Η Κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη το «κοινωνικό μέρισμα»το έδωσε στις επιχείρησης

26 Δεκεμβρίου 2019

Δόθηκε στις επιχειρήσεις το «κοινωνικό μέρισμα», καθώς παραμονή των Χριστουγέννων, η ΑΑΔΕ προχώρησε στην… προκαταβολική μείωση της προκαταβολής του φόρου των εταιρειών.

Το ποσό ανέρχεται σε 138 εκατ. ευρώ, το οποίο αφαιρέθηκε από το κονδύλι του κοινωνικού μερίσματος, το οποίο διατίθεται σε ευπαθείς κοινωνικές ομάδες και γενικά σε δικαιούχους με χαμηλά εισοδήματα.

Πρόκειται για μία κίνηση η οποία ενισχύει τη ρευστότητα των επιχειρήσεων, αλλά το συγκεκριμένο ποσό προέρχεται από το υπερπλεόνασμα του προϋπολογισμού, το οποίο θα μπορούσε να διατεθεί για τη χορήγηση κοινωνικού μερίσματος σε ευρύτερες ομάδες του πληθυσμού και να μην περιοριστεί μόνο, σε λιγότερους από 300.000 δικαιούχους.

Πέρυσι, το κοινωικό μέρισμα χορηγήθηκε σε 1.659.452 δικαιούχους και φέτος είναι σχεδόν 1.350.000 λιγότεροι οι δικαιούχοι.

Για το «κανονικό» μέρισμα το ποσό που εξαγγέλθηκε ότι θα δοθεί ανήλθε σε 215 εκατ. ευρώ, ενώ το «μέρισμα» των επιχειρήσεων κοστίζει 138 εκατ. ευρώ.

Ειδικότερα την Τρίτη, 24 Δεκεμβρίου πραγματοποιήθηκε η εκκαθάριση/ μείωση της προκαταβολής φόρου εισοδήματος φορολογικού έτους 2018.

Δηλαδή, φέτος οι επιχειρήσεις πλήρωσαν προκαταβολή φόρου εισοδήματος για τη χρήση 2019, με βάση τον συντελεστή 29%, επί των κερδών που πέτυχαν στη χρήση 2018.

Επειδή όμως ο συντελεστής φόρου μειώθηκε για τη χρήση 2019, στο 24%, η διαφορά των 5 μονάδων, αντί να συμψηφιστεί το 2020, με την εκκαθάριση των φορολογικών δηλώσεων αποφασίστηκε να επιστραφεί φέτος, από το υπερπλεόνασμα.

Έτσι, το κόστος του μέτρου ανέρχεται σε 138 εκατ. ευρώ, το οποίο αφαιρείται από το υπερπλεόνασμα το οποίο θα διατίθετο για κοινωνικές δράσεις. Με τον τρόπο αυτό, το υπουργείο Οικονομικών, μεταφέρει στον προϋπολογισμό του 2019, ένα μέρος από το δημοσιονομικό βάρος της μείωσης του φόρου των επιχειρήσεων, που θα επιβάρυνε τον προϋπολογισμό του 2020. Διευκολύνεται έτσι η επίτευξη του στόχου για το πλεόνασμα του 2020.

Στην ίδια λογική κινήθηκε και η καταβολή εντός του 2019 του επιδόματος του πετρελαίου θέρμανσης, (68 εκατ. ευρώ) ποσό το οποίο θα βάρυνε, κανονικά, τον προϋπολογισμό του 2020.

Ποιες επιχειρήσεις λαμβάνουν επιστροφή φόρου

Για τη διαδικασία επιστροφής ή συμψηφισμού του φόρου στις επιχειρήσεις δόθηκαν οι ακόλουθες οδηγίες από την ΑΑΔΕ.

«Με τις διατάξεις του άρθρου 26 του ν.4646/2019 προστίθεται νέο εδάφιο στην παρ.1 του άρθρου 71 του ν.4172/2013, με το οποίο ορίζεται ότι με βάση τη δήλωση που υποβάλλει το νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα και τους λοιπούς τίτλους βεβαίωσης που προβλέπονται στον Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας αποκλειστικά και μόνο για το φορολογικό έτος 2018, βεβαιώνεται ποσό ίσο με το ενενήντα πέντε τοις εκατό (95%) του φόρου που προκύπτει από επιχειρηματική δραστηριότητα για τον φόρο που αναλογεί στο εισόδημα του έτους αυτού.

Προκειμένου να εφαρμοστούν οι ως άνω διατάξεις, θα πραγματοποιηθεί νέα εκκαθάριση μέχρι το τέλος του τρέχοντος έτους από τη Διεύθυνση Ανάπτυξης Φορολογικών Εφαρμογών της Γενικής Διεύθυνσης Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, η οποία θα γίνει για λογαριασμό της κάθε Δ.Ο.Υ, ώστε να μειωθεί το ποσό της βεβαιωθείσας προκαταβολής στο 95% του ποσού του κύριου φόρου, χωρίς να απαιτείται η υποβολή τροποποιητικής δήλωσης από τον φορολογούμενο.

Βάση υπολογισμού θα αποτελέσει η υποβληθείσα δήλωση φορολογίας εισοδήματος 2018 (αρχική ή τροποποιητική) που υποβλήθηκε εμπρόθεσμα ή εκπρόθεσμα και για την οποία έχει βεβαιωθεί προκαταβολή φόρου, με βάση τις διατάξεις της παρ.1 του άρθρου 71 του ν.4172/2013. Όπως προκύπτει από την αιτιολογική έκθεση, επιχειρήσεις που έκαναν χρήση της μειωμένης προκαταβολής (50%) με βάση τις διατάξεις της παρ.3 του άρθρου 71 για το φορολογικό έτος 2018, δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των νέων διατάξεων.

Επισημαίνεται ότι στις περιπτώσεις που μέσα στο έτος 2019 έχει ήδη λάβει χώρα συμψηφισμός της προκαταβολής φόρου η οποία βεβαιώθηκε με τη δήλωση φορολογίας εισοδήματος φορολογικού έτους 2018, ήτοι στις περιπτώσεις εταιρειών που τέθηκαν σε εκκαθάριση μέσα στο έτος 2019, η βεβαιωθείσα προκαταβολή φόρου δεν θα μειωθεί και ως εκ τούτου, δεν θα πραγματοποιηθεί νέα εκκαθάριση αυτής. Για παράδειγμα, ανώνυμη εταιρεία που τέθηκε σε εκκαθάριση την 1.3.2019, με τη δήλωση που υπέβαλε για το διάστημα 1.1.2019 – 28.2.2019, συμψήφισε την προκαταβολή που είχε βεβαιωθεί με τη δήλωση φορολογίας εισοδήματος φορολογικού έτους 2018 (100%) και ως εκ τούτου, δεν θα λάβει χώρα νέα εκκαθάριση για τη δήλωση του φορολογικού έτους 2018.

Αντίθετα, στις περιπτώσεις νομικών προσώπων και νομικών οντοτήτων που το φορολογικό έτος 2018 τέθηκαν σε εκκαθάριση και για τον λόγο αυτό υπέβαλαν δύο δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος για το έτος αυτό (μία για το διάστημα πριν από την έναρξη της εκκαθάρισης και μία πρώτη προσωρινή δήλωση εκκαθάρισης), οι σχετικές διατάξεις θα εφαρμοστούν μόνο για την προκαταβολή που βεβαιώθηκε με τη δεύτερη δήλωση φορολογίας εισοδήματος (προσωρινή δήλωση εκκαθάρισης), καθόσον η προκαταβολή που βεβαιώθηκε με την πρώτη δήλωση (για το διάστημα πριν από την έναρξη της εκκαθάρισης) έχει ήδη συμψηφισθεί.

Για παράδειγμα, ανώνυμη εταιρεία με φορολογικό έτος που έληξε στις 31.12.2017 και η οποία τέθηκε σε εκκαθάριση στις 15.3.2018, υπέβαλε δύο δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος για το φορολογικό έτος 2018, μία για το διάστημα πριν από την έναρξη της εκκαθάρισης (ήτοι από 1.1.2018 έως 14.3.2018) με την οποία βεβαιώθηκε προκαταβολή φόρου με συντελεστή 100% και μία δεύτερη (πρώτη προσωρινή δήλωση φορολογίας εισοδήματος) για το διάστημα 15.3.2018 – 14.3.2019, στην οποία επίσης βεβαιώθηκε προκαταβολή φόρου με συντελεστή 100%.

Στην περίπτωση αυτή θα διενεργηθεί νέα εκκαθάριση μόνο για την προκαταβολή που βεβαιώθηκε με την πρώτη προσωρινή δήλωση, καθόσον η προκαταβολή που είχε βεβαιωθεί με τη δήλωση προ της έναρξης της εκκαθάρισης έχει ήδη συμψηφισθεί. Αν η συγκεκριμένη εταιρεία δεν έχει υποβάλει ακόμη την πρώτη προσωρινή δήλωση φορολογίας εισοδήματος μέσα στις προθεσμίες που ορίζουν οι διατάξεις της παρ.2 του άρθρου 68 του ν.4172/2013, η προκαταβολή που βεβαιώθηκε για το διάστημα πριν από την έναρξη της εκκαθάρισης θα συμψηφιστεί με τη δήλωση αυτή, χωρίς να απαιτείται νέα επανεκκαθάριση της δήλωσης που υποβλήθηκε προ της έναρξης της εκκαθάρισης».

.