Στην Ελλάδα ισχύ η παροιμία να ψοφήσει του γείτονα ο γάιδαρος, και φυσικά όχι ο δικός του ο γάιδαρος έτσι έγινε και με το τσίπουρο ή καταγγελία στην Ευρωπαική Επιτροπή

23 Ιανουαρίου 2020

Ρεπορτάζ ο δημοσιογράφος Νίκος Βάνης

Στην Ελλάδα ισχύ η παροιμία να ψοφήσει του γείτονα ο γάιδαρος, και φυσικά όχι ο δικός του ο γάιδαρος έτσι έγινε και με το τσίπουρο ή καταγγελία στην Ευρωπαική Επιτροπή

Έλληνας οινοποιός Γιάννης Μπουτάρης, έκανε καταγγελία στην Ευρωπαική Επιτροπή Η καταγγελία εστάλη στο Ευρωπαϊκό όργανο των συστηματικών Αποσταγματοποιών

Η αρχική καταγγελία ξεκίνησε από Ελληνικές επιχειρήσεις οι οποίες εφάρμοζαν μειωμένο συντελεστή κατά 50% χωρίς να έχουν τέτοιο δικαίωμα.

Οι επιχειρήσεις αυτές κατήγγειλαν με επικεφαλή Γιάννης Μπουτάρης,μια άλλη ομάδα εκείνη των διήμερων αποσταγματοποιών σχετικά με το ότι παρήγαγαν το προϊόν τσίπουρο, τσικουδιά με κατ’ αποκοπή συντελεστή 0.59 ευρώ.

Η καταγγελία εστάλη στο Ευρωπαϊκό όργανο των συστηματικών Αποσταγματοποιών για να διαβιβαστεί στην Ευρωπαική Επιτροπή. Το Ευρωπαϊκό όργανο δείχνοντας την αμεροληψία του και την αντικειμενικότητα του, απέστειλε απαντητική επιστολή σχετικά με το ό,τι στην περίπτωση που διαβιβάστει ο φάκελος στην Επιτροπή δε θα αφορά μόνο τους διήμερους αποσταγματοποιούς αλλά και για τους συστηματικούς αποσταγματοποιούς διότι έχει πέσει στην αντίληψη τους ότι οι Ελληνικές επιχειρήσεις παραβιάζουν το δίκαιο της Ε.Ε. Η Ελληνική πλευρά αν και προσπάθησε, δεν κατάφερε να πείσει για την ορθή εφαρμογή του μειωμένου συντελεστή φορολογίας από τους συστηματικούς αποσταγματοποιούς, ούτε τους συναδέλφους της εντός Ε.Ε. Το 2016

Η Ευρωπαική Επιτροπή απέστειλε αιτιολογημένη γνώμη στα όργανα της Ελληνικής Κυβέρνησης. Η Ελληνική κυβέρνηση πρότεινε διάφορα μέτρα όπως η καθολική μείωση της τιμής του ειδικού φόρου κ.α Ωστόσο η Ευρωπαική Επιτροπή δεν θεώρησε ότι θεραπεύεται με τον τρόπο αυτό η ανισότητα που έχει δημιουργηθεί εντός Ε.Ε. Οι μικροί Αποσταγματοποιοί πολύ λίγο απασχόλησαν την αλληλογραφία της Ελλάδας με την Ευρωπαική Ένωση από το 2011 έως το 2018. Από αυτό απεδείχθει ότι τελικά οι Έλληνες Επιχειρηματίες, μη γνωρίζοντας πως λειτουργεί ο Ευρωπαϊκός μηχανισμός, έχοντας λανθασμένη άποψη για τους φορείς στην Ευρώπη αλλά και πλημμελή γνώση του Ευρωπαϊκού δικαίου, οδηγήθηκαν σε αδιέξοδο.

Το πρόβλημα θα μπορούσε να λυθεί στο εσωτερικό της χώρας, αν είχαν σκύψει κοντά στον Έλληνα παραγωγό, είχαν συνεργαστεί μαζί του και τον είχαν βοηθήσει να αυξήσει το εισόδημα του. Άλλωστε ήταν εκείνη την εποχή της καταγγελίας, που δημιουργήθηκε η φράση που ήρθε για να μείνει και πλέον έχει γίνει φράση σταθμός για τους συνεταιρισμούς , « Οι συνεταιρισμοί διασφαλίζουν ότι κανείς δε μένει πίσω». Αυτό δείχνει ότι όλη η Ευρώπη αντιμετώπιζε τα ίδια προβλήματα, μία μόνο χώρα όμως αυτοκαταγγέλθηκε. Αντί λοιπόν να διδαχθούμε από τη ζωή και την οικονομία το 2012, επιλέξαμε σαν χώρα να πάρουμε εν έτη 2019 το μάθημα μας, με μια απόφαση που μας μαθαίνει να σκεπτόμαστε ευρωπαϊκά.

Το Δικαστήριο χωρίζει τη σκέψη του σε δύο μέρη. Στην παράβαση της Ελληνικής Δημοκρατίας επειδή εφάρμοσε μειωμένο συντελεστή 50% στο τσίπουρο που παράγουν οι συστηματικοί Αποσταγματοποιοί και δεύτερον στην εφαρμογή κατ’ αποκοπή συντελεστή 0,59 ευρώ για το τσίπουρο της κατηγορίας μικρών αποσταγματοποιών όπως αποκαλούνται «διήμεροι». Το Δικαστήριο ορίζει ότι όλα είναι αποστάγματα στεμφύλων σταφυλής σύμφωνα με τον Καν. 110/2008. Επισημαίνει δε ότι «για την εφαρμογή των κανόνων περί μειωμένων συντελεστών, ο όρος “μικρό αποστακτήριο” σημαίνει μια επιχείρηση απόσταξης που λειτουργεί ως νομικώς και οικονομικώς ανεξάρτητη από κάθε άλλη επιχείρηση απόσταξης, και δεν λειτουργεί με άδεια εκμετάλλευσης.»

Σε σχέση με τους συστηματικούς αποσταγματοποιούς ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι σκέψεις 44, 46, 50 και 52 του Δικαστηρίου. Στις σκέψεις αυτές το Δικαστήριο αρχικά αναφέρει ότι η Ελληνική Δημοκρατία θα έπρεπε να εφαρμόζει ίδιο συντελεστή για όλα τα προϊόντα που υπόκεινται σε ειδικό φόρο κατανάλωσης για την αιθυλική αλκοόλη. Στην σκέψη 50 το Δικαστήριο κάνει ιδιαίτερη αναφορά στις ειδικές απαλλαγές.

«Όσον αφορά τις ειδικές απαλλαγές ή τις μειώσεις συντελεστών των ειδικών φόρων κατανάλωσης που προβλέπονται στην οδηγία 92/83 για ορισμένες κατηγορίες ποτών, το Δικαστήριο έχει αποφανθεί ότι, λαμβανομένων υπόψη των σκοπών της εν λόγω οδηγίας καθώς και του γράμματος της δέκατης έβδομης αιτιολογικής της σκέψης, η οποία κάνει λόγο για απαγόρευση της στρέβλωσης του ανταγωνισμού εντός της εσωτερικής αγοράς, ο νομοθέτης της Ένωσης δεν είχε την πρόθεση να επιτρέψει στα κράτη μέλη να θεσπίζουν, κατά τη διακριτική τους ευχέρεια, καθεστώτα που παρεκκλίνουν από τα προβλεπόμενα στην οδηγία 92/83 (απόφαση της 10ης Απριλίου 2014, Επιτροπή κατά Ουγγαρίας, C-115/13, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2014:253, σκέψη 35). »

Τέλος επισημαίνει ότι τα όργανα της Ελληνικής Δημοκρατίας οφείλουν εντός της εσωτερικής αγοράς να επιχειρούν με τη συμπεριφορά τους να ερμηνεύουν τους κανόνες δικαίου με τρόπο που να μη δημιουργείται προστατευτισμός.

Αυτό που προκαλεί εντύπωση είναι ο τρόπος που περιορίζει τη σκέψη του το δικαστήριο στην εφαρμογή των οδηγιών 92/83 Ε.Κ και 92/84 Ε.Κ . Με πάγια νομολογία του δικαστηρίου, για το χαρακτηρισμό δύο προϊόντων ως ομοειδών, δεν λαμβάνεται υπόψιν η ομοιότητα των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών τους, ούτε η ιδιαίτερη ονομασία τους, ούτε το ότι η ίδια πρώτη ύλη ανευρίσκεται και στα δύο προϊόντα ακόμα και αν η φορολόγηση πλήρως ή μερικώς εξαρτάται από την πρώτη ύλη , αλλά το γεγονός ότι τα προϊόντα αυτά έχουν στα μάτια των καταναλωτών, κατά το ίδιο στάδιο παραγωγής ή εμπορίας, ανάλογες ιδιότητες και εξυπηρετούν τους ίδιους σκοπούς και επομένως βρίσκονται, εν μέρει έστω, σε ανταγωνισμό μεταξύ τους, αποτελώντας για τους καταναλωτές μια από τις δυνατότητες επιλογής τους. Ακόμα και αν δεν υπάρχουν εγχώρια προϊόντα εντελώς όμοια με τα εισαγόμενα, αρκεί, για να χαρακτηριστούν δύο προϊόντα ως ομοειδή να έχουν παρεμφερής ιδιότητες ( αντικειμενικό κριτήριο) και να ικανοποιούν ίδιες ανάγκες καταναλωτών ( υποκειμενικό κριτήριο).

Επιπλέον όπως συνάγεται από τη νομολογία του ΔΕΚ δεν αρκεί να πληρούνται μια μόνο από τις παραπάνω δύο προϋποθέσεις αλλά απαιτείται να συντρέχουν και οι δύο σωρευτικώς. Άλλωστε το δικαστήριο στην υπόθεση Chemical Farmaceutici SpA και Vinal & Orbat έχει δεχθεί την ύπαρξη διαφορετικού συντελεστή σε ομοειδή προϊόντα και έχει κρίνει ότι αυτή η πρακτική είναι συμβατή υπό την προϋπόθεση να μην στρεβλώνονται οι όροι της αγοράς.

Σε σχέση με τους μικρούς αποσταγματοποιούς ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι σκέψεις 72 και 74. Στο σημείο αυτό το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης αναφέρει ότι «κάθε εθνικό́ μέτρο σχετικό με το ζήτημα αυτό πρέπει να αξιολογείται υπό το πρίσμα των διατάξεων του εν λόγω μέτρου εναρμόνισης (πρβλ. απόφαση της 10ης Απριλίου 2014, Επιτροπή κατά Ουγγαρίας, C-115/13, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2014:253, σκέψη 38 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

» Ωστόσο στην σκέψη 30 της απόφασης στην υπόθεση C-115/13 παρατηρούμε ότι η Ουγγρική Δημοκρατία εφάρμοζε μηδενικό συντελεστή. Αντίθετα με την Ελλάδα που σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 22 παρ. 1 εφάρμοζε πριν το 1992 μειωμένο συντελεστή. Φυσικά οι Ελληνικές αρχές όφειλαν να έχουν ενεργήσει όλα τα νομικώς προβλεπόμενα για να διασφαλίσουν τόσο το παραδοσιακό προϊόν απόσταξης όσο και το δικαίωμα των συστηματικών αποσταγματοποιών σε μειωμένο συντελεστή κατά 50%.

Η Ελληνική Δημοκρατία απέτυχε να επιχειρηματολογήσει στο σημείο αυτό και μάλιστα στη σκέψη 66 αποκαλύπτεται ότι κατονόμασε το φορολογικό συντελεστή συμβολικό. Αντίθετα θα έπρεπε να έχει εξηγήσει το σύστημα υπολογισμού αλλά και την ιδιαιτερότητα του προϊόντος των μικρών αποσταγματοποιών οι οποίοι επεξεργάζονται αποκλειστικά την πρώτη ύλη ( στο παρόν στέμφυλα σταφυλής) που τους ανήκει.

Ωστόσο το Δικαστήριο ορθά ορίζει ότι όλα τα αποστάγματα στεμφύλων σταφυλής πρέπει ν’ακολουθούν το παράρτημα ΙΙ παρ. 6 του Καν. 110/2008.

Το Δικαστήριο προχωρά στη σκέψη του και αναφέρει « υπογραμμίζεται ότι, μολονότι η δέκατη έκτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 92/83 αναφέρει ότι επιτρέπεται στα κράτη μέλη να εφαρμόζουν μειωμένους συντελεστές ειδικού φόρου κατανάλωσης ή απαλλαγές για ορισμένα προϊόντα περιφερειακού ή παραδοσιακού χαρακτήρα, τούτο δεν σημαίνει εντούτοις ότι μια εθνική παράδοση μπορεί αφεαυτής να απαλλάξει τα εν λόγω κράτη μέλη από τις υποχρεώσεις που υπέχουν από το δίκαιο της Ένωσης (πρβλ. απόφαση της 10ης Απριλίου 2014, Επιτροπή κατά Ουγγαρίας, C-115/13, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2014:253, σκέψη 44 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

Ενδιαφέρον θα ήταν η σκέψη αυτή να αναγνωστεί σε σχέση με την από 28-10-2016 έκθεση αξιολόγησης [COM(2016) 676 final] της επιτροπής όπου κρίθηκε αν η οδηγία περιορίζει τον Καν. 110/2008 . Στην ως άνω αξιολόγηση διαπιστώθηκε ότι η οδηγία 92/83/ΕΟΚ επιτρέπει στο ενδοενωσιακό εμπόριο να διεξάγεται χωρίς σημαντικά φορολογικά εμπόδια ή μείζονες ανταγωνιστικές διαταραχές ανάμεσα στους οικονομικούς φορείς του ίδιου τομέα δραστηριότητας. Στη σελίδα 5 παράγραφος 3.3.1 4η παράγραφος αναφέρεται «Υπάρχουν σαφής κανόνες σχετικά με τη δυνατότητα καθορισμού μειωμένων συντελεστών για τους μικρούς παραγωγούς ή τα προϊόντα χαμηλού αλκοολικού τίτλου.

Κατ’αυτόν τον τρόπο εξασφαλίζεται ένα συνεκτικό πλαίσιο για τη φορολόγηση της αλκοόλης. Η τελευταία παράγραφος του σημείου 3.3.1 στη σελίδα 6 είναι εξαιρετικής σημασίας διότι αναφέρει ότι το γεγονός ότι η νομοθεσία δεν επιτρέπει στα κράτη μέλη να εφαρμόζουν μειωμένους συντελεστές προς όφελος των μικρών παραγωγών περιορίζει τη δυνατότητα των κρατών μελών να διορθώνουν τις ενδεχόμενες ανισορροπίες στην αγορά, ενώ ο εν λόγω στόχος πολιτικής θα άξιζε κατά τα άλλα, ενδεχομένως να επιδιωχθεί.

Προσωπικά θεωρώ ότι τόσο για το καθεστώς των συστηματικών αποσταγματοποιών όσο και των μικρών αποσταγματοποιών η Ελληνική Δημοκρατία πρέπει να εξετάσει τα θέματα υπό το πρίσμα των εργαλείων που δίδει η νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης μέρος της οποίας αναφέρεται παραπάνω. Αν εξετάσουμε δε στο πως έφτασε η Ελλάδα σε αυτή την καταδίκη, θα πρέπει να προσκαλέσουμε τους φορείς να εξετάζουν με μεγαλύτερη προσοχή τις κινήσεις και καταγγελίες τους, οι οποίες όπως φαίνεται αρχικά, έχουν φέρει περισσότερο απ’ όλους, σε δύσκολη θέση, τους συστηματικούς αποσταγματοποιούς μικρών όγκων.

Οι συνεταιρισμοί που παράγουν τσίπουρο και τσικουδιά είναι σε ευνοϊκότερη θέση διότι έχουν τα προϊόντα τους εύκολη ιχνηλασιμότητα, παράγουν μεγάλες ποσότητες στεμφύλων και μπορούν να κάνουν διαχείριση της ποιότητας των μελών τους. Εδώ είναι και το κέρδος για τους συνεταιρισμένους αγρότες οι οποίοι θα μπορέσουν να λάβουν την υπεραξία του προϊόντος που παράγουν ( αφού είναι δεδομένο ότι θα αλλάξουν οι όροι της αγοράς μετά την εφαρμογή της απόφασης ) και να διασφαλίσουν την βιωσιμότητα τους.

https://ec.europa.eu/info/about-european-commission/contact/problems-and-complaints/complaints-about-breaches-eu-law/how-make-complaint-eu-level_el

 

.