ΛΟΓΟΣ ΕΠΙΒΑΤΗΡΙΟΣ

29 Ιανουαρίου 2008

orthodoxia.gifΤελετή Ενθρονίσεως Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ.κ. Χριστοδούλου Αθήναι, 9 Μαίου 1998

“Τις ασθενεί, και ουκ ασθενώ; Τις σκανδαλίζεται και ουκ εγώ πυρούμαι; Ει καυχάσθαι δει, τα της ασθενείας μου καυχήσομαι. Ο Θεός και πατήρ του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού οίδεν, ο ων ευλογητός εις τους αιώνας, ότι ου ψεύδομαι” (Β Κορ. ια , 29-31) Με βαθειά ταπείνωση και πλήρη επίγνωση των υπερφυών περί εμέ μυστηρίων, που κατειργάσθηκε μυστικώς η θεία Χάρις, ανέρχομαι με σταθερό, πλήν αγωνιώδες βήμα, τις βαθμίδες του περιπύστου αυτού και πρώτου Αρχιεπισκοπικού Θρόνου της Εκκλησίας της Ελλάδος, υποτασσόμενος στο ανεξιχνίαστο θέλημα του Θεού.

Ένα θέλημα, πού βρήκε την εκφραστική του διέξοδο, μέσα από μια πολυσήμαντη πλειοψηφία της Ιεραρχίας και μέσα από συγκινητικές και αυθόρμητες εκδηλώσεις ενθουσιασμού και χαράς του Ελληνικού Λαού, απ’ άκρου εις άκρο της Πατρίδος, πού με πιστώνουν με το βαρύ χρέος της ανταπόκρισής μου, στις ελπίδες και προσδοκίες του.

Ευχαριστώ από καρδίας τους αδελφούς μου Σεβ. Ιεράρχες, τα μέλη της Ι. Συνόδου της Ιεραρχίας, πού με ανέδειξαν με την εμπιστοσύνη των στον υψηλό αυτό εκκλησιαστικό θώκο, πού συνθέτει την εικόνα του προσωπικού μου Γολγοθά, μια και μοιάζει περισσότερο με επώδυνο Σταυρό παρά με χρυσοποίκιλτο θρόνο. Επίσης ευχαριστώ και τον ευσεβή ορθόδοξο Ελληνικό Λαό μας, γιατί με τις αυθόρμητες και συγκινητικές εκδηλώσεις του απέδειξε τον ακατάλυτο δεσμό του με την Εκκλησία του, στηρίζει σ’ αυτήν χρηστές ελπίδες και εμπιστεύεται τους ηγέτες της.

 Ευχαριστώ τους προσφωνήσαντές με Μακαριωτάτους και Σεβασμιωτάτους Πατέρες και Αδελφούς ως και τους εξοχωτάτους κ.κ. Πρόεδρον της Βουλής και Υπουργόν Εθν. Παιδείας και Θρησκευμάτων για τους καλούς των λόγους και τις εγκάρδιες ευχές των. Τέλος ευχαριστώ από τα βάθη της ψυχής μου και την Κυβέρνηση και τον Δήμο Αθηναίων για την φιλότιμη διοργάνωση και των δύο σημερινών τελετών, τη μεγαλοπρέπεια των οποίων ούτε επιδιώξαμε, ούτε ζητήσαμε ποτέ, αρκεσθέντες στην απλή και ευπρεπή λιτότητα.

 Διαδέχομαι στο θρόνο αυτό τον αοίδιμο Αρχιεπίσκοπο κυρό Σεραφείμ, πού η πολυκύμαντη ζωή του, μα κυρίως η οδυνηρή για μας τελευτή του, έδωσαν την ευκαιρία σε όλους, πολιτική ηγεσία, λαό και ιδιαίτερα τους νέους, να διατρανώσουν, κατά την εξόδιο Ακολουθία του, την αγάπη και το σεβασμό τους προς την Εκκλησία μας. Ο αείμνηστος Προκάτοχός μου επαινέθηκε και για την προσωπική του ικανότητα να είναι προσιτός, απλός και αυθόρμητος, και για τον αντικομφορμισμό του, και την αγάπη του προς τον πάσχοντα άνθρωπο. Επίσης κατόρθωσε να κρατήσει καθ’ όλη τη διάρκεια της αρχιεπισκοπικής θητείας του την Εκκλησία έξω και πάνω από κομματικούς φατριασμούς και επιζήμιους μερισμούς, μακρυά από κάθε πολιτικό συσχηματισμό, σύμφωνα άλλωστε και με την μακραίωνα παράδοσή μας.

 Ας είναι αιωνία μνήμη του και ας γίνει το παράδειγμά του οδηγός για όλους μας και για εμέ, ώστε να μιμηθώ κι εγώ αυτόν τον τρόπο συμπεριφοράς, αποδεικνύοντας με πράξεις ότι η Εκκλησία είναι υπερκομματική, ενώνει το λαό, τιμά τους εκπροσώπους του και αγκαλιάζει αδιακρίτως όλα τα παιδιά της.

Με ιδιαίτερο σεβασμό προς την πολιότητα του θεσμού και με γλυκειά ανάμνηση των από τα νεανικά μας χρόνια προσωπικών μου σχέσεων με τον Παναγιώτατο Οικουμενικό Πατριάρχη κύριο Βαρθολομαίο, στρέφω νοσταλγικά τη σκέψη μου προς το ταπεινό Φανάρι, τη θεοφύλακτη Πόλη, που σύμφρονες οι εκλεκτοί των ακοιμήτων, συναρμόζονται με τα ύψιστα, συμμαρτυρούν τα “προσταχθέντα μυστικώς” και συμβιώνουν με τη γοητεία της ιστορίας των. Στρέφω το στοχασμό μου προς τους ελεύθερους πολιορκημένους, τους “εν τη Πόλει τεχθέντας και τραφέντας”, πού η ψυχή τους περιδινούται ερωτικώς με καύση καρδίας για το παρελθόν τους” (Μητροπολίτου Πέργης Ευαγγέλου, “Εκ Φαναρίου…”, Β΄ σελ.40) και η Ρωμηοσύνη τους είναι στεφανωμένη “με την ψυχή του Γένους” (ό.π.σελ.44).

Τους αξίζει η πανεθνική αϊδιος ευγνωμοσύνη και τους την προσφέρουμε ταπεινά, αξιόχρεο δώρο της καρδιάς μας και συνειδησιακό όφλημα ευθύνης. Τα θυγατρικά αισθήματα τιμής και αγάπης της από 148 έτη Αυτοκεφάλου Εκκλησίας μας, με τα οποία περιβάλλουμε ανέκαθεν την Μητέρα Εκκλησία, και τα αμφίδρομα δικά της, συναποτελούν τους αδαμάντινους κρίκους μιας χρυσής αλυσίδας, πού μας συνδέει και μας ενώνει σε αδιάλυτο σύνδεσμο εν Χριστώ, ατίμητο δώρο της Δεξιάς του Υψίστου. Χρέος μας είναι να συνεχίσουμε τους στενούς δεσμούς αγάπης και αλληλοπεριχώρησης, καθώς τώρα, “στο λυκόφως της χιλιετίας ο χρόνος για το “Φανάρι” είναι ανάσα άγχουσα” (ό.π.σελ.60). Και μπορώ σήμερα να αναγγείλω επίσημα ότι προγραμματίζεται σύντομα, μέσα στον επόμενο μήνα, η πρώτη μου επίσκεψη στο Φανάρι, ως έκφραση τιμής, σεβασμού, αγάπης προς το Οικουμενικό μας Πατριαρχείο.

 Η Εκκλησία της Ελλάδος έχει και τη διάθεση και τη δύναμη να σταθεί, με όλο το κύρος της παγκόσμιας εκκλησιαστικής της οντότητας, ενσυνείδητα παρά το πλευρό του Οικουμενικού Πατριαρχείου για την υπεράσπιση των δικαίων του. Η δε πρωτόθρονη Εκκλησία Κωνσταντινουπόλεως και ο σεπτός της Προκαθήμενος πρέπει να γνωρίζουν ότι έχουν όλης της καρδιάς μας τη θέρμη και όλου μας του νου τη διάθεση, ώστε να βρουν στο πρόσωπο όλης της Ιεραρχίας μας και στο δικό μου τους ακραιφνείς συναντιλήπτορες και τους δεδηλωμένους υποστηρικτές σε ό,τι αποβλέπει στη δόξα του Θεού.

 Με το ίδιο πνεύμα ανεπιτήδευτης αγάπης αγκαλιάζω νοερά και όλες τις άλλες σεβάσμιες ορθόδοξες Εκκλησίες και τους σεπτούς Προκαθημένους των, όλως δε ιδιαιτέρως τους σήμερα παρευρισκομένους στην τελετή αυτή, τον Μακαριώτατο Πάπα και Πατριάρχη Αλεξανδρείας κ. Πέτρο, τον Μακαριώτατο Πατριάρχη Ρουμανίας κ. Θεόκτιστο, τον Μακαριώτατο Πατριάρχη Βουλγαρίας κ. Μάξιμο, τον Μακαριώτατο Αρχιεπίσκοπο Αλβανίας κ. Αναστάσιο και τον Σεβ. Αρχιεπίσκοπο Τσεχίας και Σλοβακίας κ. Δωρόθεο, τους οποίους και εγκαρδίως ευχαριστώ, τα παλαίφατα Πατριαρχεία της Ανατολής, και τις εμπερίστατες Εκκλησίες του βορρά, με τις οποίες μας συνδέουν πολυχρόνιοι πνευματικοί δεσμοί κοινής πίστεως και κοινών αγώνων.

Με τις Εκκλησίες αυτές η δική μας Εκκλησία διατηρεί παραδοσιακούς δεσμούς και επιθυμεί να τους καλλιεργήσει πιο πολύ και να αποδείξει τα ειλικρινή της αισθήματα, με τα οποία τις περιβάλλει. Με αγάπη επίσης στρέφω το νου μου προς τις απανταχού της γης διεσπαρμένες εκκλησιαστικές ελληνικές ορθόδοξες Κοινότητες των αποδήμων μας, εκφράζων την εν Χριστώ αγάπη, κοινωνία και αλληλεγγύη μας προς αυτές.

Το Άγιον Όρος, η ακρόπολη αυτή της ορθόδοξης πίστης μας, είναι πολύτιμο πετράδι στο διάδημα της Εκκλησίας. Είναι ευλογία Θεού πού το έχουμε μέσα στα όρια της ελληνικής μας επικράτειας και αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της. Αισθανόμαστε την ευλογία αυτή στη ζωή μας, στον πολιτισμό μας, στην ιστορία μας. Η έφορος και προστάτις του Κυρία Θεοτόκος ας με συνοδεύει στη νέα πορεία μου και ας ανακουφίζει τους κόπους μου, πού ασφαλώς χρειάζεται να καταβληθούν και να καταβάλλονται από σήμερα για την υλοποίηση των σχεδιασμών της Εκκλησίας μας. Θα παραμείνω δια βίου ευλαβής προσκυνητής του Αγιωνύμου Όρους και της μακραίωνης παράδοσής του και θα αγωνίζομαι για τη διαφύλαξη και το σεβασμό της από όλους.

Συνεχόμαστε από βαθειά συναίσθηση της επείγουσας ανάγκης πού έχει ο λαός μας να δει τις προσδοκίες πού στηρίζει στην Εκκλησία του να δικαιώνονται πλήρως. Του λαού μας σφοδρή επιθυμία είναι οι Ποιμένες του να είναι με συνείδηση των καιρών, Πατέρες οραματιστές, Ποιμένες με προοπτική μέλλοντος, με δυνατότητα ορθών επιλογών, με διάθεση αυτοθυσίας και αυτοπροσφοράς για την αντιμετώπιση των πολλών και υπαρκτών προβλημάτων του, με παράδειγμα αυτοθυσίας. Γύρω από τέτοιους Ποιμένες θέλει ο λαός μας να συσπειρωθεί.

 Η Εκκλησία από τη φύση της είναι πνευματικός θεανθρώπινος οργανισμός, πού με τον αποκεκαλυμμένο λόγο του Θεού οδηγεί τους ανθρώπους στη λύτρωση και τη σωτηρία. Η ουσία της αυτή την καθιστά στοργική Μητέρα, με συσπειρωτική δύναμη και ανοικτή προς όλους. Δεν κάνει διακρίσεις σε βάρος κανενός. Η Εκκλησία είναι λαός του Θεού, ζώσα παρουσία του Χριστού επί της γης. Κανείς δεν κινδυνεύει να μείνει απ’ έξω. Γι’ αυτό το σάλπισμά της είναι ενότητα και δύναμη.

Ο λαός μας -πολλά είναι τα σημάδια γι΄ αυτό- στρέφεται και πάλι προς την Εκκλησία, την βρυσομάνα το έθνους, και προσδοκά από αυτήν το όραμα ζωής, το νόημα πού του λείπει. Ζητά απεγνωσμένα την καλοσύνη της, τη φιλευσπλαχνία της, τη μακροθυμία και το έλεος της, το μήνυμα της ελευθερίας και της δικαιοσύνης πού κομίζει για να πεισθεί να πέσει στην αγκαλιά της.

Η πρόκληση για την Εκκλησία είναι ιστορική. Οφείλει να διατυπώσει ένα νέο λόγο με δύναμη και προοπτική, για να είναι πάντοτε ζωντανή η παρουσία της στο σύγχρονο κόσμο. Οι καιροί αξιώνουν από την Εκκλησία να λάβει, με θεμέλιο την παράδοση και με σεβασμό στον πυρήνα της ουσίας της, θαρραλέες αποφάσεις και να κάνει γενναίες τομές για να φέρει την ποθητή μεταμόρφωση και την αναγκαία εξυγίανση.

Αυτή η μεταμόρφωση και η εξυγίανση μας υποχρεώνουν τώρα στον αιώνα της παγκοσμιοποίησης και της μετα-νεωτερικότητας, της μετα-βιομηχανικής εποχής και της ψηφιακής πληροφορίας να εγκαταλείψουμε την αυτάρεσκη εσωστρέφειά μας και να διαλεχθούμε δημιουργικά και τολμηρά με τον κόσμο, για να τον πείσουμε για την αξιοπιστία του μηνύματός μας. Δεν μας χρειάζονται τόσο οι θριαμβολογίες για το παρελθόν, όσο η αγωνιώδης προσπάθεια να φέρουμε την Εκκλησία πιο κοντά στον κόσμο, στο λαό, στους νέους, πού βιώνουν πιο τραγικά το υπαρξιακό κενό, ζώντας σε μια κοινωνία εκκοσμικευμένη και μηδενιστική, χωρίς νόημα και περιεχόμενο.

Αρκεί αυτό να γίνει με πιστότητα στην ευαγγελική αλήθεια και χωρίς την απάρνηση των αρχών της. Στο βήμα αυτό η δύναμη της αγάπης είναι απροσμάχητη. Θα θυμηθώ τον Αββά Ζωσιμά στους “Αδελφούς Καραμάζωφ”: “Καμμιά φορά ίσως να μη ξέρεις τι να αποφασίσεις, ιδιαίτερα όταν βλέπεις τα κρίματα των ανθρώπων και αναρωτιέσαι: Να τους επιβληθείς με τη βία ή με την ταπεινή αγάπη; Πάντα να αποφασίζεις: Θα επιβληθώ με την ταπεινή αγάπη.

Αν το αποφασίσεις αυτό μια για πάντα, θα μπορέσεις να υποτάξεις όλο τον κόσμο. Η ταπεινωσύνη, η γεμάτη αγάπη είναι φοβερή δύναμη, δυνατότερη από κάθε άλλη”. (Φ. Ντοστογιέφσκυ “Αδελφοί Καραμάζωφ” 6, κεφ.Ι). Η δυναμική της Ορθόδοξης παράδοσης, περνώντας μέσα απ΄ το δίαυλο της αγάπης, είναι ανανεωτική, γιατί “μένουσα εν αυτή τα πάντα καινίζει” και η ανακαινιστική της δύναμη με τον μυστηριακό, προφητικό και εσχατολογικό της χαρακτήρα ανοίγει τον άνθρωπο υπαρξιακά στο θαύμα της Ανάστασης και της Αναγέννησης.

Οι Άγιοι Πατέρες ποτέ δεν φοβήθηκαν τον διάλογο με τον κόσμο έστω της πλάνης, της αμαρτίας και της αίρεσης. Αντίθετα πίστευαν μαζί με τον Άγιο Μάρκο επίσκοπο Εφέσου τον Ευγενικό, και πρόμαχο της πίστεως, ότι “ότε διίστανταί τινες αλλήλων και ου χωρούσι προς λόγους, δοκεί μείζων είναι και μεταξύ τούτων διαφορά. ΄Οτε δε λόγοις συνέλθωσι και εκάτερον μέλος νουνεχώς ακροάσηται τα παρ’ ετέρου λεγόμενα, ευρίσκεται πολλάκις λίγη τούτων διαφορά”.

Και είναι ευθύνη της Ιεραρχίας κυρίως το να μελετήσει νέους τρόπους αντιμετώπισης των ραγδαίων εξελίξεων, ώστε η Εκκλησία να είναι πάντοτε στη πρωτοπορία της επίλυσης των πνευματικών και κοινωνικών προβλημάτων του λαού μας, με τη δύναμη του φερέγγυου εκκλησιαστικού λόγου και με συγκεκριμένες καθοριστικές ενέργειές της. Η αναβάθμιση κατά ταύτα του ρόλου της Ιεραρχίας μέσα στο όλο διοικητικό σύστημα της Εκκλησίας προβάλλει σαν επιτακτική προτεραιότητα. Και την προτεραιότητα αυτή προτίθεμαι να τιμήσω απ’ αρχής.

Πάνω στη συνοδικότητα στηρίζεται η αποτελεσματικότητα. Το συνοδικό σύστημα διοικήσεως δεν προσφέρει μόνο δυνατότητες αξιοποίησης όλων των δυνάμεων, ούτε απλώς εξασφαλίζει τις δημοκρατικές δομές επί των οποίων εδράζεται το πολίτευμα της Εκκλησίας, αλλ΄ αποτρέπει και από κάθε είδους ηγεμονισμού και κυριαρχίας του ενός επί των άλλων. Αποτελεί την εγγύηση της ορθοφροσύνης εν Χριστώ Ιησού και προϋποθέτει τη συνέργεια του Παρακλήτου στη λήψη των αποφάσεων. Εξ άλλου η συνοδικότητα προσφέρει το έδαφος για την ανάπτυξη της συλλογικότητας, πού είναι καρπός ευθύνης και κατόρθωμα ελευθερίας.

Δεν μπορεί να λειτουργήσει αξιόπιστα η Εκκλησία, ούτε να δώσει μηνύματα, να καθοδηγήσει ψυχές, να εμπνεύσει τους νέους, αν η Ιεραρχία της πρωτίστως και όλες οι άλλες έμψυχες δυνάμεις δεν συστρατευθούν πρώτες αυτές κάτω από τη σημαία της δράσης, αν δεν σηματοδοτήσουν για το πλήρωμα την εστία του αγιασμού και της ανακαίνισης. Πολλοί Ιεράρχες και λοιποί κληρικοί όλων των βαθμών και λαϊκοί, ενεργά μέλη της Εκκλησίας, αισθάνονται απωθημένοι στο περιθώριο των εκκλησιαστικών και κοινωνικών εξελίξεων, χωρίς ρόλο και χωρίς αποδοχή.

Κηρύσσω από τη θέση αυτή πανστρατιά σύναξης των ικανών, των χαρισματικών και των αξίων εκ του ποιμνίου, προκειμένου να απαρτισθεί ο μεγάλος ειρηνικός στρατός της αγάπης και της δύναμης, πού θα αναλάβει με επίγνωση και συνείδηση να υποστασιάσει τις ελπίδες του λαού και τις προσδοκίες του κόσμου. Θα επαναλάμβανα εδώ τη γνωστή ρήση που διασώζει ο Θουκυδίδης, ελαφρώς διασκευασμένη για την περίσταση:

“Ει τις, λοιπόν, βούλεται κατά τα πάτρια πάντων των ελληνορθοδόξων συμμαχείν, θέσθω παρ’ ημίν τα όπλα”. Το προσκλητήριο αυτό απευθύνεται προς πάντα δυνάμενον να αγωνισθεί μαζί μας και να θυσιαστεί ακόμη. Ας το ακούσουν όλοι οι Κληρικοί και οι Μοναχοί, πού έχουν το παράπονο των αναξιοποίητων εργατών “Κύριε ουδείς ημάς εμισθώσατο”, και όλες οι ιεραποστολικές δυνάμεις της χώρας, και ας ανταποκριθούν αμέσως.

Να, ο θερισμός είναι πολύς και οι εργάτες λίγοι. Κάθε διαθέσιμη δύναμη είναι τώρα πολύτιμη και δεν πρέπει να παροπλισθεί. Αυτή τη στιγμή είναι ανάγκη να στρέψω τη σκέψη μου προς τον Έλληνα ορθόδοξο παπά, τον βιγλάτορα της πίστης, τον αμύντορα των ιδανικών, τον κληρωτό της φιλοτιμίας.

Στη μεγάλη πόλη, στη κωμόπολη και στο χωριό ο εφημέριος της ενορίας είναι ο χαρισματικός φορέας χάριτος κι ελπίδας. Όπου υπάρχουν τέτοιοι κληρικοί γίνονται πόλοι έλξεως για μικρούς και μεγάλους. Ο ιερός μας Κλήρος σε μεγάλο ποσοστό είναι αφοσιωμένος στην αγία αποστολή του, είναι μορφωμένος, εργάζεται χωρίς ωράριο, είναι ανά πάσαν στιγμή στη διάθεση των πιστών. Εκτός από τη θεία λατρεία και την ευαγγελική διδαχή, καταπιάνεται με τα μεγάλα κοινωνικά προβλήματα της φτώχειας, της ανεργίας, των ναρκωτικών και προσφέρει πολύτιμες υπηρεσίες. Μέσα από τα ιερά Μυστήρια ενισχύει τις ψυχές του κόσμου και στέκεται σύμβολο ανθρωπιάς και ιερότητας.

Όποιος αρνείται αυτές τις αλήθειες βρίσκεται μακρυά από την πραγματικότητα. Τιμώ και σέβομαι τους ιερείς πού εμπνέονται από τα ιεραποστολικά ιδεώδη, και υποκλίνομαι νοερά εμπρός στο αθόρυβο και εν πολλοίς άγνωστο έργο τους. Διακηρύττω ότι σήμερα χρειαζόμαστε εμπνευσμένο, κατηρτισμένο, κοινωνικό, ευαίσθητο στις ελληνικές και διεθνείς πραγματικότητες Κλήρο, έτοιμο να βοηθήσει τον οιονδήποτε άνθρωπο, που έχει ανάγκη ή που πάσχει. Η πείρα μου με έχει διδάξει ότι ο λαός στηρίζει ηθικά και υλικά κάθε καλή προσπάθεια των κληρικών μας, πού προέρχεται από ενδιαφέρον για τις ψυχές και τα σώματα των ανθρώπων.

Στηριζόμενοι στη δύναμη του λαού πρέπει να ανοιχθούμε σε νέους ορίζοντες, να μεθοδεύσουμε την συνεχή επιμόρφωση του Κλήρου, και να τον στηρίξουμε ποικιλότροπα, εισηγούμενοι υπέρ αυτού όπου πρέπει ό,τι πρέπει. Αλλά και την ιερατική οικογένεια επιθυμώ να επαινέσω τούτη την ώρα. Οι πρεσβυτέρες και τα παιδιά των ιερέων μας σηκώνουν μαζί με τους ιερείς τον βαρύ Σταυρό του χρέους προς το Θεό και προς την κοινωνία. Οι ιερείς μας είναι αξιοθαύμαστοι για τις καλές και επιτυχημένες οικογένειες πού διαθέτουν, για τα παιδιά των πού κατά κανόνα κατέχουν υψηλές και επίζηλες θέσεις στη κοινωνία, για το αξιομίμητο παράδειγμα αξιοπρέπειας πού δίνουν στο κόσμο. Τους συγχαίρω και τους προβάλλω στη κοινωνία με υπερηφάνεια και καύχηση εν Κυρίω.

Ο Ορθόδοξος μοναχισμός μας αποτελεί τις προφυλακές της πίστεως και οι μοναχοί τους φρυκτωρούς επί των επάλξεων, τους άριστους της παράδοσής μας. Τους απονέμω την ευλογία μου και τους καλώ σε εγρήγορση προσευχής και νήψεως. Γνωρίζω τις ιδιαιτερότητες του μοναχικού βίου και τις προϋποθέσεις, κάτω από τις οποίες αυτός αναπτύσσεται και ανθεί. Μαζί με την Ι. Σύνοδο θέλω να είμαι ο εγγυητής της εφαρμογής των Ι. Κανόνων στον τομέα αυτόν. Η Εκκλησία προσβλέπει με εμπιστοσύνη προς τους μοναχούς και τις μοναχές μας και αναμένει τους καρπούς των κόπων τους. Και ο λαός μας πού φθάνει στις αυλές του Κυρίου αναπαύεται ψυχικά καθώς τα μοναστήρια μας του προσφέρουν πνευματική ενίσχυση, φιλοξενία, πρότυπο ζωής.

 Η μεγαλώνυμη πόλη των Αθηνών, της οποίας Ποιμένας και Επίσκοπος ανεδείχθην προσελκύει τώρα την προσοχή μου. Σ΄ αυτήν ζουν εκατομμύρια ανθρώπων πού συνεχίζουν να πλουτίζουν την ιστορία της καθώς δραστηριοποιούνται καθημερινά σε κάθε γωνία της αναπτύσσοντας τον πολιτισμό μας. Με τη βαρειά αρχαία της ιστορία η Αθήνα, φορέας ενός κόσμου αξιών με πανανθρώπινη εμβέλεια, υπήρξε και ως πόλη και ως πνεύμα περιάκουστη, να ο Παρθενώνας της, έργο πίστεως των “κατά πάντα δεισιδαιμονεστέρων” κατοίκων της, παραμένει ανά τους αιώνας δείγμα της πηγαίας ευλάβειας των προγόνων μας.

Αυτός ο Παρθενώνας, οικουμενικό σύμβολο πολιτισμού της πόλεώς μας, διετέλεσεν επί 1000 χρόνια διεσκευασμένος Ναός της Παναγίας της Αθηνιώτισσας, όταν η νέα πίστη διεδέχθη την παληά και συνέχισε τη λατρεία του αληθινού Θεού μέσα στο κτίσμα του οποίου σεβάσθηκε τη δομή, και εξακολουθεί να αποτελεί για όλη την ανθρωπότητα σέβας παγκόσμιο και μοναδικό. Σ’ αυτή τη πόλη υψώνονται σήμερα εκατοντάδες ναοί και σεβάσματα, όπως τότε στην εποχή του Αποστόλου των Εθνών Παύλου, και χιλιάδες άνθρωποι θρησκεύονται και ευλαβούνται το Θεό, όπως και πολλοί άλλοι είτε προβληματίζονται περί την πίστη, είτε την αρνιούνται παντελώς.

Η Εκκλησία είναι για όλους, γιατί η σωτηρία πού προσφέρει ο Ιησούς Χριστός έχει χαρακτήρα καθολικό και πανανθρώπινο. Αυτή η Εκκλησία σας υπόσχεται δια στόματός μου ότι θα αγκαλιάσει τους πάντες και θα θελήσει να φέρει προς πάντες το μήνυμα της λύτρωσης. Δεν υπάρχουν για μας δικοί μας και ξένοι. Όλοι είναι παιδιά μας και προς όλους απευθύνεται ο λόγος της αγάπης μας και η έμπρακτη εφαρμογή του. Η πόλη αυτή, εξ αιτίας της πληθυσμιακής της σύνθεσης, παρουσιάζει μια ποικιλία ανθρώπων, γηγενών και ξένων, πού έχουν εγκατασταθεί εδώ για να εργασθούν και να επιβιώσουν. Οι ξένοι μεταξύ αυτών αποτελούν μια ιδιαίτερη ομάδα ανθρώπων, πού, όμως δεν παύουν να είναι και αυτοί παιδιά του Θεού.

 Κάποια πρόσφατα κρούσματα δυσμενών σε βάρος των διακρίσεων δεν μπορεί να αποδίδουν το περιεχόμενο των αισθημάτων πού τρέφει αυτή η πόλη και οι κάτοικοί της προς τους ξένους. Εκδηλώσεις ξενοφοβίας ή και ρατσισμού είναι ξένες και προς την παράδοση και προς την ιστορία μας και θα πρέπει όλοι να βοηθήσουμε να εξαλειφθούν, ώστε να μη διασύρεται η χώρα μας και να μη καταρρακώνεται η αξιοπρέπεια του λαού της.

 

 

 

 

.