάνου Γαβαλά, Καίτη Γκρέυ, Μαίρη Λίντα, Μιχάλη Μενιδιάτη, Βαγγέλη Περπινιάδη. Είχε ένα καφενείο του Ιορδάνη, που το πρωί προσέφερε καφέδες, το μεσημέρι ούζο, και το βράδυ γινόταν ταβέρνα.

Ν. Βάνης: Δηλαδή ήταν ένα σε όλα.

Γιαννίκος: Ήμασταν ζωηρά παιδάκια, και όλα αυτά τα έχω βάλει μέσα στο βιβλίο, να τα διαβάζει ο κόσμος, για να ξέρει τουλάχιστον τι συνέβαινε τότε στην νύχτα της Θεσσαλονίκης, αλλά και της Αθήνας. Πολλοί άλλοι έκαναν προσπάθεια για να γράψουν βιβλίο, όχι όμως δικοί μας άνθρωποι, που ασχοληθήκαμε με την νύχτα.

Ν. Βάνης: Να πάμε λίγο κύριε Γιαννίκο στην σελίδα 27 που βιβλίου όπου αναφέρεται πως γνωριστήκατε με τον Αριστοτέλη Ωνάση, στην Μύκονο.

Γιαννίκος: Εκείνη την εποχή έπαιζα στον ΠΑΟΚ, ήμασταν ποδοσφαιριστές και μάλιστα καλοί, ο ΠΑΟΚ έπαιζε στην δεύτερη ομάδα. Ο τερματοφύλακας της ομάδας που ήμασταν και φίλοι, ο Γκόβας, μας λέει λοιπόν “ρε σεις δεν πάμε κάτω στην Λεγεώνα των ξέων, που ήταν ο Παναιγιάλειος, μας παραμύθιασε λοιπόν και πήγαμε, Φτάνοντας στην Αθήνα ο Γκόβας πήγε στον Παναιγιάλειο, αλλά εμάς δεν μας πήραν να παίζουμε, αλλά μας πήγαν και παίξαμε με τον Ατρόμητο Πειραιώς, στα Καμίνια.

Εκεί ήλθαν κάποιοι και μας είπαν ότι στην Μύκονο ζητούν ένα προπονητή, διότι είχε κάνει μια ομάδα, κάποια μεγάλη εταιρεία, και πήγα εγώ με τον ξάδελφο μου που έπαιζε μαζί μου στον ΠΑΟΚ, και ήμασταν από το ίδιο χωριό τον Κώστα Βλασταρίδη. Εκεί γνώρισα αυτόν τον μεγάλο Αριστοτέλη Ωνάση. Όταν εγώ πήγα στην Μύκονο με έβαλαν να έχω το τρένο και να πηγαίνω δρομολόγιο με θειάφι, να καθαρίζω το πετρέλαιο. Τους λέω λοιπόν εγώ ήλθα εδώ για προπονητής, μου είπαν όμως ότι θα πρέπει να δουλέψεις στην εταιρεία. Στην δουλειά αυτή κάθισα ένα μόνο μήνα, μετά έφυγα.

Και εκεί στην Μύκονο ασχολήθηκα με το οπωριλίκι, το γράφω άλλωστε και στο βιβλίο. Κάθε τόσο κατέβαινα στην παραλία, που εκείνη την εποχή είχε μόνο ένα μαγαζί, για να κάτσει και να φάει κανείς. Στην παραλία λοιπόν που ήμουν και εγώ ήλθε ο Ωνάσης, τράβηξε τα μπατζάκια του, και μπήκε στην Θάλασσα, έτσι γνωριστήκαμε.

Ν. Βάνης: Ήταν πολύ απλός ο Ωνάσης, έτσι δεν είναι κύριε Γιαννίκο;;

Γιαννίκος: Ήταν πολύ απλός, αλλά πανέξυπνος και σοβαρός άνθρωπος. Σου έβλεπε και νόμιζες ότι σε βγάζει ακτινογραφία. Έλεγε πέντε κουβέντες και για να καταλάβεις την έννοια τους, ήθελες πολύ χρόνο, εγώ μετά από δέκα χρόνια κατάλαβα. Μια μέρα τα είχε βάλει με την κυβέρνηση, για τις αερογραμμές που είχε ιδρύσει. Εγώ έφυγα από την Μύκονο μετά από τρία χρόνια, ήλθα στην Θεσσαλονίκη, και διάβασα κάποια εφημερίδα κατηγορούσαν τον Ωνάση, ότι έδωσε 1.000.000 δραχμές σε δολοφόνο και τρελάθηκα.

Τέλος πάντων ήταν καλό ανθρωπάκι, γιατί μετέπειτα όταν έγινα και εγώ κάποιος, χωρίς φυσικά να θέλω να συγκριθώ με τον Ωνάση, ήμασταν πολύ καλά φιλαράκια.  Εκείνη την εποχή γνώριζα τον τραγουδιστή Χρηστάκη, με παίρνει λοιπόν ο Χρηστάκης, και μου λέει, μου ζήτησε ο Ωνάσης να πάω να τραγουδήσω στην Θαλαμηγό, δεν ξέρω τι να κάνω. Τότε παντρευόταν την μεγάλη κυρία της Αμερικής Τζάκυ. Τον είχε λοιπόν προσκαλέσει για να τραγουδήσει, του Χρηστάκη, φυσικά και του είπα να πάει. Εμένα πάντα με φώναζε ο Σαλονικιός. Και να σου πω και κάτι  από τότε έχω να πάω στην Μύκονο, σε όλα τα νησιά έχω πάει, εκτός από την Μύκονο.

Ν. Βάνης: Τότε η Μύκονος κύριε Γιαννίκο δεν ήταν τίποτα, έτσι δεν είναι;;

Γιαννίκος: Δεν είχε κόσμο, 5-10 τουρίστες, και αυτό έρχονταν για την Δήλο, πηγαίνανε για να δουν τα αρχαία της Δήλου. Αλλά ο Ωνάσης μπορώ να πω ότι, ήταν γάτα, από τότε γνώριζε ότι θα ανέβει το νησί. Γιατί μας έπεισε και κάναμε μια Disco, αυτήν την ιστορία την περιγράφω στο βιβλίο μου.

Ν. Βάνης: Θέλω να πάμε σε ένα άλλο κεφάλαιο στην σελίδα 33 όπου περιγράφεται την φιλία σας με τον Νίκο Ξανθόπουλο, μια φιλία 40 χρόνων.

Γιαννίκος: Η φιλία μας δεν είναι 40 αλλά 50 χρόνων. Ο Νίκος είναι από τα καλά παιδιά. Όταν τον γνώρισα ήμασταν 18 χρονών, και από τότε είμαστε κολλητοί. Ο Ξανθόπουλος μαζί με τον Χάρρυ Κλύνν θα προλογίσουν το βιβλίο. Είναι περισσότερο φίλος μου, που τι να σου πω για τον Ξανθόπουλο, Κοιμόμασταν μαζί σε ένα υπόγειο στην πλατεία Βικτωρίας.

Ν. Βάνης: Μου είπατε κιόλας χαριτολογώντας ότι εσείς τον προωθήσατε και στο τραγούδι, εκτός του ότι έγινε ηθοποιός.  

Γιαννίκος:  Εγώ επέμενα πολύ να βγει στο τραγούδι. Με τον Νίκο όταν ήμασταν παιδιά και ερχόταν στην Θεσσαλονίκη, βγαίναμε και κάναμε καμιά κανταδίτσα. Ο Ξανθόπουλος έλεγε τα τραγούδια πολύ ωραία. Και εγώ του έλεγα ότι θα πρέπει να κατέβει στην Αθήνα.

Ο κουμπάρος μου, ονόματι Τεγόπουλος είναι μεγάλος σκηνοθέτης, και παραγωγός, ένας εκ των καλυτέρων στην Ελλάδα. Ο Νίκος έβγαλε πολλά τραγούδια. Επέμεινα στον κουμπάρο μου, αλλά και στον μαέστρο τότε, τον αείμνηστο Απόστολο Καλδάρα από τα Τρίκαλα , που έγραφε τραγούδια για ταινίες, τα τραγούδια στις ταινίες που έπαιζε, να τα τραγουδά ο Νίκος. Τα πρώτα δύο έργα στην αρχή τα ντουμπλάρισε, ύστερα τραγούδησε.

Ν. Βάνης: Μετά μας λέτε τα τραγουδούσε ο ίδιος.

Γιαννίκος: Όταν λοιπόν το είπα στον κουμπάρο μου και τον Καλδάρα, τον έβαλαν και τραγούδησε, και από τότε έγινε και τραγουδιστής. Μετά από αυτό όταν εγώ γύρισα, για να υπηρετήσω στην αεροπορία, ήμουνα φαντάρος, έρχεται ένας φίλος ο Ναζιρίδης που είχε μαγαζί το “Καλαμάκι”, μετά έγινε “Αναμνήσεις”, και ύστερα ποτάδικο, πολύ παλιό μαγαζί.

Συγνώμη δεν πήγαμε σ΄ αυτό, τον πήρα τον Ξανθόπουλο και τον πήγα στα “Αστέρια”. O Ξανθόπουλος επειδή τραγουδούσε για πρώτη φορά ήταν στεναχωρημένος, έλεγε και ξανάλεγε “Αμάν πως θα πω τα τραγούδια;;”, τότε ο Ξανθόπουλος είχε γυρίσει τρεις τανίες, “Ρε Νίκο του λέω ο κόσμος εσένα θα δει”, με το ζόρι βγήκε και τραγούδησε, τέτοια κάναμε πολλά. Όπως σου τα λέω, τα γράφω και στο βιβλίο μου.

Ν. Βάνης: Να πάμε στην σελίδα 47 που αναφέρεστε στο πρώτοι κέντρο που ανοίξατε

Γιαννίκος: Το πρώτο κέντρο το άνοιξα όταν ήμουν φαντάρος, στην γειτονιά μου την Νεάπολη, και ήταν τα “Δειλινά”

Ν. Βάνης: Είναι τα ιστορικά “Δειλινά”

Γιαννίκος: Ναι, στην Νεάπολη, ήμασταν παιδιά, μαλλιάρηδες, εγώ ο Μωυσής ο Καλανταρίδης, στο βιβλίο το γράφω πολλές φορές. Ένα ακόμη φιλαράκι μας ο Γκόγκος, και πολλά άλλα παιδιά που ήμασταν μαναβάκια στο Καπάνι Τότε εγώ τα είχα οικονομήσει, πήρα  τον Ν. Ξανθόπουλο φύγαμε από αυτό το κέντρο και πήγαμε στο “Καλαμάκι’, μεγάλο μαγαζί. Ξαναήλθε ο Ν. Ξανθόπουλος λοιπόν και γινόταν σεισμός, και όταν λέω σεισμός, εννοώ σεισμός, μιλάμε για το 1965-1966. Κάθε μέρα γινόταν πάτε με να σε πατώ.

Καθίσαμε ένα μήνα, μαζέψαμε αρκετά λεφτά και ξεκίνησα το πρώτο μαγαζί “Δειλινά”. Μαζί μου ήταν και ο Μωυσής, του λέω λοιπόν “είσαι να κάνουμε ένα μαγαζί;;”, και αυτός μου απαντά είμαι. Ο Μωυσής τα έκανε όλα, ήταν μικροπωλητής, εργαζόταν ως σερβιτόρος σε ένα καμπαρέ στο “Αμέρικαν μπαρ” του Μπαρτζή. Ήμασταν από χρόνια φίλοι, κάναμε πολλές πλάκες, έχουμε όμως και τραβήξει πολλά μαζί, τα γράφω στο βιβλίο μου.

Ν. Βάνης: Γνωρίσατε  τον Μεγάλο και αξέχαστο Γιάννη Παπαϊωάννου, έτσι δεν είναι κύριε Γιαννίκο;;

Γιαννίκος: Τον Γ. Παπαϊωάννου τον γνώρισα από την πρώτη μέρα που πήγα στην Αθήνα, μιλάμε για το 1960. Έκανα τον ιμπρεσάριο. Πηγαίναμε με πολλούς επιχειρηματίες σε κέντρα. Στην Ομόνοια πίσω είχε ένα μουσικό μαγαζί , εκεί γνωρίσαμε έναν ιμπρεσάριο. Τώρα οι ιμπρεσάριοι είναι φίρμες, τότε δεν είχαν γραφεία, ήταν κινητοί.

Εμείς την βγάζαμε στο καφενείο, και εκείνος μας σύστησε σε όλους τους μεγάλους καλλιτέχνες. Ο Λαύκας ερχόταν από το πρωί, εκείνος επίσης μου γνώρισε και τον Πέτρο Αναγνωστάκη.

Κοίταξε ο Μπάρμπα Γιάννης Παπαϊωάννου ήταν ένας άνθρωπος της παλιάς σχολής, και τότε όλοι έτσι ήταν, τώρα έχει χαλάσει λίγο η κατάσταση με τους καλλιτέχνες. Μεταξύ μας τώρα δεν είναι όπως παλιά.

Ν. Βάνης: Έτσι είναι κύριε Γιαννίκο σήμερα οι καλλιτέχνες έχουν αλλάξει πολύ.

Γιαννίκος: Εσύ τα ξέρεις καλά τα πράγματα.

Ν. Βάνης: Τα γνωρίζω πολύ καλά

Γιαννίκος: Όταν κατέβαινα στην Αθήνα, πάντα πήγαινα στο μαγαζί που δούλευε ο Μπάρμπα – Γιάννης με τον Τσιτσάνη. Του έλεγε λοιπόν ο Τσιτσάνης ήλθε ο Σαλονικιός, ήξερε ότι ήμασταν κολλητοί. Όταν ερχόταν στην Θεσσαλονίκη πήγαινε στο “Ρωμαίο”, παλιά το έλεγαν “Λουξ”, στου Γιανκή, ο οποίος είχε άλλο ένα μαγαζί στην Ηλιούπολη. Τότε επίσης υπήρχαν του Κοκόλη μεταξύ Νεαπόλεως και Σταυρουπόλεως, του λαζού Καρασανίδη στην Επτάλοφο η “Φαρίντα”,

ο Ναζιρίδης είχε το “Καλαμάκι”, “Το Καλαμίτσι” το είχε ο Γιώργος Τσαούσης με τον αδελφό του Άγγελο. Όλοι αυτοί ήταν φιλαράκια μου, καλά παιδιά. Τέτοια παιδιά δεν υπάρχουν σήμερα. Το “Καλαμάκι” το είχα πάρει εγώ, αφού το έφτιαξα από την αρχή, δεν μου έδωσαν άδεια. Γι΄ αυτό και ο Ναζιρίδης όσα χρόνια κρατά το μαγαζί θα το δουλεύει, διότι εάν το αφήσει, άδεια δεν θα ξαναπάρει.

Ν. Βάνης: Να πάμε στην σελίδα 63 που αναφέρεστε στο κονσομασιόν.

Γιαννίκος: Όταν ανοίξαμε τα “Δειλινά” έμπαινες μέσα, και το πρωί δεν ήξερες εάν θα φύγεις ζωντανός, οι καλλιτέχνες, τα αφεντικά, το προσωπικό. Εκείνη την εποχή τα μαγαζιά ήταν “Σκυλάδικα”. Μιλάω απλά για να μας καταλαβαίνει ο κόσμος.

Ν. Βάνης: Ναι κύριε Γιαννίκο να μιλάμε στην απλή λαϊκή γλώσσα, γιατί ήδη μας ακούει πολύς κόσμος, έχουμε ξεπεράσει τα 1400 άτομα.

Γιαννίκος: Δηλαδή ξέρεις πόσα άτομα κάθε φορά σε ακούν;; Εγώ δεν τα καταλαβαίνω αυτά.

Ν. Βάνης: Θα έλθετε μια μέρα από το στούντιο, και θα σας τα δείξω.

Γιαννίκος: Ο γιος μου λέει, ότι σ΄ ακούν ακόμα στην Αμερική, και παντού. Ο Αδάμ ο γιος μου είναι τραγουδιστής, έχω και μια κόρη την Μαρία, και η γυναίκα μου είναι καλλιτέχνης.

Ν. Βάνης: Είναι η γνωστή τραγουδίστρια Θάλεια, μεγάλο όνομα. Ας έλθουμε όμως στο κονσομασιόν, διότι οι νέοι δεν γνωρίζουν τι γινόταν εκείνη την εποχή στα κέντρα.

Γιαννίκος: Το κονσομασιόν ήταν πανέξυπνο, αλλά και το πιο άγριο για εκείνη την εποχή. Για να καταλάβεις μια φορά ένα γεροντάκι πήγε να πουλήσει κάποια ζαρζαβάτια στην λαχαναγορά, και στον γυρισμό 5 το πρωί, να πω ότι τα μαγαζιά ήταν ανοιχτά μέχρι της 8 το πρωί. Μπαίνει λοιπόν μέσα για να ξεκουραστεί, να πιει μια μπύρα, έκατσε μια γυναίκα δίπλα του, “παππούλη να πιω και εγώ κάτι” και με τα χάδια της, τα έτσι και τα αλλιώς της, ο λογαριασμός πήγε στις 7.000 δραχμές, τον καιρό εκείνο. Ο παππούλης 7000 χιλιάδες δεν θα τις έβγαζε όλα τα χρόνια. Εγώ φοβήθηκα μήπως μείνει από καρδιά. Ήταν τα χρόνια άγρια. Έρχονταν στα μαγαζιά νταήδες, αγαπητικοί, πολλές μανούλες κάθε βράδυ, τα μπουκάλια, τα πιρούνια, τα μαχαίρια εκσφενδονίζονταν στον αέρα.

Ν. Βάνης: Πέτρος Αναγνωστάκης , ήταν ένας μεγάλος καλλιτέχνης.

Γιαννίκος: Αυτός ήταν τότε ισάξιος με τον Στέλιο Καζαντζίδη.

Ν. Βάνης: Ήταν της σχολής Σ. Καζαντζίδη.

Γιαννίκος: Όπως άλλωστε ήταν και ο Πάνος Γαβαλάς, έτσι ακριβώς όπως τα λέω είναι.

Ν. Βάνης: Να πάμε λίγο και στον Στράτο Διονυσίου, άλλον έναν μεγάλο καλλιτέχνη.

Γιαννίκος: Όταν έγιναν τα “Δειλινά”, ήταν η χούντα, και όπως κατεβαίναμε μια μέρα από το μαγαζί, μας σταματά κάποιος και μας λέει “που πάτε ρε παιδιά από εδώ, πάρτε καλύτερα το στενάκι. Τέλος πάντων είχα προβλήματα μ΄ αυτούς, αλλά όλα λύθηκαν. Έτυχε εμένα να μην με κάνουν νούμερα. Στα “Δειλινά”  τον πρώτο καλλιτέχνη που έφερα ήταν ο Πέτρος Αναγνωστάκης.

Ο Πέτρος Αναγνωστάκης είχε μια επιτυχία, που έλεγε “Σε μια νύχτα μούχεις κάνει άσπρα τα μαλλιά, μαύρη την καρδιά, γιατί με πρόδωσες, γιατί”, ο τίτλος είναι “Μέσα σε μια νύχτα”, το θυμάσαι αυτό το τραγούδι;;;

Ν. Βάνης: Πως δεν το θυμάμαι, μεγάλη επιτυχία, επίσης τραγούδια του είναι: “Πληροφορίες κακές”, “Πληγωμένοι κι δυό”, “Δεν ανθίζουν λουλούδια”, “Ήλθα κι απόψε στα σκαλοπάτια σου”, “Δέκα συμβουλές”, και πολλά άλλα.

Γιαννίκος: Τεράστιο τραγούδι, την μουσική έγραψε ο Βίρβος και ο Ηρακλής Παπασιδέρης τον στίχο, εκ των μεγαλυτέρων δημιουργών. Θέλω κύριε Γιαννίκο να αναφερθούμε στον μεγάλο Στράτο Διονυσίου, και την προσωπική του περιπέτεια όταν φυλακίστηκε.

Γιαννίκος: Κοίταξε ο Στράτος ήταν ένα από τα καλύτερα μαγκάκια του πέρασαν από το Ελληνικό τραγούδι, αυθεντικό παιδί. Μεγάλωσε στην Επτάλοφο. Ξεκίνησε να τραγουδά από το “Καλαμάκι”. Εγώ ήμουνα φίλος του Στράτου, και μόλις λοιπόν τελειώσαμε με τον Π. Αναγνωστάκη τον μεγάλο βάρδο του λαϊκού τραγουδιού,, πήρα στο μαγαζί τον Στράτο Διονυσίου το 1967, έναν γνήσιο λαϊκό τραγουδιστής. Τότε είχε κάτι τραγούδια του Μπάμπη Μπακάλη “Παράγκες και παλάτια”, “το ηλεκτρόφωνο”, “Η αχάριστη”, “Δεν με πόνεσε κανείς”, “Εγώ δεν είμαι ένοχος”, το οποίο εκείνη την εποχή ήταν μεγάλο σουξέ, ένα πολύ ωραίο τραγούδι, μετά όμως εξαφανίστηκε. Είχε έναν αμανέ μέσα, κάτσε καλά. Για τον Στράτο μπορώ να μιλώ 50 ώρες, γιατί τον αγαπώ πολύ.

Ν. Βάνης: Ο κόσμος θα διαβάσει το βιβλίο σας και θα βγάλει τα συμπεράσματα του. Είναι ένα βιβλίο που τα έχει όλα. Να πάμε λίγο και στον Πάνο Ιωαννίδη.

Γιαννίκος: Βλέπω ότι τα πήρες με την σειρά. Ο Πάνος Ιωαννίδης ήταν ένα παιδί, η μεγάλη του επιτυχία τότε ήταν το “Είσαι το άστρο της αυγής για μένα”, από την δισκογραφική εταιρεία Philips. Τότε υπήρχαν τρεις εταιρείες παραγωγής δίσκων η Columbia, Philips, Odeon. Στην Philips ήταν ο Πάνος Ιωαννίδης, και το 1967 πήγε η γυναίκα μου η Θάλεια, αυτούς τους δύο είχε τότε. Ο Στράτος Διονυσίου ήταν στην Columbia, και άλλοι ήταν και στην Odeon. Επίσης ο Πάνος Ιωαννίδης έκανε ένα μεγάλο σουξέ το “Μόνος μου περιπλανιέμαι”, εκείνη δε την εποχή είχε γράψει και 5-10 τραγούδια, όπως: “Είσαι νινί ακόμα, “Αντίο γλυκιά μου αγάπη”, “Το βιολί σου Τσιγγάνε”, και πολλά άλλα.  Πάω στις Σέρρες και τον βρίσκω, του λέω ότι “μ΄ έβαλε η εταιρεία σου για να σε πάρω”, τελικά τον ψήνω και έρχεται στα “Δειλινά”. Τότε είδαμε για πρώτη φορά κόσμο, ερχόταν λαός, τρακτέρ, απ΄ έξω μέχρι και 300 , 200 κούρσες, επίσης ερχόντουσαν και παϊτόνια.

Ν. Βάνης: Να πάμε κύριε Γιαννίκο στο κεφάλαιο, που αναφέρεστε στο γάμο σας με την κυρία Θάλεια, και φυσικά στο “Χρυσό Βαρέλι”.

Γιαννίκος: Την Θάλεια την γνώρισα στα “Δειλινά”, την έφερε ο μπατζανάκης μου, ο οποίος είχε παντρευτεί την αδελφή της. Τότε εγώ είχα ένα χρόνο στην δουλειά αυτή. Του είπα λοιπόν “τέτοιες ακούμε κάθε μέρα”. Μετά έφυγε και την έφερε την Κυριακή. Εδώ αξίζει να πούμε ότι ο κόσμος έβγαινε την Κυριακή, και όχι Παρασκευή και Σάββατο, όπως γίνεται σήμερα.

Έρχεται για να την βάλω να τραγουδήσει. Αφού έφυγαν όλοι, την βάλαμε και τραγούδησε, και τότε ακούμε μια φωνή, παναγιά μου, ακόμα την έχω μέσα στο μυαλό μου.

Ν. Βάνης: Έκανε μια μεγάλη καριέρα, γιατί λίγες είναι η γυναίκες καλλιτέχνιδες που έκαναν καριέρα.

Γιαννίκος: Θα έκανε ακόμα μεγαλύτερη , εάν δεν ήταν και καλή νοικοκυρά. Η Θάλεια ήταν από τις μεγάλες φωνές, όταν τραγουδούσε όλοι σταματούσαν να μιλούν, και την άκουγαν με δέος.

Ν. Βάνης: Να πάμε τώρα στην “Καπνουλού” και τον Στράτο Παγιουμτζή.

Γιαννίκος: Όχι, θέλω να σου πω το εξής:  Πριν από την “Καπνουλού” , έγινε το “Χρυσό Βαρέλι”, στην Αθήνα.

Ν. Βάνης: Ναι, έχετε δίκιο, το προσπέρασα.

Γιαννίκος: Το “Χρυσό Βαρέλι” το άνοιξα στην Αθήνα. Εκείνη την εποχή στην Αθήνα υπήρχαν δύο μαγαζιά, το καλοκαιρινό “Οι τζιτζιφιές”, όπου τραγουδούσε και ο Στέλιος Καζαντζίδης, και το “Δελφίνομα” το χειμερινό, στην Αγίου Μελετίου. Πήρα λοιπόν τον εξοπλισμό από το καλοκαιρινό, και άνοιξα το “Χρυσό Βαρέλι”.

Οι επιχειρηματίες της Αθήνας τότε ήταν τέσσερις, ο Θωμάς Μιλαηλίδης, η Λένα Παμέλα, μια γυναίκα κάτσε καλά, ο Κοσμάς Μενιδιάτης, αδελφός του τραγουδιστή, και οι Γιουρτάκηδες έκαναν το “Καν – Καν”, ήταν φίλοι μου καλοί, γιατί κάθισα πολλά χρόνια στην Αθήνα. Στην Αγίου Μελετίου άνοιξα το “Χρυσό Βαρέλι”, και εκεί τραβήξαμε πολλά, τα γράφω άλλωστε στο βιβλίο.

Ν. Βάνης: Να πάμε λίγο στην “Καπνουλού”.Αχ αυτή η “Καπνουλού”, ενώ δουλεύαμε με την Θάλεια στην “Κουΐντα” στην Αθήνα, κοίταξε πως έστησα την “Καπνουλού”. Δούλευε και ο Τ. Βοσκόπουλος στην “Κουΐντα” με μια άλλη κοπέλα, και μετά πήγαμε με την Θάλεια. Εκεί στο μαγαζί ήλθε ο λαζός από την Θεσσαλονίκη, και έκανε πρόταση στην Θάλεια, να ανέβη κανένα μήνα στην “Φαρίντα”. Ανεβήκαμε λοιπόν, η Θάλεια πήγε στην “Φαρίντα” όπου κάθε βράδυ γινόταν σκοτωμός. Για να καταλάβεις εγώ πήγα μια φορά, και δεν μπόρεσα να μπω μέσα.

Τότε σκέφτηκα να κάνω ένα μαγαζί. Στην Αθήνα πηγαίναμε με τον Ν. Ξανθόπουλο στον Μουφλουζέλη, στην Πλάκα, ο οποίος ένας εκ των μεγαλυτέρων ρεμπέτων.

Την “Καπνουλού” την άνοιξα στο Πανόραμα της Θεσσαλονίκης, έως ότου τραγουδούσε η Θάλεια στην “Φαρίντα”. Το μαγαζί ήταν έτοιμο, το είχε ο Τζώρτζ ο καμπαρετζής, και μου το έδωσε. Το ανοίγω και γίνεται σεισμός. Έφερα και τον Στράτο Παγιουμτζή, τον πρώτο Έλληνα τραγουδιστή. Ο κόσμος δεν είχε ξαναδεί κάτι τέτοιο. Όλοι οι πελάτες ήτα κυριλέ, αλητεία δεν ερχόταν. Όλοι οι καθηγητές Πανεπιστημίου ήταν εκεί, όλοι οι πελάτες που κατέκλυζαν το μαγαζί, πάντα ήταν κουστουμάτοι. Ο Στράτος τους έβγαζε και λόγο. Τους έλεγε ιστορίες από την νύχτα πάρα πολλές. Και εμένα με τρέλαινε στις ιστορίες.

Ν. Βάνης: Όπως μας τα λέτε, ο Στράτος Παγιουμτζής ήταν φοβερός, εκτός από καλλιτέχνης, αλλά και άνθρωπος.

Γιαννίκος: Το γράφω μέσα στο βιβλίο, αυτό είναι ευαγγέλιο, μπορώ να το πω.

Ν. Βάνης: Κύριε Γιαννίκος να έλθουμε σε ένα κεφάλαιο που σήμερα ταλανίζει τους νέους μας. Θέλω να μου πείτε την άποψη σας για τα ναρκωτικά.

Γιαννίκος: Ναι το γράφω και στο βιβλίο, εγώ για τον εαυτό μου ήθελα να τα πω αυτά τα πράγματα, τα γράφω πολύ σοβαρά, άλλωστε περάσαμε και δικαστήριο μαζί με τον Στράτο Διονυσίου. Έχουν σοβαρές επιπτώσεις, δεν θα πρέπει να τα δοκιμάσει κανείς, το δοκίμασες τελείωσε. Το χασίς είναι άλλο, ακόμα είναι αθώο, αλλά το κυνηγούν. Τότε ήταν εγκληματικό, μας είχαν βάλει φυλακή 15 μέρες. Τώρα υπάρχουν άλλες ναρκωτικές ουσίες οι οποίες είναι εγκληματικές. Στο βιβλίο γράφω για το χασίς πολλά πράγματα.

Μπορεί να τα διαβάσει η αστυνομία, αλλά οι μανάδες και οι πατεράδες, τα παιδιά δεν φταίνε, μπλέκουν. Αυτά τα ναρκωτικά είναι όλα δολοφονικά. Εγώ έγραψα την γνώμη μέσα στο βιβλίο, για να μπορέσουν να γλυτώσουν τα νέα παιδιά. Το κράτος θα πρέπει να επαναφέρει τον νόμο για την θανατική ποινή και να ισχύει για τους εμπόρους ναρκωτικών, τότε θα γλυτώσουμε.

Ν. Βάνης: Να πάμε σε μια άλλη σελίδα, εκεί που αναφέρεστε στα εγκαίνια του κέντρου “Καν – Καν” στην Θεσσαλονίκη.

Γιαννίκος: Το “Καν – Καν” ήταν και αυτό από τα πρώρα μαγαζιά. Ενώ όλα τα άλλα μαγαζιά που υπήρχαν είχαν το παλιό ύφος, το “Καν – Καν” έκανε πέντε στροφές παραπάνω, γατί είχα βάλει διακοσμητή τον Βιολάντη, βοηθό του Τσαρούχη. Έκανε κάτι ζωγραφιές και κάτι κολπάκια, άρεσε το μαγαζί. Το “Καν – Καν” ξεκινά το 1969, στο μαγαζί αυτό περάσαμε πολύ καλά. Αλλά πάντα να ξέρεις οι βραδινές δουλειές είναι μεροδούλι – μεροφάι. Γιατί όταν φεύγεις από το ένα μαγαζί και κάνεις το άλλο, δεν ήμουνα ακόμα σε καλή κατάσταση.

Τα “Δειλινά” τα άφησα στον Μωυσή, πήγαινε καλά, ενώ εγώ άνοιξα αυτό το μαγαζί. Είχα ένα άλλο φιλαράκι που ερχόταν στα μπουζούκια, και μια μέρα μου λέει “θέλω να κάνουμε ένα μαγαζί οι δυό μας”, έχεις λεφτά εσύ, εγώ έχω, και το στήσαμε μαζί το μαγαζί, ήταν ο Λιάκος, από τον Λαγκαδά, πολύ καλό παιδί, μ΄ αυτόν πέρασα καλά.

Ν. Βάνης: Από το “Καν – Καν” κύριε Γιαννίκο πέρασαν τα μεγαλύτερα ονόματα, διαβάζω στο βιβλίο, η Τζένη Καρέζη, η Έλλη Λαμπέτη.

Γιαννίκος: Ερχόντουσαν όλοι οι ηθοποιοί, των θιάσων που επισκέπτονταν την Θεσσαλονίκη. Και να φανταστείς δεν έβαλα καλές φωτογραφίες στο βιβλίο. Στην επόμενη έκδοση θα βάλω άλλες καλύτερες. Ο καλύτερος φίλος μου ήταν ο Κώστας Χατζηχρήστος, αδελφός μου, εδώ αλλά και στην Αθήνα κάμαμε παρέα.

Ν. Βάνης: Από το “Καν – Καν” πέρασαν και πολλοί άλλοι ηθοποιοί όπως ο Ντίνος Ηλιόπουλος.

Γιαννίκος: Πρώτα – πρώτα κάθε βράδυ έρχονταν φίρμες. Ο Κρικέλας έκλεινε το μαγαζί του, και ήταν εκεί κάθε βράδυ, μαζί με τον Γιώργο Βλαχόπουλο, και τον Νίκο Σταυρίδη.

Ν. Βάνης: Όπως επίσης και ο Νίκος Κούρκουλος επισκεπτόταν το κέντρο.

Γιαννίκος: Ο Κώστας Καζάκος, ο Πέτρος Φυσσούν, ο Γιάννης Βόγλης, όποιο θέατρο κι αν ερχόταν, όλοι οι ηθοποιοί περνούσαν από το κέντρο.

Ν. Βάνης: Από το “Καν – Καν” κύριε Γιαννίκο πέρασαν τα μεγαλύτερα ονόματα, διαβάζω στο βιβλίο, η Τζένη Καρέζη, η Έλλη Λαμπέτη.

Γιαννίκος: Ερχόντουσαν όλοι οι ηθοποιοί, των θιάσων που επισκέπτονταν την Θεσσαλονίκη. Και να φανταστείς δεν έβαλα καλές φωτογραφίες στο βιβλίο. Στην επόμενη έκδοση θα βάλω άλλες καλύτερες. Ο καλύτερος φίλος μου ήταν ο Κώστας Χατζηχρήστος, αδελφός μου, εδώ αλλά και στην Αθήνα κάμαμε παρέα.

Ν. Βάνης: Από το “Καν – Καν” και πολλοί άλλοι ηθοποιοί όπως ο Ντίνος Ηλιόπουλος.

Γιαννίκος: Πρώτα – πρώτα κάθε βράδυ περνούσαν οι φίρμες. Ο Κρικέλας έκλεινε το μαγαζί και ήταν εκεί κάθε βράδυ, μαζί με τον Γιώργο Βλαχόπουλο, και τον Νίκο Σταυρίδη.

Ν. Βάνης: Όπως επίσης και ο Νίκος Κούρκουλος επισκεπτόταν το κέντρο.

Γιαννίκος: Ο Κώστας Καζάκος, ο Πέτρος Φυσσούν, ο Γιάννης Βόγλης, όποιο θέατρο κι αν ερχόταν, όλοι οι ηθοποιοί περνούσαν από το κέντρο.

Ν. Βάνης: Να πούμε λίγα λόγια και για την Βίκυ Μοσχολιού, μια μεγάλη καλλιτέχνιδα που πέρασε και αυτή από το μαγαζί σας.

Γιαννίκος: Η Βίκυ Μοσχολιού τότε ήταν το πρώτο όνομα της Ελλάδος, όταν την έφερα εγώ στο μαγαζί. Μου λέει λοιπόν πάρε και καλσόν για να τα κονομήσεις, και όντως όπως μου τα είπε έτσι και έγιναν. Εκείνη την εποχή είχε γίνει και η Επανάσταση.

Ν. Βάνης: Θέλω να μας πείτε την εμπειρία σας από την Επανάσταση των Συνταγματαρχών.

Γιαννίκος: Εγώ χτύπησα και τον διευθυντή της αστυνομίας, καθώς και τον στρατιωτικό Διοικητή της Νεάπολης.

Ν. Βάνης: Τα γράφετε στο βιβλίο σας.

Γιαννίκος: Δεν τον ήξερα τον άνθρωπο, αλλά έγινε μανούρα, τα γράφω με λεπτομέρεια στο βιβλίο.

Ν. Βάνης: Εκείνη την εποχή απαγορευόταν το σπάσιμο των πιάτων κύριε Γιαννίκο, έτσι δεν είναι;;

Γιαννίκος: Κάποιον καιρό απαγορευόταν το σπάσιμο εντελώς, και σπάζαμε μπαλόνια. Είχαν σταματήσει τα πιάτα και τα λουλούδια, γιατί γαρύφαλλα πουλούσαμε, όλα τα γράφω στο βιβλίο, το οποίο το διαβάζω τώρα, και όλο και μ΄ αρέσει περισσότερο.

Ν. Βάνης: Και η Μαίρη Λίντα πέρασα από το κέντρο “Καν – Καν”

Γιαννίκος: Άλλο κεφάλαιο αυτή, η Μαίρη Λίντα πάντα ήταν από τα καλύτερα κορίτσια του κόσμου, αυτή η μεγάλη κυρία του λαϊκού μας τραγουδιού. Μόλις είχε χωρίσει από τον Μ. Χιώτη είχε έλθει στο μαγαζί, μεγάλη φωνάρα η γυναίκα.

Αλλά από το “Καν – Καν” πέρασε και ο Γ. Νταλάρας, από εκεί ξεκίνησε. Κάθε Κυριακή στο μαγαζί κάναμε συναυλίες οι οποίες γίνονταν για πρώτη φορά στην Θεσσαλονίκη, ο Σταύρος Κουγιουμζής, η Θάλεια, ο Κανακάρης.

Ν. Βάνης: Είχε και ένα σουξέ ο Κανακάρης

Γιαννίκος: Είχε πολλά σουξέ, ένα εξ αυτών ήταν “Της Λαρίσης το ποτάμι που το λέμε Πηνειό”, ο Κανακάρης ήταν τραγουδισταράς. Κάναμε λοιπόν τις συναυλίες στο κέντρο, και από τότε ξεκίνησε η γνωριμία μου με τον Γ. Νταλάρα, τότε υπηρετούσε.

Ν. Βάνης: Τι είναι για σας ο Σ. Κουγιουμζής κύριε Γιαννίκο;;

Γιαννίκος: Αυτός ο γλυκύτατος άνθρωπος ήταν ότι καλύτερο γνώρισα στην ζωή μου. Δεν είχε τι φάτσα ανθρώπου που δούλευε σε μπουζούκια, ήταν Άγιος άνθρωπος. Ένα καλοκαίρι κάναμε συνέχεια συναυλίες.

Ν. Βάνης: Θέλω να πούμε ορισμένα πράγματα για τον Γ. Νταλάρα.

Γιαννίκος: Ήμασταν 20 χρόνια φίλοι, 15 μόνιμα σε μπουάτ, και σε μπουζούκια. Ήταν 20 χρονών και εγώ ήμουν 28. Με τον Γιώργο η φιλία μας, διαρκεί από τότε. Όταν πήγα να τον πάρω την πρώτη φορά που ερχόταν στην Θεσσαλονίκη. Τον έβαλα σε ένα αυτοκίνητο μάρκας Τάουν που είχε, δεμένο με σύρμα, και για να μην πάμε από το Βαρδάρη, που από τότε είχε κίνηση, προτιμήσαμε έν δρόμο, που σήμερα είναι ο περιφερειακός, περνούσαμε από το Πανόραμα και από εκεί υπήρχε ένας δρόμος που οδηγούσε στην Νεάπολη που κάθε μια ώρα περνούσε από ένα αυτοκίνητο, και τα μετράγαμε κιόλας.

Το αυτοκίνητο βογκούσε και τότε ο Νταλάρας μου λέει “θα το οδηγήσω εγώ”, “ρε Γιώργο του λέω πρόσεχε γιατί είναι δεμένο με σύρμα”. Τέλος πάντων ο Γιώργος πήρε το αμάξι και στο δρόμο μου το γυρίζει μια σβούρα, έτυχε να περνά μια μοτοσικλέτα, του λέω λοιπόν “τι κάνεις” και σκοτώθηκα στα γέλια. “Άντε βρε τρελέ πάμε στο μαγαζί, γιατί η ψυχή μου πήγε στην κούλουρη”.

Αυτή ήταν η πρώτη πλάκα που μου έκανε ο Γιώργος, μετά κάναμε πολλές πλάκες μαζί. Ήταν παθιασμένος από τότε με την μουσική. Πήγαμε για πρόβα στις 3 το μεσημέρι, κάθισε κούρδισε την κιθάρα του, και άρχισε να παίζει και να τραγουδά, παρουσία και του Σταύρου Κουγιουμτζή κάποια στιγμή του λέω “η ώρα πήγε 6”, και εκείνος μου απάντησε “δεν πειράζει, θέλω να δω και το μαγαζί”. Μέχρι τις 6 το απόγευμα έπαιζε με την κιθάρα του, και τα άλλα όργανα, δεν άφηνε τίποτα. Τι αρρώστια είναι αυτή, άλλωστε και μέχρι σήμερα είναι άρρωστος με την μουσική.

Με κάλεσε στην συναυλία που έκαναν προς τιμήν του Στέλιου Καζαντζίδη μαζί με την Μαρινέλλα, εκεί ήταν η Χαρούλα Αλεξίου, ο Δημήτρης Μητροπάνος, η Γλυκερία, ο δικός μας Πασχάλης Τερζής. Δύο ημέρες ήμασταν μαζί. Ας φύγουμε όμως από εδώ και ας πάμε σε άλλα.

Ν. Βάνης: Τι είναι για εσάς ο Γιάννης Πάριος κύριε Γιαννίκο;;

Γιαννίκος: Πριν πάμε στον Γιάννη Πάριο, να πούμε ότι από το μαγαζί πέρασαν ο Μανώλης Μητσιάς, άλλος μεγάλος τραγουδιστής, η Αλέκα Κανελλίδου. Όταν πήγα μια φορά στην Αθήνα, παίρνοντας από το σύνταγμα, όπου είχε τα γραφεία του ο Ι. Βελλίδης, ο μεγαλοεκδότης. Πήγα λοιπόν να τον δω και να μιλήσουμε. Εκεί δίπλα τραγουδούσε ο Γιάννης Πουλόπουλος μαζί με την Αλέκα Κανελλίδου, σκέφτηκε λοιπόν γιατί δεν την γνώριζα καθόλου, να πάω για να την ακούσω.

Είπα λοιπόν στον Γιάννη Πουλόπουλο ότι το πρόγραμμα είναι πολύ ωραίο, και έτσι όπως είστε, σας θέλω επάνω στην Θεσσαλονίκη. Την φώναξε ο Γιάννης Πουλόπουλος και μου την σύστησε. Όταν έγραφα το βιβλίο έψαξα να βρω κάτι για την Αλέκα Κανελίδου, και βρήκα τη διαφήμιση που έκανα στο “Καν – Καν”, με τον, Μικαέλο, τον Λάκη Αλεξάνδρου, και έτσι την θυμήθηκα.

Ν. Βάνης: Κύριε Γιαννίκο θέλω να μας πείτε για την Χάρις Αλεξίου.

Γιαννίκος: Πρώτα να πούμε για τον Γιάννη Πάριο, ο οποίος είναι αδελφός με την καλή έννοια. Περάσαμε τα καλύτερα χρόνια της ζωή μας. Ο Γιάννης Πάριος παρ΄ όλο που είχε εκείνη την εποχή μισό τραγούδι, εντούτοις έκανε μεγάλο σουξέ. Τον έβαλα να τραγουδήσει για πρώτη φορά στο “Καν – Καν. Το τραγούδι αυτό όμως εμείς το λέγαμε στο μαγαζί δέκα, φορές, με ένα πολύ ωραίο σχήμα που είχαμε, πριν ακόμα τον γνωρίσω, και αναρωτιόμουν ποιος λέει αυτό το τραγούδι, μου είπαν ότι το τραγουδά ο Γιάννης Πάριος, κατέβηκα στην Αθήνα και τον βρήκα. Του λέω ρε φίλε πάμε επάνω. Εκείνος όμως είχε κάνει μια επέμβαση, του έσπασαν τα ράμματα, και αναβλήθηκε η πρεμιέρα, άλλωστε το γράφω και στο βιβλίο μου.

Από τότε ο Γιάννης Πάριος έκανε και συνεχίζει να κάνει δίσκους, πουλώντας εκατομμύρια αντίτυπα, όπως και ο Γ. Νταλάρα, και η Χαρούλα Αλεξίου, με την οποία είμαστε ακόμα φιλαράκια.

Τώρα να πάμε στην Χαρούλα Αλεξίου, την οποία μου έφερε ο Γιάννης Πάριος τον επόμενο χρόνο. Η Χαρούλα τότε είχε ένα τραγούδι “Όταν πίνει μια γυναίκα”, ένα πολύ μεγάλο τραγούδι, το οποίο ήταν για τα μπουζουκάδικα. Όταν λοιπόν το τραγουδούσε γινόταν χαμός. Η γυναίκα είναι φωνάρα, όταν την άκουσα τότε έπαθε πλάκα. Έπειτα η Χαρούλα συμμετείχε στον δίσκο του Απόστολου Καλδάρα και του Πυθαγόρα “Μικρά Ασία”, μαζί με τον Γιώργο Νταλάρα.

Ν. Βάνης: Να πάμε στο κεφάλαιο κύριε Γιαννίκο Βασίλης Παπακωνσταντίνου.

Γιαννίκος: Ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου, τότε δεν ήταν γνωστός, για πρώτη φορά είχε έλθει σε μένα. Έκανε όμως μεγάλη καριέρα, είναι φιλαράκι μου, καλό παιδί, όπως ο Γιάννης Βογιατζής, και η Λίτσα Διαμάντη, Διαμάντω που την λέω εγώ, η οποία είναι μεγάλη τραγουδίστρια. Με τον Γιάννη Βογιατζή είχαμε μεγάλες πλάκες. Συζητούσαμε και του έλεγα ότι με τις απαιτήσεις που έχετε εσείς καλλιτέχνες θα τρελαθώ, και εκείνος μου έλεγα, εγώ τα έκοψα όλα αυτά, “όταν κάποιος με πήρε και με πήγε στα μνήματα, και μου είπε, διάβασε εδώ, από τότε συμμορφώθηκα”. Για όλους τους καλλιτέχνες αναφέρομαι στο βιβλίο μου. Ας αφήσουμε το “Καν – Καν” και ας πάμε στην “θεσσαλονικιά”.

Ν. Βάνης: “Η Θεσσαλονικιά” κύριε Γιαννίκο υπήρξε το μεγαλύτερο κεφάλαιο για σας.

Γιαννίκος: “Η Θεσσαλονικιά” ήταν ένα από τα ομορφότερα νυχτερινά κέντρα της Ελλάδος, σου το λέω υπεύθυνα. Όπου κι αν καθόσουν έβλεπες, χωρίς να έχει κολόνες. Είχε δύο αίθουσες, η μία χωρητικότητας 800 ατόμων, και η άλλη 1200 ατόμων. Εγώ το έκανα πρώτος στην Ελλάδα, τώρα το κάνουν όλοι. Ότι έγινε στην διασκέδαση έχω φτιάξει εγώ, με καλό κλίμα στην “Θεσσαλονικιά” και με αξιόλογους καλλιτέχνες.

Εξού και ο τίτλος του βιβλίο, ξεκίνησα από τον βούρκο, και έφτασα στις γαρδένιες.

Ν. Βάνης: Η κυρία Θάλεια πέρασε από όλα τα κέντρα, έκτισε μια μεγάλη καριέρα, με δίσκους και επιτυχίες.

Γιαννίκος: Η Θάλεια υπήρξε μια από τις σπάνιες φωνές, με χροιά που σήμερα δεν την βρίσκεις. Τραγουδά από το 1967, από τότε που κάναμε το “Χρυσό Βαρέλι” στην Αθήνα, στην Φωκίωνος Νέγρη, μετά πήγε στην “Κουΐντα. Τότε γύρισε και τα τραγούδια “Περιπλανήθηκα – ταλαιπωρήθηκα” το οποίο τραγουδούσε στην ταινία “Άδικη κατάρα” to 1968 του Απόστολου Τεγόπουλου, στην οποία πρωταγωνιστούσε ο Νίκος Ξανθόπουλος.

Επίσης “Τον είδα κι απόψε”, “Όπου κι αν ζεις”, “Τα ξένα χέρια”, “Γλυκέ μου αγαπημένε”, δισκάκι 45 στροφών από την εταιρεία Polydor, “ Πριν γνωρίσω εσένα”, “Απονιά και καταφρόνια”, και άλλα. Μετά πήγε στην “Φαρίντα” και μετά εμφανιζόταν στο “Καν – Καν”. Η Θάλεια τραγουδούσε μαζί με ένα άλλο μεγάλο αηδόνι την Μαίρη Λίνα, τον Νίκο Ξανθόπουλο, τον Γ. Νταλάρα, τον Στράτο Διονυσίου, τον Γιάννη Πάριο, την Χαρούλα Αλεξίου, με όλους τους καλλιτέχνες. Επίσης η Θάλεια τραγούδησε έναν χειμώνα στην Αθήνα, στην περιοχή της Πλάκας στην “Παλιά Αθήνα”

Ν. Βάνης: Προχωράμε στην Δούκισσα.

Γιαννίκος: Η Δούκισσα ήταν καλό φιλαράκι μου, την ξέρω πολλά χρόνια.

Ν. Βάνης: Ας πάμε στην Μαρινέλλα.

Γιαννίκος: Αυτήν η γυναίκα είναι μια από τις πολύ αγαπημένες μου τραγουδίστριες, μεγάλη κυρία. Αλλά έτυχε από την αρχή που είχε έλθει, να γίνει μια ψευτοπαρεξήγηση, άλλωστε αυτό συμβαίνει πάντοτε για θέματα που αφορούν τους καλλιτέχνες. Μετά από 15 χρόνια μου υπενθύμισε εκείνη την παρεξήγηση, τέλος πάντων πολλά γράφω.

Ν. Βάνης: Κύριε Γιαννίκο, ας πάμε στον Γιάννη Πουλόπουλο.

Γιαννίκος: Ο Γιάννης Πουλόπουλος ήταν η αιτία που γίναμε όλοι αλκοολικοί, αλλά ήταν καλό παιδί, και καλός φίλος. Με τους άλλους ήταν απόμακρος, εμένα όμως με γούσταρε. Μετά από 10 χρόνια όταν τον είδα στην Αθήνα, τραγουδούσε σε ένα μαγαζί στο αεροδρόμιο, όταν μπήκα μέσα, πέσαμε ό ένας πάνω στον άλλον και τότε εκείνος είπε “τον μόνο άνθρωπο που έχω φίλο από τα μπουζούκια. Τώρα το κατάλαβα, γιατί όπως είπα είναι ιδιόρυθμο παιδί.

Τότε τα πίναμε εγώ, αυτός και ο Δημήτρης Μητροπάνος, όταν στο μαγαζί μου εμφανιζόταν ο Γιάννης Πάριος, αυτοί δούλευαν στο “La Site”, μετά που τελείωναν, κατέβαιναν από το μαγαζί. Ο Γιάννης Πουλόπουλος δούλεψε δύο φορές στο μαγαζί μου. Την μία έγινε ο σεισμός και την άλλη η επιστράτευση. Το βιβλίο γράψει ωραία πράγματα, δηλαδή ποιον να πάρεις, και ποιον να αφήσεις.

Εγώ στην δουλειά μου επάνω, δεν ξέρω έτσι μου τα έφερε η μοίρα, ή έτσι ήλθαν τα πράγματα, έχω αλλάξει το στυλ της διασκέδασης. Πρώτον πρέπει να ξέρεις πάντρεψα το λαϊκό τραγούδι με το μοντέρνο. Όταν λέγαμε ότι ο Γ. Πάριος και ο Γ. Νταλάρας θα τραγουδήσουν με τον Σ. Διονυσίου, μου έλεγαν δεν γίνεται, αυτός είναι λαϊκός. Εγώ πάντρεψα τέτοια σχήματα, και σ΄ όλην την Ελλάδα. Όπως έβαλα και τους μοντέρνους στα μαγαζιά που είχα, λαϊκά ή μοντέρνα, την σημερινή Ποπ μουσική, όπως επίσης και το νέο κύμα. Πολλοί καλλιτέχνες πέρασαν όπως η Καίτη Χωματά, Πόπη Αστεριάδη, Μ. Βιολάρης, Πωλίνα, Γιώργος Πολυχρονιάδης, και πολλοί άλλοι.

Ν. Βάνης: Κύριε Γιαννίκο να πάμε και στον Tom Pappas τον λεγόμενο Esso Pappas, ο οποίος ήταν πελάτης σας, ερχόταν τακτικά στο μαγαζί του.

Γιαννίκος: Ένας φίλος μου ο Αργύρης, ο οποίος ήταν τσακάλι και τον είχα πολλά χρόνια στο μαγαζί, ένα βράδυ μου φωνάζει, καιμου λέει ένα γεροντάκι σε θέλει, όταν είχαμε πρωτοανοίξει την “Θεσσαλονικιά” to 1974 που έγινε η εισβολή στην Κύπρο, δεν είχαμε ανθρώπους, αλλά το μαγαζί ήταν ανοιχτό. Είχε έλθει λοιπόν ο Tom Pappas, με ξαναφωνάζει ο φίλος μου, και του απαντώ “ε΄ άστον μωρέ”, τέλος πάντων με τα πολλά πήγα και μας κέρασε σαμπάνιες Ντον Περινιόν. Ο Ωνάσης όταν πήγαινε να δει τον Σ. Κόκκοτα τον έλουζε με σαμπάνιες Ντον Περινιόν. Ο Tom Pappas ήταν πολύ καλός άνθρωπος, ένα ωραίο γεροντάκι. Ήθελε να φύγει από την Ελλάδα, να πουλήσει το Esso Pappas. Ερχόταν κάθε βράδυ στο μαγαζί, και καμιά φορά μου έδινε για τον λογαριασμό επιταγή, και πήγαινα στο εργοστάσιο, και μου έδινε τα λεφτά, Στο εργοστάσιο είχε 150 μηχανικούς, τους μάθαινε την δουλειά, γι΄ αυτό και ήταν τόσο αγανακτισμένος. Ωραία ιστορία την έχω περασμένη στο βιβλίο.

Ν. Βάνης: Ας πάμε κύριε Γιαννίκο στον Αντώνη Καλλογιάννη, έναν άλλο μεγάλο καλλιτέχνη.

Γιαννίκος: Με τον Αντώνη δουλέψαμε πολλές φορές. Είχαμε και κάτι προβλήματα με την χούντα, όπως και με τον Γ. Νταλάρα, που μας τράβηξαν μέσα, ταλαιπωρηθήκαμε πολύ. Το ίδιο έγινε και με τον Αντώνη, ερχόταν τακτικά στο μαγαζί ο διοικητής της περιοχής. Κάναμε πολλές πλάκες με τον Αντώνη.

Ν. Βάνης: Να μας πείτε για τον Γιάννη Καραμπεσίνη και την Μαίρη Μαράντη.

Γιαννίκος: Ο Γ. Καραμπεσίνης ήταν φιλαράκι μου, όπως και η Μαίρη Μαράντη, ήταν μαγκάκος. Το σχήμα στο μαγαζί ήταν Γ. Πάριος, Θάλεια, Γ. Καραμπεσίνης, Μ. Μαράντη, ήταν 11 άτομα, μεγάλα ονόματα. Περάσαμε ένα ολόκληρο καλοκαίρι, τέτοιο καλοκαίρι δεν είχε δει ποτέ η Αθήνα. Καθόμασταν με τον Γ. Πάριο, και επάνω στην πίστα τραγουδούσε η Μ. Μαράντη με τον Γ. Καραμπεσίνη, χόρευε και ο Δήμος. Τον Δήμο τον χορευτή τον ξέεις Νίκο;;

Ν. Βάνης: Ακουστά τον έχω.

Γιαννίκος: Χόρευε πολύ ωραία τα χασάπικα. Ήμασταν λοιπόν παρέα και γελάγαμε, έρχεται ο μετρ και μου λέει “αυτός δεν πληρώνει”, παρήγγειλε 1000 πιάτα για να τα σπάσει όταν τραγουδούσε η Μ. Μαράντη , και όταν πήγε ο μετρ τον λογαριασμό, του είπε, “πάρε ένα χιλιάρικο”, ο μετρ απορημένος λέει “τι είναι αυτό το χιλιάρικο φίλε” “για τα πιάτα το απαντά”, “μα εδώ έσπασες 1.000 πιάτα”, και απάντηση που έδωσε είναι “εγώ σου είπα να μου σπάσεις πιάτα για ένα χιλιάρικο”. Τον φέρνει σε μένα και τρελάθηκα, σου λέει ο άνθρωπος μήπως και τον πλακώσει στο ξύλο ο Γιαννίκος. Πάμε στο σαλόνι, και εκείνος μου λέει το ίδιο τροπάριο “ήθελα να σπάσω για ένα χιλιάρικο πιάτα, και δεν του είπα να μου φέρει 1.000 πιάτα”. Αυτό που σου λέω πέρασε στην ιστορία.

Ν. Βάνης: Κύριε Γιαννίκο ας πούμε και για ένα άλλον μεγάλο καλλιτέχνη τον Γιώργο Κοινούση.

Γιαννίκος: Κάναμε πολλές πλάκες με τον Γ. Κοινούση. Όταν είχα τον Πάνο Γαβαλά στο μαγαζί, ο Γ. Κοινούσης έπαιζε ακορντεόν. Πολλές φορές όμως έπαιζε και τραγουδούσε, εμένα με πείραζε αυτό, και λέω στον Π. Γαβαλά “πες του να σταματήσει” και εκείνος μου απαντά “άστον Γιαννίκο να γουστάρει”.

Ν. Βάνης: Στο βιβλίο διαβάζω ότι καθόταν στην Περαία στο κάμπινγκ.

Γιαννίκος: Ναι, όταν μου το είπα τρελάθηκα. Έμεινε σε ένα τροχόσπιτο στο κάμπινγκ. Ένα βράδυ έρχεται ο μετρ και μου λέει “ποιος είναι αυτός που κοιμάται εδώ”. Εν τω μεταξύ ήταν 11 ή ώρα το βράδυ που θα έβγαινε στο πρόγραμμα, πάω τον κουνώ, τον ξυπνώ, εκείνος ανοίγει τα μάτια “τι είναι Γιαννίκο μου λέει”, τι κοιμάσαι;; Καλοκαίρι σου μιλάω και το μαγαζί ήταν χάλια, έπρεπε να συγυριστεί. Η Θεσσαλονικιά είχε παντού χαλιά, ακόμα και τα ντουβάρια. Έσκαγε λοιπόν από την ζέστη, κα ξέρεις τι μου είπε “να πήγα στην Αθήνα και ξέχασα το κλειδί από το τροχόσπιτο. Ξενοδοχεία υπάρχουν του λέω και εκείνος μου απαντά “έλα σε μια ώρα θα ξημερώσει”.

Ν. Βάνης: Για τον Πασχάλη Αρβανιτίδη τι έχετε να μας πείτε, τότε μεσουρανούσε με τους Ολύμπιανς.

Γιαννίκος: Ο Πασχάλης είναι πολύ μεγάλος τραγουδιστής στο είδος του. Είναι από τα καλά παιδιά, τώρα τελευταία χάλασε. Τον Πασχάλη τον είχα 5-6 φορές στο μαγαζί, και τον είδα μετά από χρόνια, τώρα τελευταία όταν είχε έλθει στο καζίνο για να τραγουδήσει.

Ν. Βάνης: Τι είναι για σας κύριε Γιαννίκο ο Γιώργος Μαρίνος;;

Γιαννίκος: Ο Γ. Μαρίνος είναι από τα καλύτερα μαγκάκια που έχω γνωρίσει, και όταν λέω μάγκας το εννοώ, με όλη την σημασία της λέξεως, άσχετα ένα ο ίδιος βγήκε δημόσια και είπε και την ιδιαιτερότητα του, αλλά είναι καθαρόαιμος μάγκας. Δεν υπάρχει τέτοιο λεβεντόπαιδο, το λέω μέσα στο βιβλίο μου. Και να σου πω και κάτι ότι γινόταν με τον Γ. Νταλάρα, τον Γ. Πάριο, την Χ. Αλεξίου, την Α. Βίσση στο μαγαζί, να περιμένει ουρές ο κόσμος, άλλο τόσο είχε γίνει και με τον Γ. Μαρίνο.

Ν. Βάνης: Θέλω να μου πείτε για την Α. Βίσση, μια που την αναφέρατε.

Γιαννίκος: Την Α. Βίσση την έφερε στο μαγαζί ο Γ. Νταλάρας. Εγώ έκανα παρέα ένα βράδυ με τον Καμπουρέλο και τον Σωκράτη, φίλοι μου χρόνια, δύο μεγάλοι δεξιοτέχνες του μπουζουκιού, στην παρέα μας πήραμε και την Α. Βίσση η οποία ήταν παιδάκι. Όπως σου είπα την έφερε ο Γ. Νταλάρας στην  μπουάτ “Θεμέλιο” που είχε ανοίξει μέσα στην έκθεση, τραγουδούσαν μαζί. Βράδυ πήγα και τον πήρα από το αεροδρόμιο το Γ. Νταλάρα, που απορημένος , “τι γίνεται μου λέει”, σε πληροφορώ ότι 7.000 άτομα ήταν ξαπλωμένα στο γρασίδι από πάνω, και από κάτω είχε άλλα 3.000 άτομα. Τα γράφω με λεπτομέρεια στο βιβλίο.

Ν. Βάνης: Δεν είπαμε για τον Γρηγόρη Μπιθικώτση κύριε Γιαννίκο.

Γιαννίκος: Ο μεγάλος Μπιθικώτσης, είναι ο Σερ του τραγουδιού, ο μεγαλύτερος βάρδος. Έχω περάσει πολλά μαζί του. Σε όποιο μαγαζί κι αν τραγουδούσε στην Αθήνα, ήταν πάντα γεμάτο. Ερχόντουσαν όλοι οι αρχηγοί της Χούντας. Κάθε μέρα πήγαινε στο μαγαζί ο Ρουφογάλης. Όταν τραγουδούσε σε μια Πλακιώτικη μπουάτ, ήταν εκεί η Θάλεια, η Ρένα Βλαχοπούλου, ο χορευτής Φώτης Μεταξόπουλος, μεγάλο πρόγραμμα. Πέρασε ένας χειμώνας, κάθε μέρα πήγαινε ο Ρουφογάλης. Ο Γ. Μπιθικώτσης έβγαζε το χέρι του από την κουΐντα σαν όπλο, τρόμαζαν οι άνθρωποι. Εν τω μεταξύ η αργκό που μου μιλούσε ο Μπιθικώτσης, εγώ που γεννήθηκα με την αργκό δεν την καταλάβαινα. Ήταν άνθρωπος κάτσε καλά.

Ν. Βάνης: Ας πάμε στους Αδελφούς Κατσάμπα.

Γιαννίκος: Οι Αδελφοί Κατσάμπα έχουν μέχρι και σήμερα, μεγάλο ρεπερτόριο. Είναι καλά παιδιά, με κολλούσαν άσχημα, κάναμε πολλές πλάκες.

Ν. Βάνης: Θέλω να μας πείτε για τον Τόνυ Μαρούδα.

Γιαννίκος: Ο Μαρούδας ήταν μεγάλη μορφή του Ελληνικού τραγουδιού, περάσαμε πολύ ωραία.

Ν. Βάνης: Όντως είχε πουλήσει 2.500.000 δίσκους;;

Γιαννίκος: Ναι, είναι αλήθεια. Για τον Μανώλη Αγγελόπουλο δεν είπαμε. Με τον Μανώλη δουλέψαμε 5-6 φορές, ήταν απλό παιδί, το πιο όμορφο παιδί, από τους πιο καλοντυμένους καλλιτέχνες. Όλοι οι παλαιοί ήταν καλοντυμένοι. Ο Σ. Διονυσίου ήταν άρχοντας, ο Μ. Αγγελόπουλος το ίδιο, ο Γ. Καραμπεσίνης, όλοι, ποιον να πρωτοπώ. Με τον Μανώλη πήγαμε και στην Αμερική μαζί. Πηγαίναμε στο καζίνο, χάναμε λεφτά, μετά τα παίρναμε. Το μπαρμπούτι το Αμερικάνικο έχει διαφορά από το Ελληνικό.

Όταν επιστρέψαμε, αυτός είχε αγοράσει κάποια πράγματα, μου είπε λοιπόν “πάρε αυτά”, και εγώ τα πήρα, για να τα πάω στην Θάλεια, και εκείνος τότε απορημένος μου λέει “καλά εγώ τα πλήρωσα και εσύ τα παίρνεις, καλός είσαι”, τα γράφω όλα στο βιβλίο. Σαν τον Μανώλη δεν υπήρχε τέτοιο παιδί.

Ν. Βάνης: Πόπη Αστεριάδη, άλλη μια μεγάλη καλλιτέχνιδα, έτσι δεν είναι κύριε Γιαννίκο;;

Γιαννίκος: Όλοι αυτοί που πέρασαν από τα μαγαζιά μου, ήταν μεγάλοι καλλιτέχνες. Η Πόπη Αστεριάδη ήταν, και είναι μια εξαίρετη καλλιτέχνιδα.

Ν. Βάνης: Κύριε Γιαννίκο να μας πείτε και για τον Τόλη Βοσκόπουλο.

Γιαννίκος: Ο Τόλης Βοσκόπουλος είναι ένας εκ των μεγαλυτέρων τραγουδιστών, που έβγαλε η Ελλάδα.

Ν. Βάνης: Κύριε Γιαννίκο να πούμε και λίγα λόγια για έναν εκ των μεγαλυτέρων βιρτουόζων του μπουζουκιού τον Γιώργο Ζαμπέτα.

Γιαννίκος: Ήταν άρχοντας ο Γιώργος Ζαμπέτας, με όλη την σημασία της λέξεως, και καλός άνθρωπος.

Ν. Βάνης: Τι έχετε να μας πείτε για τον Μπάμπη Τσετίνη.

Γιαννίκος: Άλλο ένα από τα καλά παιδιά του καλλιτεχνικού χώρου. Ο Μπάμπης σήμερα θα ήταν πολύ μεγάλος, αλλά καταστράφηκε από την καλοσύνη του. Έτσι είναι όπως τα λέω, σήμερα δεν υπάρχουν τέτοιοι άνθρωποι.

Ν. Βάνης: Ας έλθουμε στους νεότερους, τον φίλο μου Ζ. Μελά, Β. Καρρά, Π. Τερζή, τα δικά μας παιδιά.

Γιαννίκος: Αυτά είναι δικά μας παιδιά. Ο Μελάς ήταν απλός, πολύ έξυπνος, με μια φωνάρα κάτσε καλά, πιο ντερβίσης απ΄ αυτόν δεν υπάρχει, τώρα τελευταία όμως χάλασε.

Ν. Βάνης: Ο Β. Καρράς και ο Ζ. Μελάς κύριε Γιαννίκο έμειναν άνθρωποι, συμμετέχουν σε όλους τους φιλανθρωπικούς σκοπούς, βοηθούν ανθρώπους που έχουν ανάγκη, αυτό δεν το κάνουν όλοι οι καλλιτέχνες.

Γιαννίκος: Ο Β. Καρράς είναι πολύ καλό παιδί.

Ν. Βάνης: Πως βλέπετε κύριε Γιαννίκο τον Αντωνάκη Ρέμο;;

Γιαννίκος: Ο Αντώνης έκανε μεγάλο αγώνα, για να φτάσει εδώ που είναι σήμερα, αλλά τώρα τελευταία έκανε πολλά λάθη. Τον έφερε σε μένα έναν χειμώνα ο Στέλιος Φωτιάδης. Εκείνη την εποχή ο Αχιλλέας Θεοφίλου παραγωγός της ΜΙΝΟΣ μαζί με ανθρώπους της εταιρείας ήλθαν για να πάρουν τον Β. Καρρά. Τελικά κατέληξαν και πήραν τον Β. Καρρά στην εταιρεία. Τότε τους είπα ότι υπάρχουν ο Π. Τερζής και ο Ζ. Μελάς, οι οποίοι πήραν και αυτοί τον δρόμο τους.

Τον Α. Ρέμο τον βοήθησα πάρα πολύ. Του έδειξα πως μπορεί να τραγουδά για να γίνει καλύτερος, αλλά επάνω στη δουλειά είναι τσακάλι. Όταν δούλευε στο μαγαζί, κάθε βράδυ έφερνε και από μια παρέα. Αυτό σημαίνει ότι ο άνθρωπος ήθελα να κάνει καριέρα. Εγώ αυτό το εκτίμησα πάρα πολύ.

Ν. Βάνης: Κύριε Γιαννίκο να πούμε για την Δήμητρα Γαλάνη, και την Σωτηρία Μπέλλου. Γιαννίκος: Η Δήμητρα είναι από τα καλύτερα κορίτσια, μαγκάκι σωστό. Όλη την ημέρα έλεγε ανέκδοτα, ξεκαρδιζόσουν μαζί της.

Με την Σωτηρία Μπέλλου ήμασταν φιλαράκια. Όποτε πήγαινα στην Αθήνα, έμεινα στο ξενοδοχείο “Παρκ”, η Σωτηρία ερχόταν με ξυπνούσε για πάμε για μπαρμπούτι. Όταν πήγαινα εγώ μαζί της πάντοτε κέρδιζε, ενώ όταν ήταν μόνη της πάντα έχανε. Της έμαθα, της εξήγησα το βιβλίο του μπαρμπουτιού, αλλά αυτή δεν καταλάβαινε, έκανε πάλι τα δικά της. Ο τζόγος Νίκο είναι όπως το αλκοολίκι.

Ν. Βάνης: Να πούμε λίγα λόγια για τον Γ. Βελλίδη, τον μεγάλο αυτό εκδότη, ο οποίος ήταν σκληρός στην δουλειά του, αλλά γλεντζές.

Γιαννίκος: Θα σου πω κάτι, μ΄ αυτόν τον άνθρωποι επί πέντε χρόνια βγαίναμε μαζί έξω, παίρναμε μαζί μας και τον Φωτιάδη τον δημοσιογράφο. Μια φορά κάτι χρειάστηκα και με εξυπηρέτησε. Όταν είχα τη μπουάτ στην έκθεση που τραγουδούσε ο Γ. Νταλάρας, είχε έλθει η αστυνομία και μας έκλεισε. Έτρεξα λοιπόν στον διοικητή της εκθέσεως, μεσολάβησε ο Βελλίδης και απαλλάχθηκα, σύμφωνα πάντα με τον νόμο. Για κάτι άλλο που του είπα, μου απάντησε “μην μου μιλάς, εγώ δεν παίρνω κανέναν”. Δεν έπαιρνε άνθρωπο στην ζωή του, εάν δηλαδή έπαιρνε κάποιο Υπουργό, αμέσως θα τον εξυπηρετούσε, δεν το έκανε όμως ποτέ. Ήταν πολύ μάγκας.

Ν. Βάνης: Ας έλθουμε τώρα κύριε Γιαννίκο στον Στέλιο Καζαντζίδη, αυτόν τον μεγάλο καλλιτέχνη της Ελλάδος, και φίλο σας.

Γιαννίκος: Είπα κάποτε σε μια παρέα καλλιτεχνών, μεταξύ αυτών ήταν ο Σ. Διονυσίου, ο Μ. Αγγελόπουλος, δηλαδή όλη η Εθνική της Ελλάδος που λέμε, “ρε μάγκες εάν κάναμε πόλεμο με την Τουρκία, και μας έλεγαν, δεν θα πολεμήσετε με όπλα, τανκς αεροπλάνα, αλλά να μας φέρετε τον καλύτερο τραγουδιστή, για να πολεμήσουμε με τι φωνές. Εμείς ποιον θα στέλναμε;;” Τότε όλοι με μια φωνή μου είπαν να στείλουμε τον Σ. Καζαντζίδη. Αυτό τα λέει όλα. Ο Σ. Καζαντζίδης ήταν η φωνάρα της Ελλάδος, τώρα είχε και κουσούρια,  εγώ δεν τα ξέρω, αλλά ήταν καλό παιδί. Πρώτον δεν είχε κάνει ζημιά σε κανέναν συνάδελφο του. Μίλαγε με παροιμίες. Το κέντρο που άνοιξα στην Αθήνα, αυτός με παρότρυνε και το πήρα.

Ν. Βάνης: Κύριε Γιαννίκο υπήρχαν και οι λεγόμενοι μάγκες, τους σημερινούς μπράβους, τότε νταήδες. Σήμερα αυτοί οι άνθρωποι καθαρίζουν με όπλα, ενώ τότε με τα χέρια.

Γιαννίκος: Τέτοιοι νταήδες που χρησιμοποιούσαν τα χέρια τότε, σήμερα δεν υπάρχου. Βλέπεις έναν τζούφιο εντελώς, να βγάζει το όπλο και να πυροβολεί. Τους έχω γνωρίσει όλους. Οι παλαιοί νταήδες ήταν ντερβίσια, σού έδιναν το λόγο τους. Εγώ ήμουν ένα παιδάκι που δεν έβαλε ποτέ στο μαγαζί μου ποτέ μπράβους, και το ξέρουν όλοι στην Βόρεια Ελλάδα. Ότι μανούρα γινόταν την αντιμετώπισα χωρίς να κουβαλώ επάνω μου τίποτα, το μόνο που είχα ήταν ψυχή.

Ν. Βάνης: Κύριε Γιαννίκο από τα μαγαζιά σας πέρασαν όλοι οι πολιτικοί μας.

Γιαννίκος: Ναι, όλοι περνούσαν, ο Κ. Καραμανλής, ο Α. Παπανδρέου, όλοι γενικώς. Εγώ ήμουν κολλητός με τον μεγάλο αδελφό του Κωνσταντίνου Καραμανλή. Ν. Βάνης: Όχι με τον Αλέκο, αλλά με τον Γραμμένο;; Γιαννίκος: Και με τον Αλέκο ήμουν φίλος, κάθε μέρα ερχόταν στο μαγαζί τα πίναμε, ήταν κύριος ο Αλέκος. Ο Γραμμένος ήταν αλητάκι, τα πίναμε και καμιά φορά ξεφεύγαμε. Μια μέρα πυροβολήσαμε μέσα στο μαγαζί “Ξημερώματα” το καλοκαιρινό, μας πήγαν στο 10ο τμήμα, το συμβάν αυτό το έμαθαν ακόμα και στο Παρίσι, για μια εβδομάδα το συζητούσαν. Με τον Γραμμένο Καραμανλή μας κυνήγησε η χούντα, καθώς και τον Χρηστάκη από τις Σέρρες, που ήμασταν φίλοι.

Ν. Βάνης: Κύριε Γιαννίκο γράψατε ένα βιβλίο, το μοναδικό για την διασκέδαση. Να είστε σίγουρος ότι θα γνωρίσει μεγάλη επιτυχία. Στην δίωρη αυτή συνέντευξη, μας άκουσε πάνω από 3,800 άτομα απ΄ όλον τον κόσμο. Πιστεύω ότι δεν κουράσαμε κανέναν. Σας ευχαριστώ που μου κάνετε την τιμή να είστε σήμερα μαζί μας. Σας εύχομαι καλή επιτυχία στο βιβλίο σας, που σίγουρα θα την έχει, άλλωστε το πήραν όλες οι εφημερίδες, όλος ο τύπος σας αγκάλιασε.

Γιαννίκος: Και εγώ σ΄ ευχαριστώ Νίκο, να καληνυχτίσουμε και όλους τους ακροατές, απ΄ όπου κι αν μας άκουσαν.

Ν. Βάνης: Να πούμε ότι την Τρίτη στις 18:00 το απόγευμα γίνεται η παρουσίαση του βιβλίου στον Ιανό. Να πληροφορήσουμε επίσης τον κόσμο ότι όποιος θέλει να το αγοράζει κοστίζει 22 Ευρώ

Γιαννίκος: Εμείς Νίκο θα τα ξαναπούμε σύντομα.

Η απόλυτη τηλεφημερίδα elliniko-fenomeno.gr, η εφημερίδα Fenomeno News που διανέμεται δωρεάν σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη θα συνεχίσουν τα καλλιτεχνικά ρεπορτάζ, καθώς και ο δημοσιογράφος

Νίκος Βάνης Εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΩΡΑ θα σας ενημερώσει γαι τα καλλιτεχνικά δρώμενα από το μικρόφωνο του ραδιοφώνου elliniko fenomeno.com 

 

 

.