Το πρώτο εδάφιο του άρθρου 8 ν. 3198/1955 προβλέπει την καταβολή μειωμένης κατά το ήμισυ αποζημίωσης σε περίπτωση αποχώρησης του μισθωτού

18 Ιουνίου 2020


Το πρώτο εδάφιο του άρθρου 8 ν. 3198/1955 προβλέπει την καταβολή μειωμένης κατά το ήμισυ αποζημίωσης σε περίπτωση αποχώρησης του μισθωτού με τη συναίνεση του εργοδότη, με τη συνδρομή των οριζομένων σ’ αυτό προϋποθέσεων της συμπλήρωσης του ορίου συνταξιοδότησης ή της δεκαπενταετούς υπηρεσίας στον ίδιο εργοδότη ή του 65ου έτους της ηλικίας του μισθωτού, ενώ με το δεύτερο εδάφιο προβλέπεται και η με ελεύθερη επιλογή μονομερής πλέον λύση της εργασιακής σχέσης είτε από τον μισθωτό είτε από τον εργοδότη, εφόσον συντρέχει η προϋπόθεση της λήψης πλήρους σύνταξης γήρατος.

Μεταξύ της κατά το πρώτο εδάφιο συναινετικής λύσης της εργασιακής σχέσης και της μονομερούς λύσης αυτής κατά το δεύτερο εδάφιο δεν υπάρχει ουσιώδης εννοιολογική διαφορά, ούτε ανακύπτει σπουδαίος κοινωνικός λόγος που να επιβάλλει τον περιορισμό της άσκησης της αγωγής καταβολής της προβλεπόμενης από τις διατάξεις αυτές αποζημίωσης εντός της εξάμηνης αποσβεστικής προθεσμίας μόνο στην περίπτωση του δευτέρου εδαφίου.

Επομένως, η εξάμηνη αποσβεστική προθεσμία του άρθρου 6 παρ. 2 ν. 3198/1955 για την καταβολή ή τη συμπλήρωση της μειωμένης αποζημίωσης εφαρμόζεται και στην περίπτωση του πρώτου εδαφίου του άρθρου 8, αφού δεν περιορίζεται ρητά με παραπομπή του προστεθέντος κειμένου σε μόνη την γενόμενη νέα ρύθμιση. | Το άρθρο 6 παρ. 2 ν. 3198/1955 αφορά αγωγή περί καταβολής ή συμπλήρωσης της αποζημίωσης που οφείλεται σύμφωνα με τον ν. 2112/1920 ή το β.δ. της 16/18.7.1920, ήτοι εκείνης που είναι ίση με το σύνολο των αποδοχών τις οποίες θα ελάμβανε ο απολυόμενος μισθωτός κατά τον χρόνο της καταγγελίας, εάν αυτή λάμβανε χώρα, και όχι αγωγή που αφορά πρόσθετη αποζημίωση συμφωνημένη νομίμως, πέραν της οριζομένης από τον ως άνω ν. 2112/1920 (άρθρο 361 Α.Κ.) ή αποζημίωση που αυτός δικαιούται από άλλη αιτία, όπως από διατάξεις άλλων ειδικών νόμων, από σ.σ.ε. και από δ.α. οι οποίες παραπέμπουν στον ν. 2112/1920 μόνο για τον καθορισμό του μεγέθους της αποζημιώσεως, εκτός αν οι διατάξεις αυτές παραπέμπουν και στο άρθρο 6 του ν. 3198/1955.

Κρίση ότι, στην προκειμένη περίπτωση, αντικείμενο της αγωγής δεν ήταν η καταβολή ενός επιπλέον ποσού δυνάμει κάποιας άλλης αιτίας, όπως σύμβαση (άρθρο 361 Α.Κ.), αλλά η συμπλήρωση του ποσού της οφειλομένης αποζημίωσης που προβλέπεται για την περίπτωση απροειδοποίητης καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας λόγω μη συνυπολογισμού σε αυτήν του συνόλου της ποσοστιαίας αύξησης ορισμένων επιδομάτων κατά την οικειοθελή αποχώρηση των αναιρεσειόντων από την εργασία τους, εξ αιτίας συνταξιοδότησης, με τη συναίνεση της αναιρεσίβλητης εταιρείας.

Το γεγονός ότι εξετάζεται σε άλλη εκκρεμή δίκη ζήτημα που αποτελεί βάση άλλης αξίωσης, η οποία όμως συνδέεται με την επίδικη, δεν αποτελεί νομικό κώλυμα που εμποδίζει την δικαστική επιδίωξη της επίδικης αξίωσης, η οποία κατά την έννοια του άρθρου 251 Α.Κ. είχε ήδη γεννηθεί και ήταν δικαστικώς επιδιώξιμη, και κατά συνέπεια δεν συνιστά λόγο ανωτέρας βίας που να εμποδίζει την άσκησή της από τον δικαιούχο, αλλά μπορεί να στοιχειοθετήσει κατά την περί τούτου κρίση του δικαστηρίου μόνο δικονομικό λόγο αναστολής της προόδου της νέας δίκης μέχρι την περάτωση της προηγουμένης, κατά το άρθρο 249 Κ.Πολ.Δ.

Για την κατά το άρθρο 251 Α.Κ. γέννηση της αξίωσης, δεν απαιτείται γνώση του δικαιούχου για την ύπαρξη αυτής ή για το πρόσωπο του υποχρέου, σε αντίθεση με τις αξιώσεις από αδικοπραξία, και συνεπώς η εκ μέρους του δικαιούχου άγνοια της αξίωσής του δεν ασκεί καμία επιρροή για την έναρξη του χρόνου παραγραφής. |

Ζητήματα διαχρονικού δικονομικού δικαίου (Απόφαση Αρείου Πάγου του 2019, Επιθεώρησις Εργατικού Δικαίου, τόμος 2019, σελ. 1233 επ.).

.