Γερμανός Καραβαγγέλης Ο αντάρτης Μητροπολίτης που πάντα είχε στην μέση το όπλο του και το μαχαίρι και το σταυρό του χριστού

29 Ιανουαρίου 2020

Αναλυτική έρευνα ιστορική Ο δημοσιογράφος Νίκος Βάνης για Ρεπορτάζ

Γερμανός Καραβαγγέλης Ο αντάρτης Μητροπολίτης που πάντα είχε στην μέση το όπλο του και το μαχαίρι και το σταυρό του χριστού

Ο Αγώνας, όμως, συνεχίζεται. Ο Πολεμιστής-Ιεράρχης καβάλα στ’ άλογό του, με το Μάνλιχερ στο χέρι, οργώνει τα χωριά, εμψυχώνει τους Έλληνες. Ντυμένος αστυνομικός διασχίζει τα βουλγαρικά χωριά, αποφεύγει τις δολοφονικές ενέδρες των εχθρών του, αλλάζοντας δρομολόγια και ξεγελώντας τους

Ανοίγει εκκλησιές που είχαν κλείσει οι κομιτατζήδες, σπάζοντας τις πόρτες, μπαίνει μέσα με το Ρεβόλβερ στο χέρι και λειτουργεί με το Μάνλιχερ «παρά πόδα».

«Έτσι επεβλήθηκα», θα πει, αυτός ο Παπαφλέσσας της Λέσβου.

ο Γερμανός, πηγαίνοντας στην έδρα του. Δεν καθυστερεί, λοιπόν, ούτε στιγμή. Δίνει την ψυχή του και γίνεται η ψυχή του Μακεδονικού Αγώνα. Ήταν ο εμπνευστής και ο οργανωτής του. Χρησιμοποιεί το ψευδώνυμο «Κώστας Γεωργίου» και αναπτύσσει μία πρωτοφανή δραστηριότητα, συνεπικουρούμενος από τον Ίωνα Δραγούμη και τον πρόξενό μας στην Θεσσαλονίκη, Λάμπρο Κορομηλά.

Δημιουργεί τα πρώτα ανταρτικά σώματα αυτοάμυνας με αρχηγούς τον Βαγγέλη Στρεμπενιώτη και τον καπετάν-Κώττα. Πετυχαίνει την εξάρθρωση των ληστοσυμμοριών της περιοχής. Βρίσκεται σε διαρκή επικοινωνία με τα προξενεία μας, τους μητροπολίτες, τους ντόπιους οπλαρχηγούς, τους Έλληνες αξιωματικούς, τις κοινότητες, τους ιερείς, τους δασκάλους, τον λαό.

Αλληλογραφεί με τον Παύλο Μελά. Κι όταν αυτός ανεβαίνει στην Μακεδονία, του στέλνει μία εικόνα της Αναστάσεως του Κυρίου, που πάνω της είχε χαράξει τα εξής: «Τω πολυφιλήτω και φιλοστόργω τέκνω. Έντεινε και κατευοδού και βασίλευε και κατακυρίευε εν μέσω των εχθρών σου». Επίσης, του στέλνει την σφραγίδα με το όνομα που θα χρησιμοποιούσε στον Αγώνα: «Μίκης Ζέζας».

Μετά δε τον τραγικό θάνατο του ήρωα, ο ίδιος τον κηδεύει, και όπως αναφέρει: «Μετέφερα απ τόν Μητροπολιτικό Ναό εις το παρακείμενον περίβολον του Βυζαντινού Ναού των Ταξιαρχών το σεπτό σκήνος του, το κατέβρεξα με πύρινα δάκρυα και απελθών έπεσα επί της στρωμνής μου όπως θρηνήσω τον αοίδιμον Ήρωα».

Αυτός ήταν ο Γερμανός: «Ένας λεβέντης που έμοιαζε με Θεό», όπως θα τον χαρακτηρίσει ένας πληρωμένος, παρ’ ολίγον φονιάς του, που όμως -εντυπωσιασμένος από το παράστημα του Δεσπότη- δεν εξετέλεσε το δολοφονικό του έργο.

 

Μια επανάσταση υπεράσπισης της ανθρώπινης ζωής και αξιοπρέπειας, εφάμιλλη με την επανάσταση του 1821 γεννήθηκε και ξαπλώθηκε σ’ όλη την επικράτεια του Πόντου.

Περισσότεροι από 20000 χιλιάδες αντάρτες κρατούσαν ελεύθερα τα βουνά της Σαμψούντας, της Κερασούντας και της Πάφρας και ήταν έτοιμοι να ιδρύσουν την ελεύθερη δημοκρατία του Πόντου, αν πετύχαινε το ποντιακό κίνημα.

Κέντρο αυτού του αγώνα ήταν η μητρόπολη της Σαμψούντας και ιθύνοννους ο ηρωικός μητροπολίτης της, ο μακεδονομάχος της Καστοριάς, Γερμανός Καραβαγγέλης.

Το ποντιακό αντάρτικο και το εθνικό απελευθερωτικό κίνημα των Ποντίων για ανεξαρτησία του Πόντου και ένωσή του με τη μητέρα Ελλάδα είναι από τα πιο ηρωικά και ένδοξα κομμάτια της ελληνικής ιστορίας.

Οι δεκάχρονοι αγώνες του ποντιακού ελληνισμού είναι ποτισμένοι με σελίδες απαράμιλλου ηρωισμού και αυτοθυσίας.
Αποτελεί μοναδικό φαινόμενο ενός επαναστατημένου λαού να αγωνίζεται για δέκα ολόκληρα χρόνια στην καρδιά μιας στρατιωτικής αυτοκρατορίας χωρίς οικονομική και στρατιωτική στήριξη. Το ποντιακό αντάρτικο είχε σύμμαχο την ανθρώπινη παλικαριά και αυταπάρνηση.

Η παράλια περιοχή από την Πάφρα μέχρι την Κερασούντα και από την Σαμψούντα μέχρι την Σεβάστεια είχε αναδείξει αυτό, που με δύο λέξεις αποκαλούμε ποντιακό αντάρτικο.

Οι λόγοι για τους οποίους οι αντάρτες έβγαιναν στα βουνάήταν για να υπερασπιστούν την οικογένεια και την αξιοπρέπειά τους ,γιατί μετά το 1914 οι Τούρκοι βιαιοπραγούσαν απέναντι στις οικογένειες των φυγόστρατων και ο μόνος τρόπος άμυνας στην τουρκική αυθαιρεσία ήταν τα αντίποινα, που τρόμαζαν τους Τούρκους θύτες και τους ανάγκαζαν να τους σέβονται.

Ο αντάρτης, “επίσκοπος των εμπεριστάτων” Γερμανός Καραβαγγέλης θα ξεδιπλώσει και στον Πόντο τα εκρηκτικά,δημιουργικά,
πολιτικά και διπλωματικά του χαρίσματα

Ο επίσκοπος Γερμανός δεν θα διστάσει μετά τη Μακεδονία να δημιουργήσει και στον Πόντο ένοπλα ανταρτικά σώματα ασφαλείας, ως αντίπαλο δέος σε εκείνους που εξευτέλιζαν οδυνηρά, βίαια και εγκληματικά την ανθρώπινη ζωή και υπόσταση με σκοπό την πλήρη εθνοκάθαρση των χριστιανικών πληθυσμών από την περιοχή.

Η εθνική ταπείνωση και ο εξευτελισμός που ακολούθησε δεν πρέπει να κρύβει από τη θέα μας την άδικη θυσία και γενοκτονία των μαρτύρων του Πόντου και το πόσο πόνο, θλίψη, δάκρυα, απόγνωση, μαρτύρια, αίμα και θάνατο περιέχει η επέτειος της 19ης Μαΐου.

Ως μητροπολίτης στην Βιέννη, τον «τόπο της εξορίας»

Αλλά το 1924, δηλαδή ένα μόλις χρόνο μετά την άφιξή του στα Γιάννενα, το Οικουμενικό Πατριαρχείο του κοινοποιεί ως «κεραυνό εν αιθρία» την μετάθεσή του στην νεοϊδρυθείσα Μητρόπολη Ουγγαρίας και Εξαρχία Κεντρώας Ευρώπης και έπειτα από λίγους μήνες τον εκλέγει μητροπολίτη Αμασείας και τον τοποθετεί έξαρχο στην Μητρόπολη Κεντρώας Ευρώπης, με έδρα τη Βιέννη, τον «τόπο της εξορίας» του, όπως έλεγε. Κάποιοι θεωρούν πως έτσι υποτιμούν και παροπλίζουν τον ηρωικό αλλά μάλλον ενοχλητικό γι’ αυτούς ιεράρχη. Του περικόπτουν επίσης στο μισό τον μισθό και τον αφήνουν απλήρωτο επί μήνες. «Αυτή ήταν η αμοιβή των θυσιών και των εθνικών αγώνων ενός κληρικού που υπηρέτησε με αυταπάρνηση την Ελλάδα για 40 ολόκληρα χρόνια».

Εξόριστος από την πατρίδα του και με «περίλυπη έως θανάτου την ψυχή», τελειώνει ειρηνικά την επίγεια ζωή του στις 11 Φεβρουαρίου 1935 . Πρόφτασε όμως και είδε να πραγματοποιείται το όνειρό του για την απελευθέρωση της Μακεδονίας, για το οποίο τόσο σκληρά εργάστηκε.

Το Ελληνικό Κράτος αρνήθηκε ακόμη και τα έξοδα της κηδείας του να πληρώσει. Η δε μετακομιδή των λειψάνων του, από την Βιέννη στην Καστοριά, μόλις το 1959 κατέστη δυνατή.

Στην διαθήκη του, ο ξεχασμένος Ήρωας-Επίσκοπος γράφει: «Δεν χρεωστώ εις ουδένα ούτε οβολόν. Εις το έθνος προσέφερα ο,τι ήτο δυνατόν, ως Ιεράρχης του ’21».

Πραγματικά, δεν οφείλεις σε κανέναν τίποτε, Γερμανέ, μα ούτε κι εμείς σου χρωστάμε τίποτε, καθότι κανείς δεν χρωστάει σε κάποιον που δεν γνωρίζει, πολύ περισσότερο μάλιστα όταν δεν νιώθει να του βαραίνει την ψυχή το χρέος προς την προγονική παρακαταθήκη.

Ως εκ τούτου, αξίζει στ’ αλήθεια να αναλαμβάνονται δυναμικές πρωτοβουλίες που να μας υπενθυμίζουν το χρέος της διατήρησης στην καρδιά του λαού μας -και ιδιαίτερα των νέων μας- της μνήμης ηρώων, όπως του θρυλικού και ηρωικού Ιεράρχη Γερμανού Καραβαγγέλη, ενός εκ των κορυφαίων, αν όχι η κορυφαία προσωπικότητα, του Μακεδονικού Αγώνα και του Ποντιακού Δράματος που διακρινόταν για την αλύγιστη ψυχή και την οργανωτικότητα, την ρητορική δεινότητα και την πειθώ, την εκκλησιαστική συνείδηση και την αφιέρωση μέχρι θανάτου στο Γένος και την Εκκλησία.

Αξίζει πραγματικά τον κόπο να θυμόμαστε τους ήρωες και το προς αυτούς χρέος μας, διότι «αυτά που θεωρούνται χαμένα στην ζωή, δεν χάνονται όταν διατηρηθεί στις επερχόμενες γενιές ζωντανή η μνήμη, η συνειδητή μνήμη, ζωντανή η γνώση, ζωντανό το αίσθημα του χρέους, ζωντανός ο δεσμός που σαν ομφάλιος λώρος θα κάμνει τους απογόνους, όχι φίλους, αλλά οικείους και κατόχους των χαμένων» (μητροπολίτου Εφέσου κ. Χρυσοστόμου Κωνσταντινίδη). Γένοιτο!

Όσο για τον εθνάρχη των Μακεδόνων και των Ποντίων, τον επίσκοπο Γερμανό,Καραβαγγέλη

Τη σημερινή εποχή δεν υπάρχουν τέτοιε δεσποτάδες σαν τον Γερμανός Καραβαγγέλης,που έσωζε τα άρματα για να ελευθερώσει
την Μακεδονία Μακεδονία που στέναζε κάτω από την κυριαρχία των βαρβάρων, ελεύθερα τα βουνά της Σαμψούντας, της

Κερασούντας και της Πάφρας και ήταν έτοιμοι να ιδρύσουν την ελεύθερη δημοκρατία του Πόντου αυτά έκανε ο Γερμανός Καραβαγγέλης.

Σημερινοί Μητροπολίτες και δεσποτάδες και αρχιεπισκοπή και πατριάρχες της Εκκλησίας της Ελλάδος προσκυνούν τους πολίτικους τους , και των Τούρκων.

Γερμανό Καραβαγγέλη, τον Πελαγονίας Ιωακείμ, τον Δράμας Χρυσόστομο, τον Κορυτσάς Φώτιο και ο παπαδημος το Βογατσικό κ.ά., αλλά και ψυχωμένους ντόπιους οπλαρχηγούς, όπως τον Κώττα από τη Ρούλια, τον Βαγγέλη από το Στρέμπενο, τον Παύλο Κύρου από το Ζέλοβο, τον Γκόνο Γιώτα από τα Γιαννιτσά κ. ά. Που μπορεί να γνώριζαν ελάχιστα ή και καθόλου την ελληνική γλώσσα, ένιωθαν όμως κατά τη συνείδηση και κατά την ψυχή τους Έλληνες.

Ήταν Γερμανός Καραβαγγέλης ο Αρχάγγελος του Αγώνα, ο παρηγορητής αλλά και τιμωρός, η ελπίδα και η προσδοκία των κατατρεγμένων Πατριαρχικών.

.