Η κρουαζιέρα στην Αγιά Σοφιά που έφερε τα πάνω-κάτω

29 Ιουνίου 2007

Αύγουστος 1959. Ο Ωνάσης με την γυναίκα του Τίνα φιλοξενούν στη θαλαμηγό τους «Χριστίνα» τον απόμαχο πιά «Πατέρα της Νίκης» Ουίνστον Τσόρτσιλ με την οικογένειά του και τη διάσημη υψίφωνο της όπερας Μαρία Κάλλας με το σύζυγό της Μπατίστα Μενεγκίνι. Ο κροίσος είχε δώσει δεξίωση προς τιμη της ντίβας, που την υποδέχτηκε με εναγκαλισμό.

Μετά κρουαζιέρα στα ελληνικά νησιά η πολυτελέστερη και γνωστότερη θαλαμηγός του κόσμου, φτάνει στη Κωνσταντινούπολη. Όταν η θαλαμηγός άραξε στη Βασιλίδα των πόλεων, όλοι ήσαν μιά ευχάριστη και αξιοπρεπής παρέα, με τους φωτογράφους να στρέφουν τα φλας πάνω στον θρυλικό πατέρα της νίκης και να αγνοούν τους υπόλοιπους, ακόμη και την ντίβα της όπερας.

Οι τουρκικές εφημερίδες εκείνης της εποχής γράφουν πως όταν οι προσκεκλημένοι του Ωνάση στη θαλαμηγό του, επισκεφθήκανε το ιστορικό ανάκτορο Τοπ Καπί, η Μαρία Κόλλας συγκινήθηκε. Και σε μια στιγμή άρχισε να τραγουδάει μια άρια από την «Αρπαγή απο το Σεράι»

… Αυτό έγινε όταν ο διευθυντής του μουσείου ξεναγούσε τους διάσημους επισκέπτες στις μεγαλοπρεπείς αίθουσες του χαρεμιού… 0 ‘Αρης τής έδωσε το μαντήλι του να σκουπίσει τα μάτια της…

Η σειρά του μεγαλοεφοπλιοτή να συγκινηθεί κι΄αυτός, ήρθε όταν επισκεφθήκανε τον Πατριάρχη Αθηναγόρα στο παλό κτίριο του Οικουμενικού μεγάρου, όπου στεγάζεται η Κεφαλή της Ορθοδοξίας. Του ασπάστηκε το χέρι συγκινημένος. Δοκίμασαν όλοι γλυκό του κου­ταλιού, εκτός από τον Ωνάση που ήπιε καφέ…

Ο Έλληνας κροίσος θέλησε να δώσει μια επιταγή , λέγοντας: «Για την ανακαίνιση των Πατριαχείων, Παναγιώτατε…», αλλά η πανύψηλη βιβλική κολόνα κούνησε το κεφάλι:

«Οι Τούρκοι δε μας επιτρέπουν παρά μικρές επιδιορθώσεις, όσες αρκούν για να μην καταρρεύσει το κτίριο».

 «Τότε για τους πτωχούς σας, Παναγιώτατε», είπε ο Αριστοτέλης που παιδί τον φώναζαν Αρίστο και τώρα η σκέψη του γύριζε πίσω στα σχολικά του χρόνια, σε μιά εικοστή πέμπτη Μαρτίου, που ο πατέρας του  μιλούσε για την εθνική παλιγγενεσία:

«Κάποτε ήμουν αγνός και φοβισμένος σαν αρνάκι… Οι λύκοι έσκουζαν γύρω από τα αγριεμένα πρόβατα… Έλληνες και Τούρ­κοι… Πρόβατα ματωμένα και λύκοι που έγλειφαν το αίμα τους… Οι παπάδες κρατούσαν στο ένα χέρι το Σταυρό και στ’ άλλο το ντουφέκι… Ήταν δάσκαλοι, θρησκευόμενοι και πολεμιστές… Έτσι κρατήσαμε τετρακόσια χρόνια…»

Όταν προσκάλεσε τον Πατριάρχη στη «Χριστίνα» για δείπνο, παρακάλεσε τους κυρίους να ντυθούν σοβαρά και τις κυρίες σεμνά. Δεν ήταν θρησκό­ληπτος ο Ωνάσης, σαν άλλους πλούσιους Έλληνες, όπως τους αδελφούς Σκούρα και Πάππας, που φιλούσαν στη σειρά τις εικόνες και σταυροκοπιόντουσαν συνεχώς.

Έτρεφε όμως βαθιά μέσα του πίστη για όσα τον είχε διδάξει η γιαγιά του Γεσθημανή… Και ο Πατριάρχης ήταν το μπροστοκρίαρο ενός ελληνορθόδοξου ποι­μνίου… Μακριά, ο τρούλος της Αγια-Σοφιάς και οι επιπρόσθετοι μιναρέ­δες, που δείχνουν ότι το Βυζάντιο δεν υπάρχει πιά, παρά μόνο ο νέος αφέντης…

Η «Χριστίνα», κατάφωτη, δέχεται τον πρωθυπουργό Μεντερές και τον υπουργό Εξωτερικών Ζορλού. Έχουν έρθει να υποβάλουν τα σέβη τους στον Τσόρτσιλ, τον βετεράνο πιά “πατέρα της νίκης”. Όταν ο Άρης αναζητάει τη ντίβα, που οι υψηλοί καλεσμένοι του ανυπομονούν να γνωρίσουν, ο Μενεγκίνι του λέει ότι είναι στη καμπίνα της, αναστατωμένη από τη στιγμή που είδε την Αγία Σοφία αιχμάλωτη στους μιναρέδες…

Καταβαίνει ο ίδιος και την συνοδεύει στη πρύμνη, όπου βρίσκονται οι καλεσμένοι του. Στο δείπνο ο Ωνάσης καταπλήσσει τους πάντες με τα καλά τούρκικα που έχει μάθει από τη γιαγιά του αλλά και στο σχολείο τoυ.

Η Κάλλας μένει μ’ ανοιχτό το στόμα καθώς τον ακούει να μιλάει, στην ίδια συντρο­φιά, αγγλικά με τον Τσόρτσιλ, ιταλικά με τον άντρα της, τούρκικα με τον Μεντερές, γαλλικά με τον Ζορλού και τον σεφ της κουζί­νας, αργκό ελληνικά με την ίδια, που τα περισσότερα δεν τα καταλάβαινε η σπουδασμένη στ’ αγγλικά κολέγια Τίνα…

Και μη ξεχνάμε ότι και η Κάλλας μιλούσε τρεις γλώσσες και τα καλά αργκό της οφείλονται στα χρόνια της κατοχής, που είχε περάσει στην Αθήνα.

επίσκεψη του Ωνάση Στη Σμύρνη μετά 37 χρόνια!

παραθέτω τι μου είχε πει σχετικά: <<όταν εγκατέλειπα τη φλεγόμενη Σμύρνη ένιωθα σαν τον κόμη Μοντεκρίστο...ήθελα να βρω ένα θησαυρό αμύθητης αξίας και να επιστρέψω παντοδύναμος να εκδικηθώ αυτούς που κρέμασαν τον θείο μου, σκότωσαν τους Έλληνες, έκαψαν τα σπίτια μας... ...αυτόν τον θησαυρό τον δημιούργησα μόνος μου και είδα δυνατούς της Γης, πολιτικούς, πρίγκιπες, καλλιτέχνες, να υποκλίνονται μπροστά μου... όπως και όμορφες και διάσημες γυναίκες... έχω τη ψευδαίσθηση ότι κυβερνώ από το γραφείο μου ωκεανούς και ουρανούς, αλλά συχνά πατώντας στο χώμα, που το νιώθω πιό οικείο και δυνατό από άσφαλτο, τσιμέντο, μάρμαρο, συνειδητοποιώ ότι δεν είμαι παρά κόκκος άμμου του σύμπαντος... ...το ίδιο ένιωσα κι΄όταν ξαναπάτησα το χώμα της γενέθλιας πόλης μου...>>

Καθώς η θαλαμηγός πλησιάζει στη Σμύρνη, ο Σμυρνιός νιώθει να πεταρίζει η καρδιά του. Φέρνει στο νου τους τις εικόνες της φωτιάς, της καταστροφής, του θανάτου, του ξερριζωμού αυτών που γλίτωσαν από τη Μικρασιατική λαίλαπα.

 Η Κάλλας καταλαβαίνει τη ταραχή του κι΄ενώ όλοι κοιμούνται στις καμπίνες, τυλιγμένη σ΄ένα σάλι, στη πρύμνη, διακρίνει στο βάθος του σκοτεινού ορίζοντα ν΄ αχνοδιαγράφονται τα φώτα της βασανισμένης πολιτείας, που πριν 37 χρόνια ήταν το ελληνικό στολίδι της Μικρασίας.

Ο Ωνάσης, που της είχε ζητήσει να τον λέει Αρίστο όσο βρίσκονται στη γενέθλιά του πόλη, όσο πλησιάζουν νιώθει συγκίνηση και ταραχή, κατεβαίνει από τη καμπίνα του που βρίσκεται στο πιλοτήριο και της δείχνει μιά από τις τρείς πελώριες ψάθινες πολυθρόνες στη πρύμνη και κάθεται κι΄αυτός στη διπλανή , με το χέρι του με το ποτήρι ουίσκυ, να τρέμει…

 Ο ναύτης ο επιφορτισμένος να συνοδεύει την επίσημη καλεσμένη και να εκπληρώνει κάθε επιθυμία της, στέκεται παράμερα… Σε λίγο του γνέφει ο Ωνάσης, λέγοντάς του να συνοδέψει την κυρία Κάλλας ως τη καμπίνα της. Σηκώνονται, της φιλάει το χέρι κι΄ανεβαίνει στη γέφυρα, θέλει νά ναι εκεί όταν το σκάφος θα ρίξει άγκυρα.

Ένα πλεούμενο του Λιμενικού με διαταγή του λιμενάρχη, προηγείται με προβολέα, το σκάφος σβύνει τις μηχανές, πέφτει η άγκυρα, αλλά ο Σμυρνιός ανυπομονεί να βγει στην ακτή… Το καμπαναριό του ιερού ναού της Αγίας Φωτεινής Σμύρνης, υπάρχει σε πιστή αντιγραφή-κατασκευή του Ιδρύματος Ωνάση, στην ομώνυμη εκκλησία στη Νέα Σμύρνη.

Ο Αρίστος, έχει κανονίσει να βγει στη προκυμαία με τη βενζινάκατό του, με άνωθεν διαταγή το Λιμενικό να τον προστατεύει διακριτικά. Με τη συνοδεία δυο ναυτών του, πατάει τη γενέθλια γη αργά τη νύχτα, μέσα στο σκοτάδι και στη σιωπή.

Συγκινημένος περπατάει στη γη που είχε εγκαταλείψει μια χαώδη νύχτα του 1922, ενώ είχαν κρεμάσει το θείο του Αλέξανδρο και ο πατέρας του βρισκόταν στη φυλακή…

Τότε μύριζε κάπνα, με τα αποκαίδια στον αέρα, άκουγε τουφεκιές και οιμογές και πατούσε στα αίματα σφαγμένων. Τώρα όλα είναι ήσυχα, όλοι κοιμούνται και το πρωί θα διαβάσουν στις εφημερίδες ότι ο πλουσιότερος Σμυρνιός του κόσμου βρίσκεται στη γενέθλια πόλη του…

Άν έβγαινε το πρωί ίσως να τον παραμόνευαν οι φωτογράφοι, τώρα τον προστατεύουν διακριτικά κάποιοι χωροφυλάκοι… Αφήνει τους δύο ναύτες του στη βενζινάκατο και προχωράει μόνος στη πόλη…

Βρίσκει εύκολα, αν κι όλα έχουν αλλάξει, την περιοχή του παλιού κτιρίου το Χάνι του Βεζύρη, όπου ο πατέρας του διατηρούσε γραφείο και αποθήκες για τα εμπόρια του… Περνάει έξω από την Ευαγγελική Σχολή, όπου έμαθε γράμματα…

Στέκεται στην ξεριζωμένη ελληνική γειτονιά… Αναμνήσεις συνταράσσουν τη σκέψη του… Εικόνες που δεν έχουν σβήσει στις αναμνήσεις ενός ανθρώπου που από κυνηγημένος πρόσφυγας, στέριωσε δικές του ρίζες, γιγάντιες περιουσίες στα τέσ­σερα σημεία της γης και στόλο σούπερ τάνκερ σε θάλασσες κι΄ωκεανούς!

Κοντά ξημέρωμα επιστρέφει στη θαλαμηγό του εξουθενωμένος ψυχικά, αλλά και υπερήφανος που οι αρχές της πόλης τον προστατεύουν ως κόρη οφθαλμού… Ως που να μπεί στη βενζινάκατο, βλέπει σκιές ένστολων να τον παρακολουθούν διακριτικά, αλλά μόλις στρέφει το κεφάλι κατά κει, στέκονται σούζα και φέρνουν το χέρι στο γείσο του καπέλου τους…

Του τό χε πει ευγενικά και ο πρωθυπουργός της χώρας: Πασά μου εφέντη Ωνάση, καλωσήρθες στη γενέθλια γη σου… Ανεβαίνει στη γέφυ­ρα… Παίρνει ένα μπουκάλι ουίσκι… Πατάει και το κουμπί στο μαγνητόφωνο με τη φωνή της Ρόζας Εσκενάζι, που κι αυτή δεν ξέρει τί ακριβώς είναι… Οβριά, Τούρκα, Ρωμιά;

Τελικά όταν του είχε τραγουδίσει το γελεκάκι κι΄ήπιαν τη τζούρα τους, το είχε ξεκαθαρίσει: Σμυρνιά είμαι μπρε Αρίστο, Σμυρνιά με κεφαλαία γράμματα, όπως κι΄εσύ Σμυρνιός μάτια μου! Το τραγούδι του καίει τα σωθικά:

‘”..Στο΄ πα και στο ξαναλέω στο γιαλό μην κατεβείς ο γιαλός φέρνει φουρτούνα θα σε πάρει να χαθείς… και μη μου στέλνεις γράμματα, γιατί γράμματα δεν ξέρω και με πιάνουνε τα κλάματα..”

Αν εκείνη τη νύχτα πήγαινε κοντά του η Τίνα κι΄ έπεφτε στην αγκαλιά του, ίσως ο γάμος τους να σωζότανε… Τον περίμενε, όμως, με μια εσάρπα τυλιγμένη, η κυρία Μενεγκίνι, που μόλις τον είδε να γυρίζει συλλογισμένος, έτρεξε κοντά του… Μείνανε κουβεντιάζοντας ώσπου να φέξει, καθώς η θαλαμη­γός αργόπλεε ως το Καρατάσι, εκεί που μένανε πριν από 37 χρό­νια οι Ωνάσηδες…

Ο Αριστος ήθελε να δει τη γενέτειρα του όπως εκείνο το πικροχάραμα, που την άφηνε κυνηγημένος… Έπινε γουλιά-γουλιά και μιλούσε φιλοσοφώντας: «Μαρίτσα, δεν έχει αξία τι έγινες στη ζωή σου, αλλά τι απο­λαμβάνεις από αυτήν».

Αρχές Σεπτεμβρίου, η Τίνα Ωνάση και ο Μπατίστα Μενεγκίνι, εξαγριωμένοι, έχουν εγκαταλείψει τη «Χριστίνα», που αυλακώνει και πάλι το Ιό­νιο, έχοντας πάνω της έναν εκατομμυριούχο και μια πριμαντόνα, ερωτευμένους.

πηγή: Αποσπάσματα κειμένων βιβλίου του δημοσιογράφου, ρεπόρτερ, συγγραφέα, Δημήτρη Λυμπερόπουλου,  

.