Οδυσσέας Ελύτης

17 Μαρτίου 2006

elytis.JPGΟ Οδυσσέας Αλεπουδέλης,τελευταίος από τα έξι παιδιά του Παναγιώτη Αλεπουδέλη και της Μαρίας Βρανά, γεννήθηκε στις 2 Νοεμβρίου του 1911 στο Ηράκλειο της Κρήτης. Κατάγεται και από τους δυο γονείς του από τη Μυτιλήνη.

Σε πολύ μικρή ηλικία εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, όπου μεταφέρθηκε και η έδρα της επιχείρησης σαπωνοποιίας του πατέρα του που πέθανε το 1925.

Ήταν ο δεύτερος θάνατος που τάραξε την ανεμελιά της εφηβικής του ηλικίας. Ο πρώτος ήταν 7 χρόνια νωρίτερα, το 1918 όταν πέθανε σε ηλικία 20 ετών από ισπανική γρίππη η αδελφή του Μυρσίνη, το μοναδικό κορίτσι της οικογένειας.

Τα πρώτα καλοκαίρια της ζωής του περνούν στην Κρήτη, στη Μυτιλήνη και στις Σπέτσες. «Πηγαίναμε τότε τακτικά στις Σπέτσες. Οι Σπέτσες ήταν ένα νησάκι σε παρθένα κατάσταση, τότε. Δεν υπήρχανε ούτε φέριμποτ, ούτε κρις-κράφτ, ούτε βενζίνες, τίποτα και νοικιάζαμε κάτι παλιά μεγάλα δίπατα σπίτια, εντελώς άδεια, τα κουβαλούσαμε όλα από την Αθήνα.

Εμείς τα παιδιά περνούσαμε τα τρία τέταρτα της μέρας σε αυτές τις γεροφτιαγμένες παλιές, σπετσιώτικες βάρκες με τις οποίες πηγαίναμε στην αντικρινή παραλία. Εκεί όλα τα στοιχεία παίρνανε κάτι το τελετουργικό. Γίνονταν εκδρομές, πανηγύρια. Ητανε της Αγίας Παρασκευής, της Αγίας Μαρίνας και κυρίως τον Δεκαπενταύγουστο.

Ο πατέρας μου θυμάμαι, οργάνωνε λειτουργίες σε ξωκκλήσια, και αυτό μου έχει εντυπωθεί πολύ, γιατί ένιωθες ν? ανακατεύεται το λιβάνι με το θυμάρι, μια αίσθηση που για μένα χαρακτηρίζει το συνδυασμό δύο στοιχείων, του φυσικού, ας πούμε, και του μεταφυσικού. Είναι γνωστό, ότι αυτή η ηλικία ανάμεσα στα επτά και στα δεκατέσσερα παίζει μεγάλο ρόλο για έναν άνθρωπο, γιατί τότε διαμορφώνεται μέσα του ο προσωπικός μύθος.

Συλλογίζομαι μάλιστα ότι τα παιδιά που δεν είχαν την τύχη να δοκιμάσουν κάτι ανάλογο, δεν λέω το ίδιο, αντιμετωπίζουν την ζωή κάπως άοπλοι. Τους λείπει αυτό το εσωτερικό βάρος που δίνει μια διαμόρφωση μύθου προσωπικού.»

Το ημερολόγιο έδειχνε 21 Ιουλίου 1928 και το απόγευμα της μέρας εκείνης ένας πυροβολισμός τάραξε την παραλιακή τοποθεσία Αγιος Σπυρίδων της Πρέβεζας. Ενας πυροβολισμός που σήμανε το τέλος ενός ποιητή και ταυτόχρονα το τέλος μιας ολόκληρης εποχής στην ποίηση και όχι μόνο. Είχε αυτοκτονήσει ο Κώστας Καρυωτάκης. Ένα μήνα πριν από αυτό το γεγονός τελείωνε το Γυμνάσιο ο Οδυσσέας Αλεπουδέλης. Είχε περάσει τους χειμώνες του διαβάζοντας,ενώ από τα μαθητικά του χρόνια έγραφε ποιήματα και τα δημοσίευε στην «Διάπλαση των Παίδων» με ψευδώνυμα. Παρ? όλα αυτά η συνάντησή του με την Ποίηση δεν ειχε ακόμα πραγματοποιηθεί.

Ανάμεσα στα δεκαεπτά και στα εικοσιτρία του επηρεάστηκε από πολλούς ποιητές, ενώ ιδιαίτερα θα τον επηρεάσει ο Καβάφης και ο Κάλβος. Λόγω της οικογενειακής επιχείρησης συγκατανεύει αρχικά να σπουδάσει Χημεία, όμως τελικά θα στραφεί στην Νομική στην οποία γράφτηκε το 1930, αλλά δεν τελείωσε ποτέ. Συνεχίζει τις περιπλανήσεις του στην Ελλάδα. «Θεός ξέρει τι μερόνυχτα περάσαμε οδεύοντας απ? τη Ζαραφώνα στην Ιστιαία και από την Τσαγκαράδα στην Κρυσταλλοπηγή. Ετσι που ο καπνός από τα αμέτρητα τσιγάρα να γίνεται σιγά-σιγά ελατοπευκογενής και να ξαναδίνει μια λευκή σελίδα στα σώθικά μου.

Από τα 140 σημεία που πιθανόν περικλείει ο ελληνικός χώρος δεν έμεινε ούτε ένα που να μην το σφραγίσουμε με τη κάφτρα του τσιγάρου μας. Τέτοια κάφτρα είναι που σημάδεψε μια ζωή συνάμα με μια φιλία και μία χώρα».

Ως φοιτητής ο Οδυσσέας Αλεπουδέλης αναζητά μια άλλη αντίληψη και ένα διαφορετικό περιεχόμενο για την ποίηση. Είναι η εποχή που ο κόσμος έχει βγεί από τον Α Παγκόσμιο Πόλεμο, είναι η εποχή που στην Σοβιετική Ρωσία έχει ξεκινήσει η προσπάθεια οικοδόμησης του σοσιαλισμού.

Στην Δυτική Ευρώπη, όσοι νέοι επέζησαν από την φρίκη του Α Παγκοσμίου Πολέμου ζητάνε επειγόντως την αλλαγή του κόσμου. Μέσα σε αυτην την πυρετώδη επιθυμία θα γεννηθεί ένα ιδιαίτερο ρεύμα σκέψης, ο σουρεαλισμός: Κάτω από την «ομπρέλλα» του θα συναντήσουμε πολύ μεγάλα ονόματα της Τέχνης σε όλους τους τομείς, αλλά θα συναντήσουμε και απόψεις τόσο συνειδητές όσο και συγκεχυμένες: Ο σουρεαλισμός στόχευε σε μια διαφορετική θεώρηση του κόσμου και κυρίως αναζητούσε εκείνο το απόλυτο γεγονός μέσω του οποίου ο άνθρωπος μπορούσε να εκδηλώσει όλες τις δυνατότητές του και ακόμα να τις ξεπεράσει. Ο σουρεαλισμός ήταν ένα πάντρεμα του πραγματικού με το φανταστικό.

Ένας σουρεαλιστής ποιητής ήταν ο Πώλ Ελυάρ, θα επηρεάσει τον Οδυσσέα Αλεπουδέλη και θα τον κάνει να στραφεί στον σουρεαλισμό. «Συνοπτικά, νομίζω ότι με βοήθησε να βρώ τον δρόμο μου και να καταπολεμήσω τις αντιστάσεις που ήταν φυσικό να έχω σαν παιδί εικοσάχρονο. Για μένα, ήταν η μαγεία, ένα απροσδόκητο οξυγόνο μέσα στην αποτελματωμένη και υδροκέφαλη Ευρώπη. Και, όπως το βλέπω σήμερα, με βοήθησε πολύ, μόνο που ζήτησα να εξυπηρετήσει αυτός εμένα και όχι εγώ αυτόν. Εκεί βρίσκεται όλη η διαφορά».

Το 1934, ο Οδυσσέας Αλεπουδέλης είναι μέλος της «Ιδεοκρατικής Φιλοσοφικής Ομάδας του πανεπιστημίου Αθηνών» που διοργάνωνε φιλοσοφικές συζητήσεις με τη συμμετοχή των Κ.Τσάτσου, Π.Κανελλόπουλου, του Ι. Θεοδωρακόπουλου και του Ι.Συκουτρή. Τότε γνωρίζεται με το Γιώργο Σαραντάρη (1908-1941), τον πρωτοποριακό ποιητή – ακόμα δεν έχει πάρει την θέση που του πρέπει- που ήρθε από την Ιταλία για να ζήσει τα τελευταία χρόνια της νιότης και της δημιουργίας του στην αγαπημένη του πατρίδα και τελικά να πεθάνει σ? αυτήν στον πόλεμο του ?40.

Ο Σαραντάρης τον ενθαρρύνει στις ποιητικές του προσπάθειες, και τον γνώρισε στο κύκλο του περιοδικού «Νέα Γράμματα» που διευθυντής του ήταν ο Αντρέας Καραντώνης. Αυτό το περιοδικό έγινε το πνευματικό όργανο της γενιάς του ?30 που φιλοξένησε στις στήλες του όλα τα νεoτεριστικά στοιχεία, κρίνοντας ευνοϊκά και προβάλλοντας τις δημιουργίες των νέων Ελλήνων ποιητών.

Το 1935 ο Ελύτης γνώρισε τον Ανδρέα Εμπειρίκο που μαζί με τον Νίκο Εγγονόπουλο εισήγαγαν στην Ελλάδα τον υπερρεαλισμό.Θα δεθούν με μεγάλη φιλία. Το Πάσχα εκείνης της χρονιάς θα ταξιδέψουν στην Λέσβο, όπου με την συμπαράσταση των Μυτιληνιών ζωγράφων Ορέστη Κανέλλη και Τάκη Ελευθεριάδη ανακαλύπτουν την τέχνη του λαϊκού ζωγράφου Θεόφιλου που είχε πεθάνει το 1934.

Το Νοέμβριο, στο 11ο τεύχος των «Νέων Γραμμάτων» δημοσιεύτηκαν τα πρώτα ποιήματα του Ελύτη, που έτσι πρωτοεμφανίστηκε στον κόσμο των γραμμάτων, καθιερώνοντας ταυτόχρονα και το ψευδώνυμό του ως αποκλειστική γραφή του έργου του.

Το 1936 οργανώθηκε και η «Α΄ Διεθνής Υπερρεαλιστική Έκθεση των Αθηνών», όπου ο Ελύτης παρουσίασε ζωγραφικούς πίνακες με την τεχνική της χαρτοκολλητικής (collage). Η νέα ποιητική σχολή αρχίζει να επιβάλλει την παρουσία της στην Ελλάδα, οι αντιπρόσωποί της πληθαίνουν, αλλά μαζί αυξάνονται και οι επικριτές της.

Το 1937 εγκαταλείποντας οριστικά τις νομικές σπουδές του και ενώ η λογοτεχνική του συντροφιά σκορπίζει, ο Ελύτης κατατάσσεται στο στρατό και πηγαίνει ως το 1938 στην Κέρκυρα, στη Σχολή Εφέδρων Αξιωματικών.

Το 1939, μετά από σκόρπιες δημοσιεύσεις ποιημάτων του σε περιοδικά, τυπώνει την πρώτη του ποιητική συλλογή «Προσανατολισμοί». Πριν απ? τα μάτια μου ήσουν φως Πριν απ? τον Ερωτα έρωτας Κι όταν σε πήρε το φιλί Γυναίκα Με την έναρξη του ελληνο-ιταλικού πολέμου ο Ελύτης, ανθυπολοχαγός στο 1ο Σύνταγμα Πεζικού, βρίσκεται στο μέτωπο, στην Αλβανία. Κινδυνεύει να πεθάνει από προσβολή κοιλιακού τύφου.

Στη διάρκεια της κατοχής γίνεται ένα από τα ιδρυτικά μέλη του «Κύκλου Παλαμά». Εκεί την Άνοιξη του 1942 ανακοινώνει το δοκίμιό του «Η αληθινή φυσιογνωμία και η λυρική τόλμη του Α. Κάλβου».

Το 1943 κυκλοφόρησε «Ο Ήλιος ο Πρώτος μαζί με τις «Παραλλαγές πάνω σε μια αχτίδα», ένας ύμνος του Ελύτη στη χαρά της ζωής και στην ομορφιά της φύσης. Στα «Νέα Γράμματα» που επανακυκλοφόρησαν το 1944, δημοσιεύει το δοκίμιό του «Τα κορίτσια», ενώ από το 1945 συνεργάζεται με το περιοδικό «Τετράδιο» μεταφράζοντας ποιήματα του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα και παρουσιάζοντας σε πρώτη δημοσίευση το ποιητικό του έργο «Άσμα Ηρωικό και Πένθιμο για τον χαμένο Ανθυπολοχαγό της Αλβανίας».

Ο πόλεμος του ?40 του έδωσε την έμπνευση και για άλλα έργα, την «Καλωσύνη στις Λυκοποριές», την «Αλβανιάδα» και την ανολοκλήρωτη «Βαρβαρία». Το 1945 – 1946 διορίστηκε για ένα μικρό διάστημα Διευθυντής Προγράμματος στο Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας.

Ακόμη συνεργάστηκε με την «Αγγλοελληνική Επιθεώρηση», την «Ελευθερία» και την «Καθημερινή», όπου κράτησε ως το 1948 μια στήλη τεχνοκριτικής. Το 1948 ταξιδεύει στην Ελβετία, για να εγκατασταθεί στη συνέχεια στο Παρίσι, όπου παρακολουθεί μαθήματα φιλοσοφίας στη Σορβόνη. Αυτή η χρονιά είναι καθοριστική για τον ποιητή, ειδικά η αναχωρήσή axion_esti_biblio.jpgτου, γιατί οι τελευταίες εικόνες αυτής της αναχώρησης μαζί με όσα θα συναντήσει στην Ευρώπη θα κάνουν να γεννηθεί το «Αξιον Εστί».

Δέκα χρόνια μετά την έκδοση του έργου, ο ποιητής θα εμπιστευθεί στον Γ. Π. Σαββίδη κάποιες σημειώσεις που εξηγούν το πώς δημιουργήθηκε το «Αξιον Εστί». «Οσο κι αν μπορεί να φανεί παράξενο, την αρχική αφορμή να γράψω το ποίημα μου την έδωσε η διαμονή μου στην Ευρώπη τα χρόνια του ?48 με ?51. Ηταν τα φοβερά χρόνια όπου όλα τα δεινά μαζί ? πόλεμος, κατοχή, κίνημα, εμφύλιος ? δεν είχανε αφήσει πέτρα πάνω στη πέτρα.

Θυμάμαι την μέρα που κατέβαινα να μπω στο αεροπλάνο, ένα τσούρμο παιδιά που παίζανε σε ένα ανοιχτό οικόπεδο. Το αυτοκίνητό μας αναγκάστηκε να σταματήσει για μια στιγμή και βάλθηκα να τα παρατηρώ. Ητανε κυριολεκτικά μες τα κουρέλια. Χλωμά, βρώμικα, σκελετωμένα με γόνατα παραμορφωμένα, με ρουφηγμένα πρόσωπα. Τριγυρίζανε μέσα στις τσουκνίδες του οικοπέδου ανάμεσα σε τρύπιες λεκάνες και σωρούς σκουπιδιών. Αυτή ήταν η τελευταία εικόνα που έπαιρνα από την Ελλάδα. Και αυτή, σκεπτόμουνα, ήταν η μοιρα του Γένους που ακολούθησε το δρόμο της Αρετής και πάλαιψε αιώνες για να υπάρξει. Πριν περάσουν 24 ώρες περιδιάβαζα στο Ουσί της Λωζάννης, στο μικρό δάσος πλάι στη λίμνη. Και ξαφνικά άκουσα καλπασμούς και χαρούμενες φωνές. Ηταν τα Ελβετόπαιδα που έβγαιναν να κάνουν την καθημερινή τους ιππασία.

Αυτά που από πέντε γενεές και πλέον, δεν ήξεραν τι θα πει αγώνας, πείνα, θυσία. Ροδοκόκκινα, γελαστά, ντυμένα σαν πριγκηπόπουλα, με συνοδούς που φορούσαν στολές με χρυσά κουμπιά, περάσανε από μπροστά μου και μ? άφησαν σε μια κατάσταση που ξεπερνούσε την αγανάκτηση.

Ητανε δέος μπροστά στην τρομακτική αντίθεση, συντριβή μπροστά στην τόση αδικία, μια διάθεση να κλάψεις και να προσευχηθείς περισσότερο, παρά να διαμαρτυρηθείς και να φωνάξεις.

Ητανε η δεύτερη φορά στη ζωή μου ? η πρώτη ήτανε στην Αλβανία ? που έβγαινα από το ατόμό μου, και αισθανόμουν όχι απλά και μόνο αλληλέγγυος, αλλά ταυτισμένος κυριολεκτικά με τη φυλή μου. Και το σύμπλεγμα κατωτερότητας που ένιωθα, μεγάλωσε φτάνοντας στο Παρίσι.

Δεν είχε περάσει πολύς καιρός από το τέλος του πολέμου και τα πράγματα ήταν ακόμη μουδιασμένα. Όμως τι πλούτος και τι καλοπέραση μπροστά σε μας! Και τι μετρημένα δεινά επιτέλους μπροστά στα ατελείωτα τα δικά μας! Δυσαρεστημένοι ακόμα οι Γάλλοι που δεν μπορούσαν να ?χουν κάθε μέρα το μπιφτέκι και το φρέσκο τους βούτυρο, δυσανασχετούσανε.

Υπάλληλοι, σωφέρ, γκαρσόνια, με κοιτάζανε βλοσυρά και μου λέγανε: εμείς περάσαμε πόλεμο Κύριε! Κι όταν καμμιά φορά τολμούσα να ψιθυρίσω ότι ήμουν Ελληνας κι ότι περάσαμε κι εμείς πόλεμο με κοιτάζανε παράξενα: α, κι εσείς έ; Καταλάβαινα ότι ήμασταν αγνοημένοι από παντού και τοποθετημένοι στην άκρη-άκρη ενός χάρτη απίθανου.

Το σύμπλεγμα κατωτερότητας και η δεητική διάθεση με κυρίευαν πάλι. Ξυπνημένες μέσα παλαιές ενστικτώδεις διαθέσεις άρχισαν να αναδεύονται και να ξεκαθαρίζουν. Η παραμονή μου στην Ευρώπη με έκανε να βλέπω πιο καθαρά το δράμα του τόπου μας. Εκεί αναπηδούσε πιο ανάγλυφο το άδικο που κατάτρεχε τον ποιητή. Σιγά-σιγά αυτά τα δύο ταυτίστηκαν μέσα μου.

Το επαναλαμβάνω, μπορεί να φαίνεται παράξενο, αλλά έβλεπα καθαρά ότι η μοίρα της Ελλάδας ανάμεσα στα άλλα έθνη ήταν ότι και η μοιρα του ποιητή ανάμεσα στους άλλους ανθρώπους ? και βέβαια εννοώ τους ανθρώπους του χρήματος και της εξουσίας.

Αυτό ήταν ο πρώτος σπινθήρας, ήταν το πρώτο εύρημα. Και η ανάγκη που ένιωθα για μια δέηση, μου ?δωσε ένα δεύτερο εύρημα. Να δώσω, δηλαδή, σ? αυτή τη διαμαρτυρία μου για το άδικο τη μορφή μιας εκκλησιαστικής λειτουργίας. Κι έτσι γεννήθηκε το «Αξιον Εστί». Πέρασα πολλές φάσεις. Τελικά, είδα ότι έπρεπε να φτιάξω ένα αυθαίρετο, αλλά εξ ίσου αυστηρό σύστημα αλληλοδιαδοχής ειδών ποιητικών και να μη διστάσω μπροστά στην αντιφατικότητα μορφής και περιεχομένου.

Γιατί βέβαια Χριστιανός δεν ήμουν με την παραδεδεγμένη έννοια. Η ηλιολατρεία μου, ο εφηβισμός μου, η θαλασσινή φύση μου, η αγάπη του χλοερού, των κοριτσιών, των φυτών, ήταν μια Σικελιανή κατάσταση που θα κινδύνευε στα μάτια των τρίτων να γίνει (όπως έγινε σε εκείνον) απλώς μια επίδειξη φυσικής ρώμης. Εντελώς διαφορετική ωστόσο ήτανε η βαθύτερη φύση μου.

Υπήρχε σε μένα ένα τρέμισμα ψυχής που προερχότανε από τη συνείδηση ότι αυτά τα πράγματα είναι ιερά και ότι πρέπει να τα δείξεις στους άλλους (που θα πεί να τα σώσεις) ή να χαθείς μαζί τους. Ο κόσμος μου ήταν αποκλειστικά νεοελληνικός και τα στοιχεία του όλα ? από τους ήρωες της Επανάστασης ως τα πορτοκάλια και τα ρόδια και τους ανέμους ? άγια πράγματα, θέματα προς μετάληψη, τοποθετημένα σε ένα φανταστικό ιδιωτικό εικονοστάσι. Αλλά που έτρεμα σε κάθε στιγμή μήπως μολευτούν.

Η αντιφατική σύζευξη του ιερατικού ύφους με την αισθησιακή μου ιδιοσυγκρασία, με βοηθούσε να εκφραστώ τέτοιος που πραγματικά ήμουν: Με το στόμα φιλώντας εχάρηκα το παρθένο κορμί Με το στόμα φυσώντας χρωμάτισα τη δορά του πελάγους Τις ιδέες μου όλες ενησιώτησα Στη συνειδήσή μου έσταξα λεμόνι Το τρέμισμα ψυχής με το οποίο προσεγγίζει ο ποιητής Οδυσσέας Ελύτης το Αιγαίο δεν είναι όμως απλώς συγκίνηση. Είναι δόνηση.

Ο ποιητής δονείται από τα ερωτήματα: Τι είναι αυτό το φώς; Τι είναι αυτές οι συστάδες νησιών; Και ακόμα παραπέρα: Πως γίνεται και καθυπόταξαν τα υλικά τους, το μάρμαρο, την πέτρα αυτοί οι άνθρωποι; Καυτά σαν την άμμο τα ερωτήματα. Το παράδειγμα δεν είναι τυχαίο

Ας δούμε πως προσεγγίζει τα πράγματα ο ποιητής.

Γράφει: «Ανάμεσα στα ευρήματα των αρχαιολογικών ανασκαφών που εμείς οι σημερινοί Ευρωπαίοι παραλείψαμε να περισυλλέξουμε και να μελετήσουμε είναι και μερικές έννοιες που κείτονταν στο ίδιο χώμα μαζί με τα παράγωγα της τέχνης τους. Η ταπεινοφροσύνη, π.χ. που απέβαλε την οξεία και καθαρή ευωδιά των μυριστικών χόρτων για να περιχυθεί με λιβάνι, μας κληροδοτήθηκε ανεξέλεγκτα κι απόμεινε μέσα μας με την αφή γυμνού πέλματος δούλου πάνω στις πλάκες περισσότερο, παρά με την υπερηφάνεια πατούσας που συνάζει σοφία στην άμμο».

Αυτήν την βαθιά ουσία προσπαθεί να ιχνηλατήσει ο ποιητής. Προσπαθεί να φτιάξει ένα πρίσμα διάφανο και να μας το δωρίσει για να δούμε και εμεις την βαθύτερη ουσία των πραγμάτων: «Λίγη ξερή, τριμμένη στα δάχτυλά σου μέντα σε πάει ολόϊσια στην σκέψη των Ιώνων». Ας θυμηθούμε εκείνα τα συγκλονιστικά λόγια του Γιάννη Ρίτσου στην «Ρωμιοσύνη»: Μένουν τα κυπαρίσσια και ο δαφνώνας. Μέσα στις αναζητήσεις του ο Ελύτης θα ανακαλύψει πρώτα-πρώτα μια θεία Λιτότητα, την μεγάλη ομορφιά του λιτού, του απέριττου, το απόσταγμα των χυμών της ζωής. Ας έλθουμε στον Ελύτη: «Εάν αποσυνδέσεις την Ελλάδα, στο τέλος θα δείς να σου απομένουν μια ελιά, ένα αμπέλι κι ένα καράβι. Που σημαίνει: με άλλα τόσα την ξαναφτιάχνεις.» «Γυμνός, Ιούλιο μήνα το καταμεσήμερο.

Σ? ένα στενό κρεβάτι, ανάμεσα σε δυό σεντόνια χοντρά, ντρίλινα, με το μάγουλο πάνω στο μπράτσο μου που το γλείφω και γεύομαι την αρμύρα του. Κοιτάζω τον ασβέστη αντικρύ στον τοίχο της μικρής μου κάμαρας. Λίγο πιο ψηλά το ταβάνι με τα δοκάρια. Πιο χαμηλά την κασέλα όπου έχω αποθέσει όλα μου τα υπάρχοντα: δυό παντελόνια, τέσσερα πουκάμισα, κάτι ασπρόρουχα. Δίπλα, η καρέκλα με την πελώρια ψάθα. Χάμου, στ? άσπρα και μαύρα πλακάκια, τα δυό μου σάνταλα. Εχω στο πλάϊ μου κι ένα βιβλίο. Γεννήθηκα για να ?χω τόσα. Δεν μου λέει τίποτα να παραδοξολογώ. Από το ελάχιστο φτάνεις πιο σύντομα οπουδήποτε. Μόνο που ?ναι πιο δύσκολο. Κι από το κορίτσι που αγαπάς επίσης φτάνεις, αλλά θέλει να ξέρεις να τ? αγγίξεις οπόταν η φύση σου υπακούει. Κι από την φύση ? αλλά θέλει να ξέρεις να της αφαιρέσεις την αγκίδα της.

Από τον «Μικρό Ναυτίλο» Ο Οδυσσέας Ελύτης επιθυμούσε πάντα να μιλά στο όνομα της φωτεινότητας και της διαφάνειας, επειδή, όπως είπε στον λόγο του στην Ακαδημία της Στοκχόλμης, «οι ιδιότητες αυτές είναι που καθορίσανε το χώρο μέσα στον οποίο μου ετάχθη να μεγαλώσω και να ζήσω. Είναι σωστό να προσκομίζει κανείς στην τέχνη αυτά που του υπαγορεύουν η προσωπική του εμπειρία και οι αρετές της γλώσσας του. Πολύ περισσότερο όταν οι καιροί είναι σκοτεινοί και αυτό που του υπαγορεύουν είναι μια όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ορατότητα». Δεν μιλώ για τη φυσική ικανότητα να συλλαμβάνει κανεις τ? αντικείμενα σ? ολες τους τις λεπτομέρειες, αλλά για την μεταφορική, να κρατά δηλαδή την ουσία τους και να τα οδηγεί σε μια καθαρότητα τέτοια που να υποδηλώνει συνάμα την μεταφυσική τους σημασιολογία.»

Ο ποιητής έχει δόσει με τα κείμενά του έξοχα παραδείγματα αυτού που θέλει να πεί: «Ο Ομηρος κινήθηκε ανέκαθεν εκεί που τελειώνει ο άνθρωπος κι αρχίζει ο θεός. Δεν αντέγραψε κανένα καράβι και καμμιά φουρτούνα, ωστόσο ποτέ καράβια και φουρτούνες δεν μας κλυδώνισαν τόσο πειστικά. Το φώς της Ελένης βγαλμένο από το φως όλων των ωραίων γυναικών της εποχής, μας αγγίζει ακόμη. Κανείς μας δεν σκέφτηκε ποτέ την ομοιότητα». Το φώς της Ελένης βγαλμένο από το φώς όλων των ωραίων γυναικών της εποχής. Από το ίδιο φώς είναι φτιαγμένες οι γυναίκες που κατοικούν στα δωμάτια της ψυχής του ποιητή. Η Αννούλα την ώρα που πλένεται, μετά που τέλειωσε τη μπουγάδα, στη μεγάλη πέτρινη γούρνα του πλυσταριου. Λευκό φωτεινό σώμα.

Η Αλεξάνδρα που διαβάζει για τις εισαγωγικές, ενώ χαϊδεύει αφηρημένα τ? αριστερό της στήθος και, σε κάποια στιγμή, με το μολύβι που κρατάει, κεντά ρυθμικά τη ρόγα του. Η Σπεράντζα καθώς το φεγγάρι προχωρεί και την κυριεύει από τα πόδια. Πλέει ανάσκελα μέσα στο φώς κι από τα γυμνά στήθη που ανεβοκατεβαίνουν, φτάνει μια μυρωδιά περιβολιού και θάλασσας. Η Δήμητρα ψηλά στην καμινάδα της ταράτσας. Ο άνεμος της παίρνει μαλλί, φουστάνι. Λάμπει απ? το ίδιο της το δέρμα και στρέφεται δεξιά κι αριστερά σαν πουλί ανεξήγητα ευτυχισμένο. Η Μπίλιω που αφήνει να πέσει το νυχτικό της, το ξανασηκώνει, τέλος το πετά και κάθεται αντικρύ στη μπαλκονόπορτα με λύμένο πίσω της τον στηθόδεσμο. Η Ινώ προτού κοιμηθεί το βράδυ. Ποτίζει τις γλάστρες και στο δυνατό φως της βεράντας, το σώμα της διαγράφεται μέσα από το αραχνοϋφαντο νυχτικό. Τη μπερδεύεις με τα λουλούδια. Η Πόπη, η Αγγέλα, η Χαρίκλεια που κοιμούνται βαθιά. Η μία με τους γλουτούς καταδώ, η άλλη ανάσκελα με το ?να χέρι στο γυμνό στήθος, η Τρίτη με το δεξί πόδι λυγισμένο και τα μπράτσα ψηλά γύρω από το κεφάλι. Ενώ από τη μπούκα της πόρτας φτάνει αεράκι από ζουλιγμένο μενεξέ και λεμονόδεντρο.

Ο Οδυσσέας Ελύτης δεν είναι ένας αρχαιολάτρης που στηρίζεται στα σύμβολα των αρχαίων μύθων. Στηρίζομαι, έχει γράψει στην εσωτερικη λειτουργία που οδήγησε στην γέννηση των μύθων αυτών. Εδώ υπάρχει ένα λεπτότατο σημείο, που πρέπει κανείς να το επισημάνει γιατί υπάρχει ο κίνδυνος να χρησιμοποιηθεί ο ποιητής για άλλους σκοπούς, να χρησιμοποιηθεί για μια επιστροφή προς τα πίσω. Στον λόγο του στην Ακαδημία της Στοκχόλμης ο Ελύτης υπογράμμισε ότι «δεν θέλω να προστεθώ στη μακρά σειρά των επικριτών του τεχνικού μας πολιτισμού. Μια σοφία παλαιή όσο και η χώρα που με εξέθρεψε με δίδαξε να δέχομαι την εξέλιξη, να χωνεύω την πρόοδο μαζί με όλα τα παρέπομένά της, όσο δυσάρεστα και αν μπορεί να είναι αυτά». Η αναζήτηση του ποιητή, η ανάδειξη της μαγείας και των μύθων, έρχεται και αυτό είναι ιδιαίτερα σπουδαίο, να δείξει τις διαφορές μας με άλλους πολιτισμούς. Προσοχή, δεν μιλά για ανωτερότητα, μιλά για διαφορές.

Το 1959 μετά από αρκετά χρόνια ποιητικής σιωπής, ο Οδυσσέας Ελύτης τυπώνει το «Άξιον Εστί», που τον άλλο χρόνο του δίνει το Α΄ Κρατικό βραβείο Ποίησης, ενώ τότε εκδίδει και τις «Έξη και Μία Τύψεις για τον Ουρανό». Προτού τυπωθεί το «Αξιον Εστί» ο ποιητής που δεν ανήκε κάν στην Αριστερά, είχε εμπιστευθεί επιλεγμένα αποσπάσματα στο αριστερό περιοδικό «Επιθεώρηση Τέχνης». Οι πρώτες αντιδράσεις για το «Αξιον Εστί» ήταν αρνητικές, πράγμα που ο Ελύτης βίωσε οδυνηρά. Ο πρώτος που ονόμασε το έργο αυτό «οριακό» για την ποίηση ήταν ο Γ. Π. Σαββίδης με άρθρο του στον «Ταχυδρόμο» τον Δεκέμβριο του 1960. Θα ακολουθήσει το 1961 το περιοδικό «Κριτική» με άρθρο του Βασίλη Νησιώτη, και το 1965 ο Δημήτρης Μαρωνίτης στο περιοδικό «Εποχές».

Το 1961 επισκέπτεται τις Ηνωμένες Πολιτείες. Το 1962 μετά από ένα ταξίδι στη Ρώμη πηγαίνει στη Σοβιετική Ενωση, ενώ το 1965 μεταβαίνει στην Βουλγαρία με πρόσκληση της «Ένωσης Βουλγάρων Συγγραφέων». To ίδιο έτος 1965 του απονέμεται από τον βασιλιά το παράσημο του Ταξιάρχου του Φοίνικος, ενώ γίνεται μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του Εθνικού Θεάτρου. Ένα χρόνο πριν στις 19 Οκτωβρίου 1964 στο κινηματοθέατρο «Ρέξ» θα παρουσιαστεί το «Αξιον Εστί» σε μουσική του Μίκη Θεοδωράκη με τον Κατράκη και τον Μπιθικώτση.

Το έργο επρόκειτο να πρωτοπαρουσιαστεί στο Φεστιβάλ Αθηνών, όμως την κυβέρνηση της Ενωσης Κέντρου την ενοχλούσε ο τόνος του έργου και η σύμπραξη του Μίκη. Ετσι παρενέβη και απαγόρευσε το ανέβασμά του στο Φεστιβάλ aksion-esti.jpgΑθηνών με πρόσχημα ότι είναι ανάρμοστη η παρουσία ενός λαϊκού τραγουδιστή, του Γρηγόρη Μπιθικώτση, στο Ηρώδειο.

Βεβαίως, λίγο αργότερα στο Ηρώδειο, θα τραγουδούσε ο Φράνκ Σινάτρα, αλλά αυτός δεν επρόκειτο να πεί ή να απαγγείλει αποσπάσματα όπως το «Προφητικόν» από το «Αξιον Εστί».

Ο ποιητήςταξιδεύει στη Γαλλία (1966) και την Αίγυπτο (1967) και ασχολείται με τη ζωγραφική και με μεταφράσεις, ως την άνοιξη του 1969 που ξαναγυρίζει στο Παρίσι.

Το 1970 μένει για ένα διάστημα στην Κύπρο, ενώ το 1971 επιστρέφει στην Ελλάδα, όπου μετά τη Μεταπολίτευση, το 1974, διορίζεται Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου του ΕΙΡΤ και μέλος για δεύτερη φορά του Δ.Σ. του Εθνικού Θεάτρου (1974 – 1977). Κατά τα χρόνια που ακολούθησαν συνέχισε το πολύπλευρο πνευματικό του έργο και το 1979 τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας.

Το 1972 αρνήθηκε βραβείο θεσπισμένο από τη δικτατορία και το 1977 αρνήθηκε την αναγόρευσή του ως Ακαδημαϊκού. Μέχρι την στιγμή της βράβευσής του έχει τυπώσει 10 ποιητικές συλλογές.

Η κορυφαία στιγμή του ποιητή κατά την δεκαετία του ΄80 ήταν η συλλογή «Τρία ποιήματα με σημαία ευκαιρίας». Η προτελευταία του συλλογή ήταν «Τα ελεγεία της Οξώπετρας». Το 1995 τυπώνεται το «Δυτικά της Λύπης», ενώ μετά θάνατον τυπώθηκε το «Εκ του πλησίον» και τα «2χ7ε».

«Εφυγε» στις 18 Μαρτίου 1996

Ο Οδυσσέας Ελύτης με το ποιητικό του έργο, υπήρξε ταυτόχρονα και μέγας γλωσσοπλάστης, δωρίζοντάς μας 8000 λέξεις που δημιούργησε η μετέπλασε με εξαιρετική φαντασία. Δεν είναι όμως λέξεις για τις λέξεις, βρίσκονται σε μια βαθιά διαλεκτική σχέση με αυτά που νιώθει ο ποιητής και επιθυμει να τα δείξει και σε μας.

Το κορυφαίο έργο του είναι το «Αξιον Εστί», ένα ορόσημο στην ποίησή μας, ένα έργο ανεπανάληπτο, ένα έργο που είναι αδύνατον να αντιγραφεί και ταυτόχρονα ένα έργο που γονιμοποιεί την ποίηση.

Ταυτόχρονα ένα έργο βαθύτατα ελληνικό, το οποίο υπερασπίζει τον ελληνισμό στην ουσία του, δεν επιχειρεί να «αποδείξει» την «ανωτερότητά» του απέναντι σε άλλους λαούς. Το ποιητικό του έργο είναι επίσης πλήρες εικόνων, φωτός και γαλάζιου του Αιγαίου, του οποίου υπήρξε με μια έννοια ο ποιητής, όχι όμως ως ένας εικονογράφος με λέξεις της ομορφιάς του, αλλά ως ένας ιχνηλάτης της βαθύτερης εσωτερικής ομορφιάς του, ένας ταξιδιώτης στο χώρο που συναντιέται η αρμονία και το μέτρο του τοπίου με την ψυχή των ανθρώπων. Το ταξίδεψε όλο ο ποιητής, ταξίδεψε στα βάθη του ιχνηλατώντας πανάρχαιες μνήμες νερού και τα βήματα της ιστορίας και των μύθων πάνω στις καυτές αμμουδιές του.

Το φώς της ποίησής του δεν είναι τα φώτα των μπάρ και της «τουριστικής ανάπτυξης». Στην ποιήσή του το Αιγαίο δεν είναι «τοπίο» ούτε «νησιά» προορισμένα για «συνεδριακό τουρισμό» και «αντιπαροχή» με πισίνες. Στην ποίησή του το Αιγαίο είναι μνήμη, ιστορία, πολιτισμός και ταυτότητα, ταυτότητα ενός ολόκληρου λαού, ταυτότητα γλώσσας, φιλοσοφίας και μύθων, μύθων που μας αποκαλύπτουν και μας καλούν ταυτόχρονα να ρίξουμε μια ουσιαστική ματιά εντός μας. Γιατί όταν ξέρεις από πού έρχεσαι, ξέρεις και που πάς.

Γιατί όταν ξέρεις από πού έρχεσαι, μπορείς να ξεχωρίσεις το ουσιαστικό από το ευτελές. «Να προφέρεις την πραγματικότητα, όπως ο σπουργίτης το χάραμα. Και να την σιμώνεις όπως ένα πλοίο την Σέριφο ή την Μήλο. Που τα βουνά ξετυλίγονται το ένα μεσ? απ? το άλλο εωσότου φανεί ο υπέροχος κώνος με τα λευκά σπίτια. Το ένα νησί χωρίζεται σε δύο ή τρία κι ο κάθετος βράχος δείχνει, από κοντά, να κρατάει την πιο παρθένα λευκή αγκαλιά. Διείσδυση σε μεγάλο βάθος μέσα στις αισθήσεις και συνάμα διαρκής ανατροπή κάθε χρηστικής αντίληψης για την φύση του υλικού κόσμου.

Πουθενά αλλού δεν ένιωσα τη ζωή μου τόσο δικαιωμένη όσο πάνω στη γέφυρα ενός πλοίου. Στη θέση τους τη σωστή τα πάντα: οι βίδες, οι λαμαρίνες, οι σωλήνες, τα συρματόσχοινα, οι αεραγωγοί, τα όργανα πλεύσεως και ο ίδιος εγώ που εγγράφω την αέναη μεταβολή παραμένοντας στο ίδιο σημείο. Ενας πλήρης, αυτάρκης και συγκροτημένος κόσμος που μου ανταποκρίνεται και του ανταποκρίνομαι και εισχωρούμε μαζί σαν ένα σώμα στον κίνδυνο και στο θαύμα. Πλοίο διαρκείας η χώρα μου.» Επιμύθιο «Ο ταχυδρόμος της Fontaine de la Roi στο Παρίσι περνούσε καθημερινά στις 3 μμ. Ηταν νομίζω Ανοιξη του ?63 που έλαβα το ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ, δώρο ευγενικό του ποιητή και το ίδιο βράδυ είχα σχεδιασμένα τα δύο πρώτα μέρη. Την Γένεση και τα Πάθη.

Θέλω μ? αυτό να δειξω πόσο ήδη ενυπήρχε μέσα μου αυτή η μουσική και δεν έμενε παρά το χτύπημα της ρομφαίας πάνω στο βράχο για να αναπηδήσει το ζωντανό νερό των ήχων. Ως και η μορφή του έργου με τις πλούσιες εναλλαγές του ποιητικού λόγου, του άλλοτε απέραντου σαν αρχιπέλαγος, του άλλοτε κατανυκτικού σαν ψαλμός ή του πειθαρχημένου σαν λαϊκό τραγούδι, μου προσέφερε εκπληκτικές δυνατότητες, που πολύ φοβάμαι πως δεν κατόρθωσα να τις εξαντλήσω μέσα σ? αυτό τα πρώτο μουσικό γύμνασμα.

Το πρόβλημα ήταν πώς να ισορροπήσω το καθαρό λαϊκό τραγούδι με τις έντεχνες μορφές της λαϊκής μουσικής, καθώς παρουσιάζονται είτε από την ορχήστρα είτε από τον ψάλτη βαρύτονο είτε από την χορωδία. Εδώ, στην έντεχνη επεξεργασία, προχώρησα με πρόθεση εντελώς αφαιρετική. Με την συνείδηση θα ?λεγα αγιογράφου, που μισεί τη σάρκα, θέλοντας να ταυτίσει την μορφή με την ψυχή.

Στο διάβολο, είπα, και τα εγκεφαλικά κοντραπούντα και οι πολύπλοκες αρμονικές, ρυθμικές και ενορχηστρωτικές σχέσεις. Ας είναι η ψυχή της μουσικής μας ακέραιη, ντυμένη με πάχνη και δροσοσταλίδες. Χορεύοντας με το ρωμέϊκο νταούλι. Ας αφήσουμε τις επιδείξεις για τους λαούς που έχασαν την ψυχή τους κι ας τραγουδήσουμε απλά τους καημούς και τις ελπίδες της ρωμιοσύνης> Μίκης Θεοδωράκης (από το σημείωμα στο εξώφυλλο του δίσκου της πρώτης έκδοσης του ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ).

«Τη μέρα που γράφαμε τα τραγούδια του ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ στο στούντιο της Κολούμπια, θυμάμαι πως είχε έρθει κάποιο σχολείο κι εγώ είπα στα παιδιά να καθίσουν στο πάτωμα ήσυχα ήσυχα να παρακολουθήσουν την φωνοληψία. Οι άλλοι δεν ήθελαν από φόβο μήπως γίνουν θόρυβοι, όμως εμένα μου άρεσε που το ΕΝΑ ΤΟ ΧΕΛΙΔΟΝΙ θα γραφόταν οριστικά πάνω στο δίσκο με φόντο την ανάσα και τα χτυπήματα της καρδιάς των παιδιών. Μπορεί να μην ακούγονται.

Όμως ποιος δεν τα αισθάνεται;» Μίκης Θεοδωράκης (από το βιβλίο του ΜΕΛΟΠΟΙΗΜΕΝΗ ΠΟΙΗΣΗ ? Α Τόμος/Τραγούδια ? Εκδόσεις ύψιλον/βιβλία). ΕΛΥΤΗΣ – ΠΟΙΗΣΗ Ελένη Ο Ήλιος Η Μαρίνα των Βράχων Ήλιος ο πρώτος Άξιον εστί – Τα πάθη (Β’) Προφητικόν (Από το Άξιον εστί) Ενδεικτική βιβλιογραφία Οδυσσέας Ελύτης: Αυτοπροσωπογραφία σε λόγο προφορικό. Εκδόσεις ύψιλον/βιβλία Οδυσσέας Ελύτης: Εν λευκώ. Εκδόσεις Ικαρος

Οδυσσέας Ελύτης: Ο μικρός ναυτίλος Εκδόσεις Ικαρος «Αξιον Εστί ? Η ποίηση και η μουσική» – «Καθημερινή-Επτά Ημέρες» – Κυριακή 26 Σεπτεμβρίου 1993 «Οδυσσέας Ελύτης» – «Καθημερινή-Επτά Ημέρες» – Κυριακή 25 Σεπτεμβρίου 1994 «40 χρόνια Αξιον Εστί το φως» – «Τα Νέα ? Πρόσωπα 21ος αιώνας», τεύχος 38 ? 27 Νοεμβρίου 1999 «Ο Ελληνικός 20ος αιώνας ? ΤΑ ΠΡΟΣΩΠΑ ? Οδυσσέας Ελύτης: Αξιος εστί ο ήλιος ο ηλιάτορας» του Δημήτρη Δασκαλόπουλου ? «Τα Νέα» – Σάββατο-Κυριακή 12-13 Φεβρουαρίου 2000. Μίκης Θεοδωράκης Μελοποιημένη Ποίηση Τόμοι Α και Β Εκδόσεις ύψιλον/βιβλία,ΑΠΕ

.