Τραγουδιστές του Ρεμπέτικου Πρόδρομος Τσαουσάκης

20 Ιουλίου 2007

ptsaousakis.jpg Κωνσταντινούπολη 1919 – Αθήνα 1979 Τραγουδιστής – συνθέτης – στιχουργούς – οργανοπαίκτης . Ο σημαντικότερος μεταπολεμικός λαϊκός τραγουδιστής, συνέχισε με την σειρά του, την παράδοση του ρεμπέτικου, μέχρι το θάνατο του. Το πραγματικό επίθετο του ήταν Μουτάφογλου, ή Μουταφίδης αλλά τελικά χρησιμοποίησε το Τσαουσάκης, που ήταν ψευδώνυμο από τον Τούρκικο στρατό.

Μετά την καταστροφή του 1922 άγνωστο ποιο χρόνο εγκαθίσταται με την οικογένεια του στην Θεσ/νίκη, όπου περνάει τα παιδικά του χρόνια. Παράλληλα με το σχολείο ασχολείται και με την Ελληνορωμαϊκή πάλη και στα μέσα της δεκαετίας το 30, γίνεται επαγγελματίας παλαιστής. Η αντίθεση του με το Μεταξικό καθεστώς, ήταν η αιτία που δεν συμπεριλήφθηκε στην Εθνική ομάδα πάλης για τους Ολυμπιακούς του 1936 που έγιναν τότε στο Χιτλερικο – κρατούμενο Βερολίνο.

Όταν κηρύχθηκε ο πόλεμος του 40, παρουσιάστηκε σαν εθελοντής, πολέμησε, πιάστηκε αιχμάλωτος από τους Γερμανούς και όταν ελευθερώθηκε επέστρεψε στην Θεσ/νίκη. Εκεί στα ρεμπέτικα στέκια της κατοχής γνώρισε τον Βασίλη Τσιτσάνη ο οποίος αντιλήφθηκε αμέσως τις φωνητικές δυνατότητες του νεαρού Προδρόμου.

Στα χρόνια της κατοχής γνωρίζεται στην Θεσ/νίκη, με την μελλοντική γυναίκα του Άννα Κανδόγλου, από την Προύσσα κλέβονται τέλος του 42 και παντρεύονται το 1943. Εν των μεταξύ τραγουδά και παίζει στο Βαρδάρη με τον Χρήστο Μίγκο, τον Φωτάκη και Μίλτο, Θεσσαλονικιούς μουσικούς.

Με το τέλος του πολέμου και την οριστική εγκατάσταση του Β. Τσιτσάνη στην Αθήνα, ο Πρόδρομος αρνήθηκε όλες τις ελκυστικές προτάσεις, για κάθοδο στην πρωτεύουσα, κυρίως από την αγάπη στην πόλη που ζούσε.

Τελικά και με την παρέμβαση του κουμπάρου του Β. Τσιτσάνη, του ιδιότυπου Αστυνομικού διευθυντή της Θεσ/νίκης Μοσχουντή, ο Τσαουσάκης κατέβηκε στην Αθήνα. Λέτε και τον περίμενε ο Β. Τσιτσάνης, αφού του είχε ετοιμάσει με όλη την σημασία της πράξεως ένα μεγάλο αριθμό τραγουδιών, ειδικά φτιαγμένο για την φωνή του.

Η περίπτωση του Τσαουσάκη πρέπει να είναι από τις σπάνιες στην Ελληνική δισκογραφία. Πέρα από τον μεγάλο αριθμό τραγουδιών που πέρασε στις 78, ήταν ο τραγουδιστής με την μεγαλύτερη αμοιβή, που σε κάθε ανανέωση του συμβολαίου αυξανόταν συνεχώς.

Στο πρώτο του συμβόλαιο (6/11/1946) ξεκίνησε με αμοιβή την αξία των 5 δίσκων, στο δεύτερο (22/9/47) την αξία των 6 δίσκων, το τρίτο (8/6/4α) την αξία δίσκων, το τέταρτο (24/10/50) την αξία 14 δίσκων.

Ο Πρόδρομος Τσαουσάκης εκτός από τον Β. Τσιτσάνη που στάθηκε ο σημαντικότερος συνεργάτης, στο πάλκο και την δισκογραφία για μια δεκαετία, συνεργάστηκε με όλους τους συνθέτες των λαϊκών τραγουδιών της μεταπολεμικής περιόδου, Γιώργο Μητσάκη, Χρήστο Μίγκο, Γιάννη Παπαϊωάννου, Σταύρου ΤΖουανάκο, Στέλιο Χρυσίνη, Απόστολο Χατζηχρήστο, Γεράσιμο Κλουβάτο, Γιώργο Λαύκα, Θόδωρο Δερβενιώτη, Ελευθέριο Τσαγγάρη, Βασίλη Καραπατάκη (Καψάλη), Γιάννη Κυριαζή, Γιάννη Τατασσόπουλο, Μπάμπη Μπακάλη, Κώστα Καπλάνη, Απόστολο Καλδάρα που όλοι έγραψαν τραγούδια για την φωνή του.

Ακόμη τραγούδησε πολλά δικά του τραγούδια. Στο ενεργητικό του είχε 62 τραγούδια του Βασίλη Τσιτσάνη, τα περισσότερα δηλαδή που έδωσε ο μεγάλος συνθέτης, απ΄οποιονδήποτε τραγουδιστή ακόμη και απ΄τον Στράτο Παγιουμτζή.

Η δισκογραφία του Πρόδρομου Τσαουσάκη από το 1946 έως το 1956 περιλαμβάνει συνολικά 180 τραγούδια, αριθμό από τους μεγαλύτερους της περιόδου αυτής. Στην δεκαετία του 60 συνέχισε την παρουσία του στο πάλκο και την δισκογραφία, σε μικρές όμως εταιρείες δίσκων, αφού η απομάκρυνση του από τις μεγάλες εταιρείες που συνεργαζόταν, συνδυάστηκε με την εμφάνιση και επιβολή του Στέλιου Καζαντζίδη.

Ήταν κάτι που τον κατέβαλε ψυχολογικά, αφού όλη η νεώτερη γενιά των τραγουδιστών στηρίχθηκε πάνω στο ύφος που αυτός επέβαλε με την εμφάνιση του. Ακόμα και ο Στέλιος Καζαντζίδης στα πρώτα χρόνια της δισκογραφικής του πορείας δύσκολα ξεχωρίζει από τον Πρόδρομο Τσαουσάκη.

Η πορεία του συνεχίζεται και στις 33 στροφές με τραογύδια δικά του, ή επανεκτελέσεις παλαιών ρεμπέτικων. Ο Πρόδρομος Τσαουσάκης στην 25χρονη καριέρα του, εδίδαξε ήθος στο χώρου του λαϊκού τραγουδιού, αφού συνεχίζοντας την παράδοση συντροφικότητας του ρεμπέτικου, στάθηκε στο πλευρό των νέων συναδέλφων του, διδάσκοντας τους τα μουστικά της τέχνης.

Στα τελευταία χρόνια της ζωής του ήταν μελαγχολικός και απογοητευμένος από το εν γένει κλίμα στο χώρο του τραγουδιού. Η καρδιά του δεν άντεξε κι έτσι αυτός ο υπερήφανος ευφυής, συντροφικός και σπουδαίος τραγουδιστής πέθανε τον Δεκέμβριο του 1979. από τον μοναδικό του γάμο, το 5ο του παιδί ο Δημήτρης συνεχίζει σήμερα, σαν τραγουδιστής και οργανοπαίχτης, την παράδοση του πατέρα του, αφού η τύχη τόφερε να του μοιάζει όχι μόνο στα εξωτερικά χαρακτηριστικά, αλλά και στην φωνή.

Από την σειρά Αρχείο Ελληνικής Δισκογραφίας του Π. Κουνάδη Αθήνα Ιούλιος 1994

.