ΕΛΑΙΟΛΑΔΟ: Ερασιτεχνική αντιμετώπιση ενός σοβαρού Εθνικού Προϊόντος

9 Φεβρουαρίου 2020

ΕΛΑΙΟΛΑΔΟ: Ερασιτεχνική αντιμετώπιση ενός σοβαρού Εθνικού Προϊόντος

Κάθε χρόνο τέτοια εποχή που συμπίπτει με την παραγωγή και εμπορία του ελαιολάδου ακούμε ή διαβάζουμε τις διαμαρτυρίες των Ελαιοπαραγωγών

(που είναι δικαιολογημένες) για την χαμηλή τιμή του προϊόντος τους και από την άλλη τις δηλώσεις διάφορων φορέων, παραγόντων που εστιάζουν μόνο στη περιγραφή του προβλήματος και στις διαπιστώσεις ότι έχουμε το καλύτερο λάδι, ότι το λάδι της Ηλείας είναι ποιοτικά ανώτερο, άλλοι το αποκαλούν «φάρμακο» κλπ.

Τα βασικά προβλήματα του κλάδου (δηλ. ο μικρός κλήρος που οδηγεί δε υψηλό κόστος παραγωγής η μη πάταξη της νοθείας, η πλημμελής παρουσία και προβολή του λαδιού, η έλλειψη τυποποίησης και η χύμα διακίνηση) είναι σε όλους γνωστά και χιλιοειπωμένα εδώ και κάποιες δεκαετίες.

Επίσης το επιχείρημα ότι για την χαμηλή τιμή του λαδιού φταίει η μεγάλη παραγωγή ή και τα υψηλά αποθέματα της Ισπανίας χρησιμοποιείται ως άλλοθι από τους καθ’ ύλην αρμόδιους φορείς και κυρίως από την εκάστοτε Πολιτική Ηγεσία του ΥΠΑΑΤ, προκειμένου να δικαιολογηθεί η απουσία συγκεκριμένης Εθνικής Ελαϊκής Πολιτικής που θα αντιμετωπίζει τα προβλήματα και τις αδυναμίες του κλάδου και θα αναδεικνύει τα πλεονεκτήματα που υπάρχουν.

Κατά τη γνώμη μου οι δύο τελευταίες ελαιοκομικές χρονιές (2018 και 2019) είναι χαρακτηριστικές χρονιές που στέλνουν μηνύματα προς κάθε εμπλεκόμενο με το προϊόν και που επιβεβαιώνουν την ερασιτεχνική αντιμετώπιση ενός σοβαρού Εθνικού Προϊόντος. Και εύλογα αναρωτιέται ο ελαιοπαραγωγός: καλά την μια χρονιά που υπήρχε πρόβλημα ποιότητα (λόγω Δάκου και

Γλοιοσπορίου, που δεν βλέπω οι αποδέκτες του μηνύματος να το έλαβαν σοβαρά υπ’ όψιν), φέτος που έχει άριστη ποιότητα γιατί αυτή η ποιοτική υπεροχή δε μπορεί να μετατραπεί σε οικονομικό όφελος για τον παραγωγό, γιατί δεν μπορεί να εισπράξει την υπεραξία ενός τέτοιου προϊόντος;

Εδώ λοιπόν έρχεται η απάντηση – κοροϊδία ότι φταίνε τα διαρθρωτικά προβλήματα του κλάδου και τα αποθέματα της Ισπανίας.

Επειδή όντως αυτά είναι υπαρκτά προβλήματα και επειδή αυτά υπήρχαν, υπάρχουν και θα εξακολουθούν να υπάρχουν αυτό δεν σημαίνει ότι η Ελαιοκαλλιέργεια στην Ελλάδα δεν έχει μέλλον και ως εκ τούτου δεν παίρνουμε μέτρα στήριξης του κλάδου. Και μπαίνει πλέον το ερώτημα τι κάνουμε;

Πιστεύω ότι ο Ελαιοκομικός Τομέας στη Χώρα μας έχει συγκριτικά πλεονεκτήματα (ακόμα και ας έχει υψηλό κόστος παραγωγής), αρκεί να υπάρξει Πολιτική Βούληση για την χάραξη μιας θαρραλέας Εθνικής Ελαϊκής Πολιτικής που θα στοχεύει:

• Στον περιορισμό αν όχι στην εξάλειψη της ανώνυμης κυκλοφορίας του ελαιολάδου, του παραεμπορίου και της νοθείας

• Στην σωστή και ευρεία ενημέρωση των καταναλωτών τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό για την σημασία του ελαιολάδου στον υγιεινό τρόπο διατροφής τους

• Στο Σχεδιασμό και στην υλοποίηση συγκεκριμένων προγραμμάτων προβολής και προώθησης και να μπει ένα Stop στις αναποτελεσματικές επικοινωνιακές ενέργειες για δήθεν προώθηση του ελαιολάδου με την ανταλλαγή επισκέψεων κυβερνητικών ή αυτοδιοικητικών στελεχών και στην επιχορήγηση επιχειρήσεων που είναι αδύναμες να εξαγάγουν.

• Τη δημιουργία ενός ασφαλούς συστήματος ελέγχων που θα προστατεύει το προϊόν και τον καταναλωτή από την νοθεία, την εξαπάτηση και ενδεχομένως την αισχροκέρδεια. Όλοι γνωρίζουν πλέον ότι το υπάρχουν σύστημα «μπάζει» από παντού.
Και βέβαια γνώμη μου είναι ότι δεν νοείται Εθνική Ελαϊκή Πολιτική αν δεν καταργηθεί άμεσα η Διεπαγγελματική Οργάνωση Ελαιολάδου.

Πως μπορεί και δικαιολογείται η ύπαρξή της όταν μετά από 20 περίπου χρόνια λειτουργίας της είναι ακόμα ζητούμενο (σύμφωνα με δηλώσεις του Προέδρου της) η χάραξη Εθνικής Πολιτικής , η διαπίστωση ότι στη χώρα μας υπάρχει παντελής έλλειψη στοιχείων παραγωγής – πώλησης – εξαγωγής – αποθεμάτων κλπ γιατί δεν το θελήσαμε, ενώ οι Ισπανοί διαθέτουν στοιχεία που τα ανανεώνουν κάθε μήνα και έτσι χαράσουν την στρατηγική τους για το ελαιόλαδο .
Επίσης ότι η νοθεία είναι μεγάλη και για κάθε ντενεκέ που κυκλοφορεί στην Ελληνική αγορά υπάρχει και ένας ντενεκές με σπορέλαιο ή με νοθευμένο λάδι.

Πριν μια 5ετία σε μια συνεργασία ΣΕΒΙΤΕΛ (Σύνδεσμος Ελληνικών Βιομηχανιών Τυποποίησης Ελαιολάδου που συμμετέχει στη Διεπαγγελματική) με τον ΕΦΕΤ έγινε έρευνα και διαπιστώθηκε ότι το 40% που κυκλοφορεί σε ντενεκέδες είναι νοθευμένο και το 30% δεν είναι extra παρθένο ενώ πωλείται ως τέτοιο.

Επειδή εκτιμώ ότι η Διεπαγγελματική λειτουργεί με συντεχνιακές αντιλήψεις και ως εκ τούτου δεν μπορεί να στηρίξει τα συμφέροντα των ελαιοπαραγωγών αφήνοντας το ελαιόλαδο έρμαιο των δυνάμεων της αγοράς, επιβάλλεται η κατάργησή της και η στήριξη σύγχρονων ομάδων παραγωγών ή νέων συνεταιριστικών οργανώσεων με σύγχρονη συνεταιριστική αντίληψη .

Και επειδή Ελαϊκή Πολιτική χωρίς χρήματα δεν μπορεί να γίνει θα πρέπει το ΥΠΑΑΤ να ξαναδεί σοβαρά το θέμα των ΟΕΦ (Οργανισμοί Ελαιοκομικών Φορέων) στους οποίους μοιράζει πάνω από 45 εκ ευρώ που προέρχονται από το παρακράτημα της επιδότησης των ελαιοπαραγωγών.

Το να μοιράζεις λίγα χρήματα σε πολλούς ΟΕΦ (92 υπάρχουν μέχρι τώρα) κάθε άλλο παρά σοβαρές αναπτυξιακές δράσεις περιμένεις να κάνουν και μάλλον μικροπολιτική διαχειριστική λογική μου θυμίζει.

Τέλος μπορεί το πρόβλημα των τιμών να μην μπορεί να το λύσει η Πολιτεία αφού ουσιαστικός παράγοντας παραμένει η αγορά, μπορεί όμως η Πολιτεία αν θέλει να επιβάλει τους κανόνες της σωστής λειτουργίας της αγοράς και λέω αν θέλει γιατί αυτό απαιτεί σύγκρουση με διαμορφωμένες καταστάσεις και συμφέροντα.

Συνεπώς αυτά και άλλα πολλά μπορούν να γίνουν αρκεί να σοβαρευτούμε σε όλα τα επίπεδα , να σταματήσουμε τη συμπόνοια

προς τους ελαιοπαραγωγούς και να ληφθούν μέτρα ουσιαστικής στήριξης του ελαιολάδου.

Αν συνεχίσουμε με τις ίδιες μεθόδους, την ίδια νοοτροπία, τις ίδιες δικαιολογίες τότε το μέλλον του κλάδου θα είναι απρόβλεπτο.

ΝΙΚΟΣ ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ
ΓΕΩΠΟΝΟΣ

.