Προσβολή της προσωπικότητας. Η απαγόρευση εισόδου σε δημόσιο κατάστημα (καφέ-μπαρ)Κέντρα Διασκέδασης Face control απόφαση ΑΡΜ 2006/1402)

18 Απριλίου 2019

Προσβολή της προσωπικότητας. Η απαγόρευση εισόδου σε δημόσιο κατάστημα (καφέ-μπαρ)Κέντρα Διασκέδασης
Face control απόφαση ΑΡΜ 2006/1402)

χωρίς εύλογη αιτία, εφόσον δεν πραγματοποιείται κάποια ιδιωτική εκδήλωση και δεν δικαιολογείται από λόγους ασφαλείας, αποτελεί μειωτική διάκριση. Πρόκειται για αδικοπραξία που προσβάλλει παράνομα την προσωπικότητα και παρέχει στον προσβληθέντα αξίωση χρηματικής ικανοποίησης της ηθικής βλάβης. Με παρατηρήσεις Σταμάτη Ι. Κουμάνη, δικηγόρου, στον ΑΡΜΕΝΟΠΟΥΛΟ.

Η περίληψη αυτή ελήφθη από το περιοδικό ΑΡΜΕΝΟΠΟΥΛΟΣ εκδόσεως του ΔΣ Θεσσαλονίκης.
ΜονΠρΘεσ 23238/2006
Δικαστής: Κυριακούλα Σαραντούδα. Δικηγόροι: Δ. Αλβανός – Π. Τσελεπίδης.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 57 ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητα του, έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 59 ΑΚ, στις περιπτώσεις των δύο προηγούμενων άρθρων (άρα και του άρθρου 57), το δικαστήριο με απόφαση του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επιπλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί.

Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα ή σε ο,τιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις. Με τις παραπάνω διατάξεις προστατεύεται το δικαίωμα της προσωπικότητας, το οποίο αποτελεί πλέγμα αγαθών που συνθέτουν την υπόσταση του προσώπου, με το οποίο είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένο. Τέτοιο προστατευόμενο αγαθό είναι μεταξύ άλλων και η τιμή κάθε ανθρώπου, η οποία αντικατοπτρίζεται στην αντίληψη και την εκτίμηση που έχουν οι άλλοι γι` αυτόν.

Προϋποθέσεις για την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων των άρθρων 57 και 59 ΑΚ είναι α`) προσβολή του δικαιώματος της προσωπικότητας, β`) η προσβολή να είναι παράνομη, όπως είναι η προσβολή που γίνεται χωρίς δικαίωμα ή κατ` ενάσκηση δικαιώματος, το οποίο όμως είναι από άποψη έννομης τάξης είτε μικρότερης σπουδαιότητας, είτε ασκείται υπό περιστάσεις που καθιστούν την άσκηση του καταχρηστική σύμφωνα με το άρθρο 281 ΑΚ ή το άρθρο 25 παρ. 3 του Συντάγματος.

Για την επιδίκαση όμως χρηματικής ικανοποίησης απαιτείται και πταίσμα εκείνου από τον οποίο προέρχεται η προσβολή, η προσβολή δε πρέπει να είναι σημαντική (ΕφΑΘ 6720/2000 ΕλλΔνη 2002.1495, ΕφΑΘ 1688/1998 ΕλλΔνη 1998.667, βλ. ΑΚ Γεωργιάδη -Σταθόπουλου, αρθρ. 57 αρ. 8).

Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 62, 64 παρ. 2 εδ. α` και 1047 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η αγωγή για απαγγελία προσωπικής κράτησης του εκπροσώπου νομικού προσώπου ως μέσου αναγκαστικής εκτέλεσης, είτε ασκείται αυτοτελώς, είτε σωρεύεται στο δικόγραφο της αγωγής για επιδίκαση της απαιτήσεως, πρέπει να απευθύνεται ατομικώς κατά του εκπροσώπου αυτού, ο οποίος είναι στην περίπτωση αυτή υποκείμενο της δίκης για την προσωπική κράτηση, αλλιώς η αγωγή είναι αόριστη και για το λόγο αυτόν απορριπτέα. (ΑΠ 23/2004 ΕλλΔνη 45.750, ΑΠ 1618/1998 ΕλλΔνη 42.115, με σχόλια Ι.Ν. Κατρά).

Στην προκείμενη περίπτωση ο ενάγων, με την υπό κρίση αγωγή του, εκθέτει ότι η εναγόμενη εταιρία, η οποία διατηρεί κατάστημα εστιατορίου – καφέ μπαρ στην παραλία της θεσσαλονίκης, διά προστηθέντος υπαλλήλου της απαγόρευε σ` αυτόν την είσοδο στο ανωτέρω κατάστημα της, προσβάλλοντας κατ` αυτόν τον τρόπο την προσωπικότητα του. Ότι συνεπεία της παραπάνω παράνομης και υπαιτίας συμπεριφοράς της εναγομένης υπέστη ηθική βλάβη.

Με βάση αυτό το ιστορικό ζητά να υποχρεωθεί η ενάγουσα, με απόφαση προσωρινά εκτελεστή ως προς την καταψηφιστική της διάταξη και διά προσωπικής κράτησης του διαχειριστή της λόγω της αδικοπραξίας, να του καταβάλει ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 50.000 ευρώ και να υποχρεωθεί να παραλείπει στο μέλλον παρόμοιες ενέργειες με απειλή χρηματικής ποινής 1.000 ευρώ για κάθε παράβαση.
Με αυτό το περιεχόμενο και τα αιτήματα η ένδικη αγωγή αρμοδίως φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, το οποίο είναι καθ` ύλη και κατά τόπον αρμόδιο (αρθρ. 14 παρ. 2, 25 παρ. 2 ΚΠολΔ) κατά την τακτική διαδικασία.

Είναι κατ` αρχήν ορισμένη, εκτός από το αίτημα περί προσωπικής κράτησης του διαχειριστή της εναγομένης, το οποίο πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο, διότι η αγωγή, σύμφωνα και με όσα εκτίθενται ανωτέρω, δεν στρέφεται και κατ` αυτού ονομαστικώς.

Πρέπει, επίσης, να απορριφθεί ως αόριστο και το παρεπόμενο αίτημα να υποχρεωθεί η εναγομένη να παραλείπει στο μέλλον παρόμοιες ενέργειες, διότι δεν εκτίθεται ειδικά και συγκεκριμένα η παραλειπτέα πράξη, ώστε να εξειδικευτεί αυτή στο διατακτικό. Ως προς το μέρος της που κρίθηκε ορισμένη, είναι νόμιμη και στηρίζεται στις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 922, 932, 299, 346 ΑΚ, 907, 908 παρ. 1 στ. δ ` ΚΠολΔ.

Πρέπει, επομένως, η αγωγή να εξετασθεί ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, αφού για το παραδεκτό της συζήτησης της έχει καταβληθεί το απαιτούμενο για το αντικείμενο της τέλος δικαστικού ενσήμου με τις νόμιμες προσαυξήσεις (βλ. υπ` αριθμ. … / 13.2.2006 διπλότυπο είσπραξης ΔΟΥ και …/13.2.2006 γραμμάτιο είσπραξης ΕΤΕ).

Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων, που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του δικαστηρίου αυτού και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την απόφαση αυτή πρακτικά και των εγγράφων που οι διάδικοι νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται, αποδείχτηκαν τα εξής πραγματικά περιστατικά:

Η εναγόμενη εταιρία έχει ως αντικείμενο την εκμετάλλευση επιχείρησης καφετέριας -μπαρ στην παραλιακή λεωφόρο της θεσσαλονίκης και ειδικότερα επί της ….. , το οποίο λειτουργεί από τις πρωινές ώρες μέχρι λίγο μετά τα μεσάνυχτα. Την 8η Σεπτεμβρίου 2003 και περί το μεσονύκτιο, ο ενάγων μαζί με έναν φίλο του, ο οποίος εξετάστηκε ως μάρτυρας στο ακροατήριο, επιχείρησαν να επισκεφτούν το ανωτέρω κατάστημα της εναγομένης για την νυκτερινή τους διασκέδαση, πλην όμως κάποιος από τους υπαλλήλους της εναγομένης, ο οποίος βρισκόταν στην είσοδο του καταστήματος και είχε προστηθεί από την τελευταία προς τούτο, απαγόρευσε ο` αυτούς την είσοδο στο κατάστημα, χωρίς εύλογη αιτία.

Ειδικότερα, δεν αποδείχθηκε ότι το κατάστημα ήταν πλήρες και για λόγους ασφαλείας δεν επιτρεπόταν η είσοδος και άλλων ατόμων σ` αυτό, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εναγομένη, διότι κατά την παραμονή του ενάγοντος και του ανωτέρω μάρτυρος στην είσοδο του καταστήματος, επετράπη από τον ίδιο υπάλληλο σε άλλους πελάτες να εισέλθουν στο κατάστημα.

Επομένως, η απαγόρευση προς τον ενάγοντα να εισέλθει στο ανωτέρω δημόσιο κατάστημα, όπου εκείνη την ημέρα δεν γινόταν κάποια ιδιωτική εκδήλωση, αποτελεί μειωτική σε βάρος του διάκριση. Συνεπώς η πράξη αυτή της εναγομένης συνιστά αδικοπραξία (άρθρα 914 ΑΚ), προσβάλλει παράνομα την προσωπικότητα του ενάγοντος και παρέχει σ` αυτόν αξίωση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη (άρθρα 57-59 ΑΚ).

Για την αποκατάσταση δε αυτής προσήκει, ενόψει του είδους, της βαρύτητας, του τρόπου της προσβολής, ως και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων μέτρων, η καταβολή χρηματικής ικανοποίησης ποσού 1.000 ευρώ. Κατ` ακολουθία των ανωτέρω πρέπει η αγωγή να γίνει μερικώς δεκτή και ως βάσιμη στην ουσία της και να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ανωτέρω ποσό, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση.

Περαιτέρω, το δικαστήριο κρίνει ότι το αίτημα περί κηρύξεως της απόφασης προσωρινά εκτελεστής πρέπει να απορριφθεί, διότι δεν συντρέχουν εξαιρετικοί λόγοι γι` αυτό, ούτε η επιβράδυνση της εκτέλεσης θα επιφέρει σημαντική ζημία στον ενάγοντα. Η εναγομένη πρέπει να καταδικαστεί σε μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας του τελευταίου (176, 178 § 1 και 191 § 1 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

Η περίληψη αυτή ελήφθη από το περιοδικό ΑΡΜΕΝΟΠΟΥΛΟΣ εκδόσεως του ΔΣ Θεσσαλονίκης.
ΜονΠρΘεσ 23238/2006
Δικαστής: Κυριακούλα Σαραντούδα. Δικηγόροι: Δ. Αλβανός – Π. Τσελεπίδης.

.