Πώς Ο δικτάτορας Γεώργιος Παπαδόπουλος σφράγισε τα σύνορα, Τόν Ἰούνιο 1968, ἀποφασίσθηκε ἡ πλή­ρης ἀνακατασκευή καί ἐπέ­κτασις τῆς ὀχυρωματικῆς γραμμῆς Μα­κεδονίας – Θράκης μέ ἐθνικούς πόρους.

14 Μαρτίου 2020

Ὀχύρωσις Συνόρων: Τόν Ἰούνιο 1968, ἀποφασίσθηκε ἡ πλή­ρης ἀνακατασκευή καί ἐπέ­κτασις τῆς ὀχυρωματικῆς γραμμῆς Μα­κεδονίας – Θράκης μέ ἐθνικούς πόρους.

Γιά αὐτόν τόν σκοπό, ἰδρύ­θηκε ἡ 100 Σ.ΔΙ. (Στρατιωτική Διοί­κησις) ἡ ὁποία ἀποτελέ­σθη­κε ἀπό τρεῖς Δ.Ε.Ο. (Διευθύνσεις Ἔρ­γων Ὀχυρώ­σεως).

Μέχρι τό 1973 ἡ ὀχυρωματική γραμμή ἐξοπλίστηκε μέ νέα ὀπλι­­­­κά συστήματα καί ἐπεκτάθηκε τόσο ἀνατολικά ὡς τόν Ἕβ­ρο, ὅσο καί δυτικά ὡς τό Κιρλί Δερβέν, καλύπτωντας τήν Φλώ­ρι­να.

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ & “ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟ” ΖΗΤΗΜΑ

τοῦ Μάνου Ν. Χατζηδάκη, Προέδρου Δ.Σ τοῦ ΕΠΟΚ

Ἡ Γιουγκοσλαυία ὑπῆρξε ἕνα κράτος – μωσαϊκό λαῶν, πού δη­μιουργήθηκε τό 1929. Τό 1945 ἐπεβλήθη στήν Γιουγκοσλαυία τό κομ­μουνιστικό κα­θεστῶς τοῦ Τίτο. Καί ἔκτοτε τό τιτοϊκό κάθε­στως προέβαλε ἀτε­λείωτες ἐπεκτατικές διεκδικήσεις ἐναντίον ὄ­λων σχεδόν τῶν γει­τό­νων του (Ἀλβανία, Ἰταλία, Αὐστρία, Οὐγ­γα­ρία, Ρουμανία καί φυ­σικά Ἑλλάδα…).

Ὁ Τίτο ἀναβίωσε ἐντέχνως τόν κομμουνιστικό μύθο τοῦ μεσο­πολέμου περί ὑπάρξεως ξεχωριστῆς “μακεδονικής” ἐθνό­­­­­τητος καί γλώσσης.[1] Καί περιέλαβε στήν Γιουγκοσλαυία ὡς ἕνα ἀπό τά ὁμό­σπο­νδα κράτη της, τήν “Ὁμόσπονδη Λαϊκή Δη­μο­­κρατία τῆς Μα­κε­δο­νίας” μέ πρωτεύουσα τά Σκόπια.[2] Τό 1950 ἀποκαταστάθηκαν οἱ σχέσεις τῆς Γιουγκοσλαυίας μέ τήν Ἑλλάδα. Παρά ταῦτα, ὁ Τίτο κατά καιρούς προκαλοῦσε, ἐμφα­νιζόμενος ὡς… “προστάτης” τῶν δῆθεν “ἀλυτρώτων μα­κεδό­νων” τῆς Ἑλληνικῆς Μακεδονίας (πού ἀποκαλοῦσε “Μακε­δονία τοῦ Αἰγαίου”).

Ἡ καταγγελία τῆς συμφωνίας με­θο­­ριακῆς ἐπικοινωνίας

Στίς 17 Σεπτεμβρίου 1959 ἡ τότε Κυβέρνησις Κ. Καραμανλή ἐπι­κύρωσε τήν Συμφωνία Μεθοριακῆς Ἐπικοινωνίας.

Μέ βάσι αὐτήν, καθορίσθηκε ζώνη βάθους 10 περίπου χιλιο­μέτρων ἑκατέρωθεν τῶν συνόρων, συμπεριλαμβανομένων τῶν πό­­­­­λεων Φλωρίνης καί Μοναστηρῖου, στήν ὁποία ἐπιτρεπόταν ἡ ἐλεύ­­θερη κυκλοφορία τῶν κατοίκων.

Ἡ συμφωνία προκάλεσε ἔντονες ἀντι­δράσεις. Σύσσωμη ἡ ἀντι­­πολίτευσις, ὁ Στρατός, ἡ ΚΥΠ καί οἱ τοπικοί φορεῖς τῆς Δυτι­κῆς Μακεδονίας διεφώνησαν καί τήν χα­ρα­κτήρισαν ἐθνικῶς ἐπι­κί­νδυνη. Καί ἀπεδείχθη ὅτι εἶχαν δίκαιο:

Πρόσφυγες “σλαυομακεδόνες”, κυρίως μέλη τοῦ Δ.Σ.E. κα­τέ­κλυ­σαν τήν Δυτική Μακεδονία μέ πλαστά διαβατήρια. Ἀσκού­­­σαν συστηματικά ἀνθελληνική προπαγάνδα καί συγκέ­ν­τρω­ναν ὑλικό γιά τήν περίοδο 1946 – 49 γιά νά συγγρά­ψουν… «Ἰστο­­­ρία τοῦ Μα­κεδονικοῦ Λαοῦ».

Στίς 22 Ἀπριλίου 1967 τό ΓΕΣ μέ ρητή διαταγή (Τηλεγράφημα 2ου ΕΓ/ΓΕΣ πρός Α’ καί Β’ Σώματα Στρατοῦ, 22-4-1967, 1600 (ΙΑΥΕ, ΑΥ 424/1967-1968) ἀνέστειλε τήν ἐφαρμογή τῆς συμφωνίας με­θο­­ριακῆς ἐπικοινωνίας τοῦ 1959. Καί στίς 13 Μαΐου 1967 ἀκο­λούθησε ἡ πλήρης καταγγελία της, μέ ρηματική διακοίνωσι τοῦ Ὑπουργείου Ἐξωτερικῶν πρός τίς γιουγκοσλαυϊκές ἀρχές σέ Ἀθή­να καί Βελιγράδι.

Οἱ βασικοί λόγοι γιά τήν καταγγελία ἦταν ἡ διενέργεια ἀνθελ­­ληνικής προπαγάνδας κυρίως ὅσον ἀφορᾶ τό “μακεδο­νικό”, οἱ πληροφορίες γιά διενέργεια κατασκοπείας ἀπό Γιου­γκο­σλαύους καί ἡ παρουσία κομμουνιστῶν πού εἴ­χαν κατα­φύ­γει στήν γιουγκοσλαυϊκή μεθοριακή ζώνη μετά τήν ἥττα τούς τό 1949. Σέ συνάντηση τοῦ πρέσβεως Φαίδωνος Ἀννίνου – Καβα­λιε­­ρά­του πρός τόν Ἐπιτετραμμένο Anschutz, ὁ πρῶτος ἐξήγησε:

«(Ἡ συμφωνία) ἐδημιούργει ἰδιαιτέρως ἐπικίνδυνον καθεστώς καί αἴσθημα εἰς τόν πληθυσμόν, γεωγραφικῆς ἑνότητος χώρου ἐκα­τέ­­­ρω­θεν τῶν συνόρων, ὅπερ ὠδήγει μοιραίως εἰς αἴσθημα οἰκονο­μι­κής καί πολιτικῆς ἀκόμη ἑνότητος μέ προφανεῖς κινδύνους…».

Ὁ ἴδιος πρέσβυς ἐξήγησε στόν Μόνιμο Ἀντιπρόσωπο τοῦ ΝΑΤΟ ὅτι 12.000 ἐκγυμνασμένοι κομμουνιστές, πρώην συμμο­ρί­τες τοῦ Δ.Σ.Ε., μποροῦσαν νά εἰσέρχονται στήν Ἑλλάδα γιά δυ­ναμική δράσι, μέ γιουγκοσλαυϊκά διαβατήρια καί σλαυϊκά ὀνόματα![3]

Ἡ Ἑλληνική Κυβέρνησις συνέχισε, λαμβάνοντας σειρά μέ­τρων γιά τήν τόνωσι τοῦ ἐθνικοῦ αἰσθήματος στίς ἀκριτικές πε­ριο­­­χές μέ διορισμούς δραστηρίων Νομαρχῶν, ἱερεῶν καί δα­σκά­­­­λων καί ἐθνικές ἐκδηλώσεις, παρελάσεις κ.λπ.

Ἡ ψυχρότητα φυσικά συνεχίσθηκε μέ τήν εἴσοδο στό 1968.

Ὁ Τίτο

“Η Μακεδονία εἶναι ἑλληνι­κή. Οἱ ἄλλοι εἶναι ἁπλῶς κατακτηταί”

Ἡ Γιουγκοσλαυία μέ συνεχῆ ἀρθρογραφία καί διαβήματα ἰσχυ­­ριζόταν ὅτι καταπιεζόταν ἀπό τήν Ἑλλάδα ἡ δῆθεν “σλαυο­μα­­­κεδονική μειονότητα”.

Μάλιστα τόν Ἀπρίλιο τοῦ 1968 οἱ Γιουγκοσλαῦοι δημιούργη­σαν ζήτημα περί δῆθεν ἀπαγορεύσεως τῆς “σλαυομακεδονικῆς” γλώσσας στήν Ἑλλάδα. Ζήτημα πού ἔθεσε ὁ γιουγκοσλαῦος ὑφυ­πουργός Ἐξωτερικῶν Uvalic στόν πρέσβυ Τετενέ στίς 27-4-1968, ἀλλά ὁ τελευταῖος του ἔδωσε πληρωμένη τήν ἀπάντησι:

«Μακεδονική μειονότης εἰς τήν Ἑλλάδα δέν ὑπάρχει. Ἐπι­πλέ­ον, οὐδέποτε ἐσκέφθημεν νά ἀπαγορεύσωμεν εἰς Ἕλληνας ὑπη­­κό­ους χρῆσιν γλώσσης ἤ ἰδιώματος τινός. Ὄχι ὅμως καί νά τούς ἐξα­ναγκάσωμεν νά τά ὁμιλοῦν! Ἐξ’ ἄλλου, οἱ Ἕλληνες τῆς Βορείου Ἐλ­λάδος προτιμοῦν νά ὁμιλοῦν τά ἑλληνικά γιά νά παύ­σουν νά τούς ἐκμεταλλεύονται οἱ γείτονες».[4]

Ὁ Γιουγκοσλαῦος ὑφυπουργός, ἐπανέφερε τό ζήτημα στίς 19-7-1968. Ἡ ἀπάντηση τοῦ Ὑπουργοῦ Ἐξωτερικῶν της Ἑλλάδος Παν. Πι­πινέλη ἦταν σαφής καί διατυπώθηκε μέ τηλεγράφημα πρός τόν πρέ­σβυ τῆς Ἑλλάδος στό Βελιγράδι Τετενέ, στίς 22-7-1968:

«…ἐπιμένοντες (οἱ Γιουγκοσλαῦοι) ἐπί ὑπάρξεως “μειονότη­τος” καί ἐπί δῆθεν κακομεταχειρίσεως… ἀρνηθεῖτε πάσαν συζή­τη­­­­­σιν, τονίζοντες ἀνυπαρξίαν τοιούτου ζητήματος».[5]

Ἀπάντησι ὅμως ἔδωσε καί ὁ Ἀ’ Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνή­σεως Στυλιανός Παττακός. Ὁμιλώντας στό Παμμακεδο­νικό Συνέ­δριο πού ἔλαβε χώρα στήν Θεσσαλονίκη τόν Αὔγουστο τοῦ 1968, δή­­λωσε:

«…Τό ἔδαφος τῆς Μακεδονίας, ὁλόκληρη ἡ γεωγραφική ἔκ­τα­­­­­­­­­­σις τῆς Μακεδονίας, ὑπῆρξεν, εἶναι καί θά παραμείνη ἑλληνι­κή. Ὅλοι οἱ ἄλλοι εἶναι ἁπλῶς κατακτηταί τῆς μακεδονικῆς γῆς καί δυνάσται της».

Μετά τήν εἰσβολή τῶν Σοβιετικῶν στήν Τσεχοσλοβακία ὅμως, πού ἔγινε στίς 21 Αὐγούστου 1968 ἡ στάσις τήν Γιουγκοσλαυίας ἔδει­ξε νά ἀλλάζει καί νά ἐπιδιώκει μία προσέγγισι μέ τήν Ἑλλάδα.

Ἤδη στήν συνάντηση μεταξύ τοῦ πρέσβεως Τετενέ καί τοῦ ὑφυ­πουργοῦ Pavicevic, πού ἔγινε στίς 18-10-1968, ὁ τελευταῖος ἀνα­­­­­­κοίνωσε ὅτι ἡ Γιουγκοσλαυία ἐπιδιώκει ὁμαλοποίηση τῶν σχέ­σε­ων μέ τήν Ἀθήνα.[6]

Τόν Δεκέμβριο τοῦ 1968 λοιπόν, γίνονται τά πρῶτα βήματα. Συ­νέ­ρχεται ἀρχικά μία Μεικτή Ἐπιτροπή Ὑδροοικονομίας στήν ὁποία ἡ Ἑλλάδα πρότεινε τήν καθολική ἀξιοποίησι τῆς λεκάνης τοῦ Ἀξιοῦ μέ διεθνῆ χρηματοδότησι ἀπό τόν ΟΗΕ. Ὑπογράφεται ἐπίσης Ἐμπορικό Πρωτόκολλο καί Κτηνιατρική Σύμβασις.

Τό ἴδιο ὅμως μήνα, οἱ ἑλληνικές ἀρχές συνέλαβαν ἐπ’ αὐτό­φορω τόν Βοηθό Στρατιωτικοῦ Ἀκολούθου τῆς Γιουγκο­σλαυϊ­κῆς Πρεσβείας, νά παραλαμβάνει ἀπόρρητα στρατιωτικά ἔγ­γρα­­φα τῆς Ἑλλάδος ἀπό Ἕλληνα διπλό πράκτορα![7]

“Η Ἑλλάς δέν ἐπιτρέπει…”

Στά μέσα Ἰανουαρίου 1969, προκλητικό ἄρθρο δημοσιεύθηκε στίς ἐφημερίδες Vjesnic u Srijedu καί Nova Makedonija, τό ὁποῖο κατήγγειλε ὅτι δῆθεν ἡ Ἑλλάς καταπίεζε τήν… ”μακεδονική μειο­νότητα”, τιμωροῦσε ὅσους μιλοῦν τήν “μακεδονική” γλῶσσα καί ἐκτόπιζε σέ νησιά τούς ἐθνοτικά “μακεδόνες”.

Τόν Μάρτιο τοῦ 1969 οἱ Γιουγκοσλαῦοι συνεχίζουν νά προ­κα­λοῦν. Ὁ “σλαυομακεδόνας” Ἀντιπρόεδρος τῆς Βου­­­λῆς τῆς Γιου­γκο­σλαυίας G. Vlahov, ἀναφέρθηκε σέ δῆθεν «ἀ­πο­­εθνικοποίησι τῶν Μακεδόνων τοῦ Αἰγαίου», τούς ὁποίους μά­λι­στα ὑπολόγιζε σέ… 500.000!…

Ἡ Ἑλλάς ἀντέδρασε ἄμεσα μέ κῦμα διαβημάτων (ΙΑΥΕ, ΑΥ 40-35/1969). Καί ἀπαγόρευσε ὁποιαδήποτε συμμετοχή πού εἶχαν ζη­­τήσει οἱ Γιου­γκο­σλαῦοι σέ ἔργα στήν Μονή Χιλανδαρίου στό Ἅγιο Ὄρος.[8]

Στίς 26 Νοεμβρίου 1969 ὁ γιουγκοσλαῦος βουλευτής Naum Pejov, ὁ ὁποῖος ἦταν καί μέλος τοῦ Δ.Σ.Ε. κατά τόν συμμορι­τοπό­λε­μο 1946 – 49, ἐκφώνησε λόγο στήν Βουλή τῆς Γιουγκοσλαυίας, ἰσχυ­ριζόμενος ὅτι «ἡ ὑπό τῶν Ἑλλήνων μεταχείρισις τῶν Μακε­δό­νων τῶν ζώντων στήν Μακεδονία του Αἰγαίου εἶναι ἀφόρητη ἀπό διε­­θνούς ἀπόψεως…».

Ἡ ἑλληνική ἀντίδρασις στίς δηλώσεις τοῦ «ἀρχισυμμορίτη» -ὅπως τόν ἀποκάλεσε ἡ ἑλληνική Κυβέρνησις- ἦταν κεραυνοβόλα. Ὁ Ὑπουργός Ἐξωτερικῶν Παν. Πιπινέλης ἔδωσε προσωπικές ὀδη­γίες στόν Ἕλληνα ἐπιτετραμμένο νά προβῆ σέ ὀξύτατο διάβημα πού νά τονίζει ὅτι «ἡ ἀνάμειξις ὑπό μορφήν ἐνδιαφέ­ρο­ντος γιά “μειο­νότητας” ἀποτελεῖ κεκαλυμμένην ἐδαφικήν διεκδί­κη­σιν». Καί ὅτι «ἡ Ἑλλάς δέν ἐπιτρέπει εἰς ξένην κυβέρνησιν νά ἀποφαίνεται ἐπί τῆς ἐθνικῆς συνειδήσεως τῶν κατοίκων της».

Στό διάβημα συνεχιζόταν:

«Ἡ Ἑλλάς, οὐδέποτε θέλει ἀναγνωρίση ἐντός συνόρων της ὕπα­­­ρξιν μειονότητος ἤτις ἐν τοίς πράγμασι δέν ὑπάρχει. Ἡ οὐσια­στική ἀνάπτυξις τῶν ἑλληνογιουγκοσλαυϊκῶν σχέσεων ἀποκλείε­ται ἐφ’ ὅσον κλῖμα δηλητηριάζεται ἀπό ἀπαραδέκτους γιουγκο­σλαυϊκᾶς θέσεις».

“Διά τήν Ἑλλάδα “μακεδονικόν ζήτημα” δέν ὑπάρχει”

Μέ τήν εἴσοδο στό 1970 γίνεται ἕνα θετικό βῆμα μέ τήν ἐπα­νάληψι τῶν ἐπιμελητηριακῶν σχέσεων, πού εἶχαν διακοπεῖ ἀπό τήν 21η Ἀπριλίου 1967 καί ἔπειτα.

Τόν Ἀπρίλιο τοῦ 1970 κυκλοφόρησε στήν Ἑλλάδα μερίμνη τῆς Κυβερνήσεως, τό μνημειῶδες ἔργο τοῦ Θεοφυλάκτου Παπακω­ν­στα­­­ντίνου «Πολιτική Ἀγωγή». Ἐπρόκειτο γιά ἔργο πού γράφτηκε κυριολεκτικά κατά πα­ραγ­γελία τοῦ Πρωθυπουργοῦ Γεωργίου Παπαδοπούλου. Σέ κεφάλαιο μέ τόν τίτλο «Ὁ “μακεδονικός” μῦθος» ἔγραφε, με­ταξύ ἄλλων:

«Διά τήν Ἑλλάδα “μακεδονικόν ζήτημα” δέν ὑπάρχει. Ἡ Γιου­γκοσλαυία ὅμως, παρά τήν ἀπό τοῦ 1950 ἀποκατάστασιν τῶν με­τά τῆς Ἑλλάδος σχέσεων, ἀνακινεῖ ἀπό καιροῦ εἰς καιρόν τόν προ­σφιλή τῆς μύθον, προσπαθοῦσαν νά διατηρήση τοῦτον ἐν ζωῇ, εἴ­τε διά δηλώσεων ἐπισήμων ἐκπροσώπων της, εἴτε δι’ ἀρθρο­γρα­φίας τοῦ διευθυνομένου τύπου τῶν Σκοπῖων, εἴτε διά διαφόρων “διπλωματικών”, χονδροειδοῦς μορφῆς, μεθόδων. Ἡ στάσις αὔτη, ἐπιβάλλει εἰς τό Ἑλληνικόν Ἔθνος συνεχῆ ἐπαγρύπνησιν».

Ἡ κυκλοφορία τοῦ βιβλίου προκάλεσε ἔντονη γιουγκοσλαυϊκή ἀντίδραση. Ὁ τύπος τούς ὑπογράμμιζε τόν ἐπίσημο χαρακτήρα του καί τό ὅτι ἦταν ἔργο πού εἶχε συσταθῆ ἐπισήμως ἀπό τόν ἴδιο τόν Πρωθυπουργό τῆς Ἑλλάδος. Καί ἡ Κυβέρνησίς τους προέβη σέ διάβημα.

Παράλληλα, ἡ Ἑλλάς ἀπέστειλε πίσω ὅσες ἐπιστολές τῆς Μει­­­­κτῆς Μεθοριακῆς Ἐπιτροπῆς χρησιμοποιοῦσαν τήν ψευτο­μα­­­­­­­­κε­δονική γλῶσσα.

Ἡ Γιουγκοσλαυία ἀπό τήν ἄλλη, ἀνακοίνωσε ὅτι θά γυρίσει ται­­­­νία μέ θέμα τίς… διώξεις τῶν “Αἰγαιατῶν Μακεδόνων”… Ἡ ται­­νία θά εἶχε τόν τίτλο «Μαῦρος Σπόρος» καί οἱ Γιουγκοσλαῦοι εἴ­χαν ἀνακοινώσει τήν συμμετοχή σέ αὐτήν τῶν Ἑλλήνων “δη­μοκρατών” Μίκη Θεοδωράκη, Μελίνας Μερκούρη καί Κώστα Γα­βρά! Δηλαδή οἱ παραπάνω ἐπιθυμοῦσαν νά συμμετάσχουν σέ ἀνθελληνική ταινία, μόνο καί μόνο γιά νά κάνουν “ἀντίσταση” στό ἑλληνικό καθεστώς…

Ἡ ΚΥΠ μέ ἔγγραφό της πρός τό Ὑπουργεῖο Ἐξωτερικῶν μέ ἡμε­ρομηνία 22 Σεπτεμβρίου 1970 συνέστησε νά ἀσκηθῆ ἐντονο­τά­τη πίεσις τῆς Ἑλλάδος ὥστε νά ματαιωθῆ τό γύρισμα τῆς ταινίας, ἀλλά καί πίεσις μέσω τῆς κοινῆς γνώμης πρός τούς Ἕλληνες πού ἤθελαν νά συμμετάσχουν.[9] Ἀκολούθησε ἀνακοίνω­σις τῆς Γενι­κῆς Διευθύνσεως Τύπου καί μαχητική ἀρθρογραφία, μέ ἀπο­τέλε­σμα ἡ ταινία νά ἀναβληθῆ…

Ἀκολούθησαν ὅμως ἄλλες προκλητικές ἐνέργειες, ὅπως ἡ ἐπί­σκεψις τοῦ Μίκη Θεοδωράκη στόν Τίτο τό καλοκαίρι καί ἡ ἔντασις τῶν ἐκπομπῶν τοῦ Ρ/Σ Σκοπῖων στά ἑλληνικά ἀπό τόν Δεκέμβριο.

Ἡ Ἑλλάς στίς 22 Μαρτίου 1971 προέβη σέ αὐστηρό διάβημα ὑπό τίς προσωπικές ὁδηγίες τοῦ Ὑφυπουργοῦ Ἐξωτερικῶν Χρή­στου Ξανθόπουλου – Παλαμᾶ πρός τόν πρέσβυ Τετενέ.[10]

“Ἀπόλυτος ἡ ἐθνική ὁμοιογένεια καί τό ἐθνικό αἴσθημα τοῦ ἑλληνικοῦ πληθυσμοῦ”

Σέ οἰκονομικό ἐπίπεδο οἱ ἑλληνογιουγκοσλαυικές σχέσεις εἴ­χαν μία πρόο­δο. Τόν Ἰούνιο τοῦ 1969 ἡ Μεικτή Ἐπιτροπή Ὑδρο­οι­κο­νομίας κατέ­ληξε στήν συμφωνία γιά ἐκπόνησι μελέτης γιά τήν ἀξιοποίησι τοῦ Ἀξιοῦ, ἡ ὁποία καί τελικά ὑπεγράφη στίς 12 Ἰου­νίου τοῦ 1970.

Ἐντός τοῦ ἔτους 1969 οἱ ἐξαγωγές μέ τήν Γιουγκοσλαυία ση­μείωσαν αὔξησι κατά 71%. Τόν Νοέμβριο τοῦ 1969 συνῆλθε Μει­κτή Ἐπιτροπή Ὁδικῶν Με­ταφορῶν ἡ ὁποία ξανασυναντή­θηκε τόν Δεκέμβριο τοῦ 1970. Τόν Δεκέμβριο τοῦ 1969 συνῆλθε Μεικτή Ἐπιτροπή Τουρι­σμού, μέ ἀποτέλεσμα ἀπό τόν Αὔγουστο τοῦ 1970 νά ἁπλου­στευ­θῆ ἡ δια­δικασία χορηγήσεως θεωρήσεων καί νά αὐξηθῆ τό ρεῦμα Γιου­γκοσλαύων τουριστῶν στήν Ἑλλάδα.

Στίς 16 Ἰουνίου 1971 ὁ Γιουγκοσλαῦος Ὑπουργός Ἐξωτερικῶν Tepavac διῆλθε ἀπό τήν Ἀθήνα καθώς ἐπέστρεφε ἀπό ταξείδι στήν Κίνα. Καί ἐκεῖ συναντήθηκε μέ τόν Ἕλληνα Ὑφυπουργό Ἐξω­τερικῶν Χρῆστο Ξανθόπουλο – Παλαμά.

Ὁ Tepavac ζήτησε τότε γιά πρώτη φορᾶ τό “μακεδονικό” νά μπεῖ “στό ψυγεῖο” καί νά ἐκτοπισθῆ στήν ἀτζέντα τους, ἀπό τήν δεύτερη ἤ τρίτη σειρά, «στήν 5, 7η ἤ καί 10η». Στό σημείωμά του πρός τόν Πρωθυπουργό τῆς ἰδῖας ἡμέρας, ὁ Παλαμᾶς ἐκτίμησε ὅτι ἡ στροφή τοῦ Βελιγραδίου εἶναι πολύ σο­βαρῆ καί δείχνει αἴσθημα ἀνασφαλείας.[11]

Στίς 8 Σεπτεμβρίου 1971 ὁ Ὑφυπουργός Ἐξωτερικῶν της Ἐλ­λά­δος Χρῆστος Ξανθόπουλος – Παλαμᾶς μετέβη -κατόπιν προ­σ­κλή­­σεως- στό Βελιγράδι. Δέν συναντήθηκε μέ τόν Τίτο, ἀλλά μέ τόν Πρωθυπουργό Bijedic καί τόν Ὑπουργό Tepavac.

Τό κλῖμα ἦταν ἰδιαίτερα θετικό, σέ σχέσι μέ ὅσα εἶχαν προη­γηθεῖ. Σέ ἐπίπεδο διμερῶν σχέσεων, συζητήθηκαν θέματα ὅπως ἡ ἀξιοποίησις τοῦ Ἀξιοῦ, ὁ τουρισμός, οἱ ἀπαιτήσεις τῆς Ἑλλάδος γιά ἀποζημιώσεις ἀπό ἐθνικοποιήσεις, ἡ πιθανή κατασκευή ἑνός πετρελαιαγωγοῦ Θεσσαλονίκης – Σκοπίων, καθώς καί ἡ πιθανό­τη­­­τα ἐπαναδραστηριοποιήσεως τῆς Μεικτῆς Δϊυπουργικῆς Ἐπι­τρο­­­πῆς πού εἶχε ἱδρυθεῖ τό 1965.

Ὁ Tepavac δέν παρέλειψε φυσικά, νά κάνει λόγο καί στό “μα­κεδονικό”, ἀλλά μέ πολύ προσοχή. Ἰσχυρίσθηκε ὅτι ἡ Ἑλλάς πρέ­πει νά ἀναγνωρίση «τό γεγονός τῆς ὑπάρξεως τῆς ἐθνικῆς ὀντό­τη­τος τῆς Μακεδονίας». Ἀλλά συμπλήρωσε ὅτι πρόκειται γιά ζήτημα πού μπορεῖ νά τεθῆ «σέ δεύτερη καί τρίτη μοίρα».

Ὁ Παλαμᾶς τοῦ ἀπάντησε μέ δυναμισμό:

«- Ὑπάρχει ἀπόλυτος ἐθνική ὁμοιογένεια τοῦ ἑλληνικοῦ πλη­θυ­­σμοῦ. Δέν γνωρίζομεν ἐάν μακεδονικόν θέμα ὑπάρχη ἐκτός τῆς Ἐλ­λάδος. Ἐν Ἑλλάδι ὅμως εἶναι ἀνύπαρκτον.

– Οὐδεμία μειονότης ὑφίσταται ἐντός τῆς Ἑλλάδος πλήν τῆς μουσουλμανικῆς. Γλωσσικά ἰδιώματα ὑπάρχουν καί εἰς τήν Ἑλλά­δα, ἀλλά οὐδόλως συνιστοῦν μειονότητας.

– Ὁ σεβασμός τῆς ἀρχῆς τῆς μή ἐπεμβάσεως εἰς τά ἐσωτερικά τοῦ κάθε Κράτους, δέν συμβιβάζεται μέ ἀμφισβητήσεις τοῦ ἐθνι­κοῦ αἰσθήματος μέρους τοῦ ἑλληνικοῦ πληθυσμοῦ».[12]

Τό κάπως βελτιωμένο κλῖμα -μετά τήν ὑποχώρησι τῆς Γιου­γκο­­σλαυίας στό θέμα τοῦ “μακεδονικοῦ”- συνεχίζεται ὅταν στίς 6 Ὀκτωβρίου 1971 ὁ Πρωθυπουργός Γεώργιος Παπαδόπουλος συ­να­­ντά­ται μέ τό πρέσβυ τῆς Γιουγκοσλαυίας.

“ΟΧΙ” στά Σκόπια

Τήν ἄνοιξη τοῦ 1971 τό Οἰκονομικό Ἐπιμελη­τη­ριο τῶν Σκο­πίων προσκάλεσε τόν πρόεδρο τοῦ Ἐμπορικοῦ καί Βιο­μηχανικού Ἐπιμελητηρίου Θεσσαλονίκης Διαμαντῆ. Καί ἡ Κυ­βέ­ρνη­σις ἔδωσε ὁδηγίες στήν Περιφέρεια Κεντρικῆς καί Δυτι­κής Μα­κεδονίας νά τόν ἀποτρέψη, διότι ἡ πρόσκλησις ἔγινε στήν ψευ­το­μα­κεδονική γλῶσσα. Ἔτσι ἡ πρόσκλησις ἐπεστράφη ὡς «ἀκα­τά­ληπτος».

Ἐπίσης, ἀπό τά μέσα τοῦ 1971 ἤδη, παρατηρήθηκε μία τάσις κάποιων ἐπιχειρηματιῶν τῆς Θεσσαλονίκης νά συνεργασθοῦν μέ ξενοδόχους καί τουριστικούς πράκτορες τῶν Σκοπῖων! Ἡ Ἑλληνι­κή Κυβέρνησις ἀμέσως ἔδρασε:

Τόν Ἰούλιο τοῦ 1971 τό Ὑπουργεῖο Ἐσωτερικῶν ἔδωσε ὁδηγίες πρός τό Ὑπουργεῖο Βορείου Ἑλλάδος γιά τήν ἀποτροπή τέτοιου ἐνδε­χομένου.[13] Ἀπό ἔγγραφο τῆς Χωροφυλακῆς Θεσσαλονίκης μα­θαί­νουμε τό ἀποτέλεσμα:

«Ἡ Ὑπηρεσία… ἐκάλεσε τούς (ὀνόματα ἐπιχειρηματιῶν) καί διά καταλλήλου χειρισμοῦ τῆς ὅλης ὑποθέσεως ἀπέσπασεν τήν ἀβία­στον συγκατάθεσιν τῶν πρός ματαίωσιν τῶν σχεδίων…».[14]

Παράλληλα, ἡ Ἑλλάς ἀρνήθηκε ὁποιαδήποτε μορφή μο­ρφω­­­τικής συνεργασίας μέ τήν Γιουγκοσλαυία, ἐφ’ ὅσον θά σχε­τιζόταν μέ τά Σκόπια ἤ ἱδρύματά τους, ἤ τήν ψευτο­μακε­δο­νι­κή γλῶσσα: Ἦταν ὁ λόγος πού εἶχε ἀποτύχει ἡ Μεικτή Μορφω­τι­κή Ἐπιτροπή τόν Μάιο τοῦ 1969.

Ἡ Ἑλλάς πρότεινε ἀντισχέδιο, χωρίς νά περιλαμβάνονται τά Σκόπια τόν Ἀπρίλιο τοῦ 1970.[15] Οἱ Γιουγκοσλαυία πρότεινε ἄλλο τόν Μάιο τοῦ 1971, μέ μειωμένη συνεργασία μέ τά Σκόπια. Ὅμως ἡ ἑλληνική θέσις παρέμεινε, ὅτι ἡ μή συμμετοχή τῶν Σκοπῖων «δέν δύναται ν’ ἀποτελέση ἀντικείμενον διαπραγματεύσεων».[16]

Στήν συνάντησι Γ. Παπαδοπούλου μέ τόν Γιουγκοσλαῦο πρέ­σβυ στίς 6 Ὀκτωβρίου, ὁ Πρωθυπουργός τῆς Ἑλλάδος ξεκα­θάρισε ὅτι μορφωτική συνεργασία μέ μορφή τριμεροῦς συνεργασίας Ἀθηνῶν – Σκοπίων – Βελιγραδίου ἀποκλείεται ἀπολύτως.[17]

Ἐν τέλει ἡ Ἑλλάς διαβίβασε τόν Νοέμβριο τοῦ 1971 ἀκόμη ἕνα ἀντισχέδιο, ἀλλά μόνον τυπικά.

Στήν ἐτήσια Ἔκθεσι τῆς Ἀ’ Πολιτικῆς Διευθύνσεως τοῦ Ὑπου­ργείου Ἐξωτερικῶν γιά τό ἔτος 1971, πού συνετάγη στίς 11-1-1972, ἀναφερόταν:

«Ἡ Γιουγκοσλαυία ἐφάνη ἡ πλέον δύσκολος περίπτωσις (τῶν χωρῶν τοῦ Ἀνατολικοῦ μπλόκ). Ἐπεθύμει νά ἐξαγοράση ἴσως τήν ἐλλη­­νικήν ἀνοχήν εἰς τήν προβολήν τῶν Σκοπίων…Ἡ ἡμετέρα σταθερά στάσις ἔναντι τῆς πολιτικῆς τῶν Σκοπῖων ἀλλά, κυρίως, ἡ ἐπίσκεψις τοῦ κ. Παλαμᾶ εἰς Σόφιαν, ἔπεισαν τούς Γιουγκο­σλαύους ὅτι μόνον ἐκεῖνοι ἔχαναν ἀπό τήν στάσιν των…».[18]

“Είστε μία τεχνητή ἐθνότης…”

Μέ τήν εἴσοδο στό 1972, συνῆλθε στό Βελιγράδι ἡ σύνοδος τῆς Δϊυ­πουργικῆς Ἐπιτροπῆς καί ἀποφα­σί­σθη­­κε ἡ ἵδρυσις δυό Ὑπο­επι­τροπῶν Βιομηχανίας καί Ἀγροτικῆς Συνεργασίας. Ὅμως ἡ Ἑλλάς ἀρνήθηκε ρητά πρότασι γιά σύναψι μεθοριακοῦ ἐμπορίου κα­θῶς καί τήν προώθησι τῆς ἰδέας πετρελαιαγωγοῦ Θεσσαλονί­κης Σκοπῖων, γιά εὐνόητους λόγους.[19]

Ἀπό τόν Φεβρουάριο μέχρι τό τέλος τοῦ 1972 συνῆλθαν ἀρκε­τές Μεικτές Ἐπιτροπές γιά τήν πρόοδο τῆς οἰκονομικῆς συνε­ργα­σίας, ὅπως γιά τίς Ὁδικές Μεταφορές, τόν Ἀξιό, τήν Ἁλιεία, τήν Γεωργία, τόν Τουρισμό. Οἱ σχέσεις δέν εἶχαν πολιτικές προεκτά­σεις καί οἱ σκοπιανές προκλήσεις εἶχαν ἐκμηδενισθεῖ. Στίς 16 Φεβρουαρίου 1973 ὑπεγράφη καί τό νέο ἐμπορικό πρωτόκολλο μεταξύ τῶν δυό χωρῶν.

Ἀπό τόν Ἰούλιο τοῦ 1972 οἱ Γιουγκοσλαῦοι εἶχαν ζητήσει μέ ρη­ματική διακοίνωσι, τά πρακτικά της μεθοριακῆς ἐπιτροπῆς νά συντάσσονται στά ἑλληνικά καί… “μακεδονικά”. Ὅπως εἶναι εὐ­νόητο στίς 27 Φεβρουαρίου 1973 ἦλθε ἡ ἀπόλυτη ἄρνησις τῆς Ἑλλάδος.[20]

Στίς 22 Φεβρουαρίου 1973 ὁ Ὑπουργός Ἐξωτερικῶν της Ἑλλά­δος Φαίδων Ἄννινος – Καβαλιεράτος ἔδωσε μία Συνέντευξι Τύπου στήν ὁποία μίλησε καί γιά τήν πρόοδο καί θετικές σχέσεις πού εἴ­χε ἀναπτύξει ἡ Ἑλλάς μέ τίς βαλκανικές χῶρες.

Κατά τήν Συνέντευξι ἐκείνη ὁ Ἕλληνας Ὑπουργός ἑξαίρεσε τήν Γιουγκοσλαυϊα, μέ τήν ὁποία δέν ἀναπτύχθηκαν οἱ σχέσεις σέ ρυ­θμούς ἐπιθυμητούς λόγω «ὁρισμένων τεχνητῶν ἐμποδίων πα­ρεμ­βαλλομένων ὑπό τῆς ἄλλης πλευρᾶς καί ἐξ αἰτίας τῆς στάσεως ὠρισμένων ἐπαρχιακῶν στοιχείων (σ.σ. Σκόπια)».

Στό σημεῖο αὐτό ὁ ἀνταποκριτής τῆς σκοπιανῆς «Nova Make­donija» ρώτησε τόν Ὑπουργό τί ἐννοεῖ. Καί πῆρε πληρωμένη τήν ἀπά­ντησι ἀπό τόν Καβαλιεράτο:

«Τό ἐπαρχιακόν στοιχεῖον τό ὁποῖον ἐννοοῦσα ἐγώ, εἶναι ὅτι δη­μιουργεῖται ἐν Γιουγκοσλαυίᾳ μία τεχνητή ἐθνότης, περί τῆς ὁποί­ας π.χ. πρό 50 ἐτῶν οὐδείς ἐγένετο λόγος… Ἡ δυσκολία μπορεῖ νά ἐξαλειφθῆ εὐχερῶς, ἐάν ἡ γιουγκοσλαυϊκή κυβέρνησις παύση νά ἀνα­μειγνύη αὐτό τό τεχνητόν θέμα εἰς τᾶς σχέσεις μεταξύ τῶν δύο χωρῶν».

Ἡ Ἑλληνική Κυβέρνησις προχώρησε ὅσο καμμία ἄλλη Ἐλλη­νική Κυβέρνησις δέν εἶχε τολμήσει: Ἀποκήρυξε τό ὁμόσπο­νδο γιου­­­γκο­­σλαυ­ϊκό κρατίδιο τῶν Σκοπῖων (“Σο­βιετικῆ Δημο­κρα­τία τῆς Μακε­δο­νίας”, τήν ὀνόμαζαν οἱ Γιουγκο­σλαύ­­οι) ὡς ἕνα ἀνύ­πα­ρκτο «τε­χνη­τό ἔθνος»!

Φυσικά οἱ Γιουγκοσλαῦοι ἀντέδρασαν καί ὁ ὑπουργός Ἐξωτε­ρικῶν τούς Minic ἐπέδωσε διαμαρτυρία στόν Ἕλληνα πρέσβυ στό Βε­λιγράδι. Ἡ δέ 3η σύνοδος τῆς Δϊυπουργικῆς Ἐπιτροπῆς πού ἔγινε στήν Ἀθήνα, διεξήχθη μέσα σέ βαρύ κλῖμα.

Ἀλλά ἔκτοτε καί ὅσο ὁ Γεώργιος Παπαδόπουλος παρέμεινε στήν ἐξουσία, ἡ Γιουγκοσλαυία δέν ἀνακίνησε ξανά τό θέμα. Ἀντι­­­­θέ­­τως τόν Σεπτέμβριο τοῦ 1973 ὑπεγράφη καί Σύμβασις με­ταξύ τῆς ΔΕΗ καί γιουγκοσλαυϊκού ὀργανισμοῦ γιά τήν σύνδεσι γραμ­μῆς ὑπερυψηλῆς τάσεως 400KW μεταξύ τῶν δύο χωρῶν.

Πρόγραμμα γιά τήν ἄμυνα τῆς Μακεδονίας 1967 – 1973

Ὁ Νικόλαος Γκαντώνας διετέλεσε Γ.Γ. τοῦ Ὑπουργείου Βο­ρείου Ἑλλάδος (1967 – 1971) καί Περιφερειακός Διοι­κητής Κεντρι­κής καί Δυτικῆς Μακεδονίας. Στά ἀπομνημονεύ­ματά του ἔγραψε:

«Οὐδέποτε ἀπό τῆς ἀπελευθερώσεως τῆς Μακεδονίας καί Θρά­κης εἶχεν ἄλλοτε δοθῆ τόση ἔμφασις εἰς τήν ἄμυναν τοῦ χώ­ρου κατά τῶν δυό αὐτῶν ἀπειλῶν. Ο Γ. Παπαδόπουλος κατέχων καλῶς τά δυό θέματα ἔδωσε μεγάλην σημασίαν καί ἐνήργει βάσει ἑνός προγράμματος κάτ΄ἐξοχήν ἐθνικοῦ…».[21]

Ὁ Νικόλαος Γκαντώνας μέ τόν Γ. Παπαδόπουλο

Πράγματι, ἡ Κυβέρνησις Γ. Παπαδοπούλου δημιούργησε ἕνα “Εἰ­δι­κό Πρόγραμμα Παραμεθορίων Περιοχῶν”, τοῦ ὁποίου στόχος ἦταν ἡ δυναμική προώθησις τῆς ταχύτερης δυνα­τῆς ἀνα­πτύξεως, ὡς μέσον πρόσθετης θωρακίσεως εὐπα­θῶν μεθορια­κῶν περιο­χῶν. Τό Πρόγραμμα προέβλεπε:

Πυκνό ὁδικό δίκτυο, ἠλεκτροδότησι – ὑδροδότησι, ἵδρυσι βιο­μηχανικῶν μονάδων καί ἐγγειοβελτιωτικῶν ἔργων, ραδιοφωνι­κή ἤ τηλεοπτική κάλυψι[22], ἀνέγερσι νέων δημαρχιακῶν ἤ νομα­ρχια­­κῶν κτιρίων, ναῶν, σχολείων, πλατείας, ἡρώων, ἀγροτικῶν ἰα­­τρεί­ων στά χωριά κ.λπ.
Οἱ Νομοί Σερρῶν, Κιλκίς, Πέλλης καί Φλωρίνης ὑπήχθη­σαν στήν Μείζονα Περιοχή Δ στήν ὁποία θεσπίσθηκαν δρα­­­στικά φορολογικά καί πιστωτικά κίνητρα γιά ταχύρρυθμη ἀνά­­­πτυξι.
Χρηματοδοτήθηκαν καί ἀνε­γέρθηκαν ἤ ἐπισκευάσθηκαν 334 ναοί τῶν παραμεθορίων πε­ριο­χῶν καί στόν Νομό Φλω­­­ρί­νης ἀντικαταστάθηκαν τά κατάλοιπα σλαυϊ­­κῶν ἐκκλη­σιῶν, ἀπό τήν ἐποχή τῆς τουρκοκρατίας.
Προβλέφθηκε μέριμνα ἀναπτύξεως νηπιοτροφείων καί 5ετές πρόγραμμα ἐξαλείψεως τῆς διγλωσσίας τῶν Ἑλλήνων σλαυ­ο­φώ­νων.
Ἐλήφθη μέριμνα γιά μετονομασία τοπωνυμίων μέ σλαυι­κή ἤ βουλγαρική ἤ τουρκική προ­έ­λευ­ση (Β.Δ. 317/1968 κ.ἄ.)
Χρηματοδοτήθηκαν ἐθνικές ὀργανώσεις τῆς Μακεδονίας καί ἱδρύθηκε πλῆθος εὐαγῶν ἱδρυμάτων.
Εἰδικό βάρος δόθηκε στίς ἀρχαιολογικές ἔρευνες γιά τήν Μα­κεδονία καί τήν ἑλληνικότητά της.
Ὁ Ὑφυπουργός Προεδρίας τήν περίοδο 1970 – 1971, Δημήτριος Τσάκωνας, μέ ἁρμοδιότητα στά θέματα ἀποδήμου Ἑλληνισμοῦ, πολιτιστικῶν ὑποθέσεων καί ἀρχαιοτήτων, ἀναφέρει:

«Ὡς πρός τάς ἀρχαιότητας, ἡ προσοχή μου ἐστράφη εἰς τόν το­μέα τῶν ἀνασκαφῶν μέ ἐπίκεντρον τάς ἐν Μακεδονίᾳ, ἔνθα ἐστιά­ζετο τό ἐνδιαφέρον τῆς Κυβερνήσεως δι’ εὐνοήτους λόγους…».[23]

Ὁ διευθυντής τοῦ ἰδιαιτέ­ρου γραφείου τοῦ Υ.Β.Ε. Στέφανος Κάργας ἀναφέρει:

«Τό ΥΒΕ κίνησε τήν διαδικασία ἀνασκαφῶν σέ ἀρχαιολο­γι­κούς χώρους τῆς Μακεδονίας. Οἱ καθηγητές Δ. Παντερμανλής καί ὁ ἀείμνηστος Μανώλης Ἀνδρόνικος, μετά ἀπό ἀκρόασή τους στό Γρα­φεῖο τοῦ Γέν. Γραμματέα τοῦ ΥΒΕ Νικ. Γκαντώνα, πῆραν τήν πρώ­­­τη χρηματοδότηση γιά ἔναρξη ἀνασκαφῶν στό Δίο τοῦ Ὀλύ­μπου καί στήν περιοχή τῆς Βεργίνας ἀντίστοιχα, μέ τά γνωστά λα­μπρά ἀποτελέσματα, ὕστερα ἀπό μερικά χρόνια…».[24]

Ἀξιόλογα εὑρήματα ὑπῆρξαν ἐπίσης στήν Πέλλα καί τήν Θεσ­σα­λονίκη.

Ἀνεγέρθηκε ὁ ἀνδριάντας τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου στήν παραλία Θεσσαλονίκης καί προκηρύχθηκε διαγωνισμός γιά τήν ἀνέ­γερσι ἀνδριάντων τῶν: Βασιλείου Βουλγαροκτόνου –

Ἴωνος Δραγούμη – Παύλου Μελᾶ.[25]
Ὀχύρωσις Συνόρων: Τόν Ἰούνιο 1968, ἀποφασίσθηκε ἡ πλή­ρης ἀνακατασκευή καί ἐπέ­κτασις τῆς ὀχυρωματικῆς γραμμῆς Μα­κεδονίας – Θράκης μέ ἐθνικούς πόρους. Γιά αὐτόν τόν σκοπό, ἰδρύ­θηκε ἡ 100 Σ.ΔΙ. (Στρατιωτική Διοί­κησις) ἡ ὁποία ἀποτελέ­σθη­κε ἀπό τρεῖς Δ.Ε.Ο. (Διευθύνσεις Ἔρ­γων Ὀχυρώ­σεως). Μέχρι τό 1973 ἡ ὀχυρωματική γραμμή ἐξοπλίστηκε μέ νέα ὀπλι­­­­κά συστήματα καί ἐπεκτάθηκε τόσο ἀνατολικά ὡς τόν Ἕβ­ρο, ὅσο καί δυτικά ὡς τό Κιρλί Δερβέν, καλύπτωντας τήν Φλώ­ρι­να.

Ὁ ἀνδριάντας τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου στήν παραλία Θεσσαλονίκης

Συμπερασματικά:

Τό ἄνοιγμα πρός Ἀνατολᾶς τῆς περιόδου 1969 – 1973 εἶχε τήν μικρότερη ἀπόδοσι στίς σχέσεις μέ τήν Γιουγκοσλαυία. Καί τοῦτο ὀφειλόταν ἀποκλειστικά στήν ἐμμονή τῆς τελευταίας μέ τόν μύθο τοῦ “μακεδονικοῦ” πού εἶχε τεχνηέντως δημιουργήση.

Ἡ Ἑλλάς, καθ’ ὅλην τήν περίοδο 1967 – 1973 τήρησε μία ἐθνικά ἀνυποχώρητη πολιτική ἀπέναντι στό λεγόμενο “μακεδονικό” καί τά Σκόπια. Κράτησε μία στάσι ἀπόλυτα ἐθνική, σταθερή καί δυναμική:

– Κατήργησε τήν ἐθνικά ἐπικίνδυνη συμφωνία μεθοριακῆς ἐπι­­­κοινωνίας καί ἐξάλειψε τήν ἐχθρική προπαγάνδα στήν περιο­χή τῆς Μα­κεδονίας.

– Ἀρνήθηκε τήν ὕπαρξι “μακεδονικοῦ” ζητήματος καί ἀπέ­κρου­σε δυναμικά ὁποιαδήποτε “μακεδονική” μειονότητα ἤ γλῶσ­σα

– Διεκήρυξε καί ἀνέδειξε τήν καθολική ἑλληνικότητα τῆς Μα­κε­δονίας

– Κατήγγειλε τούς “σλαυομακεδόνες” τῶν Σκο­πίων ὡς «τε­χνη­τό ἔθνος»

– Ἔλαβε πρωτοφανῆ μέχρι τότε μέτρα γιά τήν ἀνάπτυξι, τήν τόνωσι τοῦ ἐθνι­­κοῦ φρονήματος, τήν παιδεία καί τήν διαφύλαξι τῆς ἐλλη­νικότητος τῆς Μακεδονίας σέ κάθε τομέα.

– Θωράκισε ἀμυντικά τήν μεθόριο μέ ὀχυρώσεις γιά τήν ἀντι­μετώπισι ὁποιασδήποτε ἐπιβουλῆς.

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

[1] Ἀπό τό 1924 τό ΚΚΕ ἀγωνιζόταν γιά τήν δημιουργία “Μακεδο­νικοῦ” ζητήματος στήν Ἑλλάδα. Ἀκολουθώντας τίς ὁδηγίες τοῦ 5ου Συνεδρίου τῆς Γ΄ Διεθνούς, τό ΚΚΕ στό 3ο ἔκτακτο Συνέδριό του διεκήρυξε: «Ἀνε­ξα­ρτησία στή Μακεδονία καί στή Θράκη. Ἄν δέν συντρίψουμε τόν ἐθνικό ζυ­γό τῆς ντόπιας μπουρζουαζίας πού βαρύνει πάνω σ’ἐμᾶς, δέν μποροῦμε ἀλλοιώτικα νά γλυτώσουμε ἀπό τούς κατακτητικούς καί ἰμπερια­λιστι­κούς πολέμους… Νά γιατί ἀγωνιζόμαστε γιά τήν ἕνωση τῶν τριῶν τμη­μά­­των τῆς Μα­κεδονίας καί Θράκης καί γιά μιά ἑνιαία καί ἀνεξά­ρτητη κρα­τική τους ὕπαρξη. Ζήτω τό εἰρηνικό προλεταριάτο. Ζήτω ἡ ἀνεξά­ρτη­­τη Μα­­κεδονία καί Θράκη»! («Ριζοσπάστης» 14 – 12 – 1924). 14 – 12 – 1924).

[2] Ἡ Γιουγκοσλαυΐα μέχρι τό 1948, (καί ἡ Ἀλβανία καί Βουλγαρία μέ­χρι τέλους) ὑπεκίνησαν, ἐκπαίδευαν καί ἐνίσχυαν συνεχῶς τόν Δ.Σ.Ε. κατά τήν περίοδο 1946 – 1949. Στίς τάξεις τοῦ ἐνετάχθη καί “Σλαυο­μα­κε­δο­νική Ταξιαρχία – NOF”. Στίς χῶρες αὐτές ὑπῆρχαν τά στρατό­πεδα ἐκ­παι­δεύσεως καί τά ὁρμητήριά του. Ἐνῶ τό ΚΚΕ στήν 5η Ὁλομέλειά του (30 – 1 – 1949), ὡς ἀντάλλαγμα, ἐπεκύρωνε τήν συμφωνία γιά δημιουργία “Αὐτονόμου Μακεδονικοῦ Κράτους” στό πλαί­σιο μιᾶς «Βαλκανικῆς Κομ­μουνιστικῆς Ὁμοσπονδίας»!

.