Ο Πρωτομάστορας: μια Καζαντζακική τραγωδία του Μανόλη Καλομοίρη

23 Μαρτίου 2008

“Σαράντα πέντε μάστοροι κι εξήντα μαθητάδες, γιοφύρι εθεμέλιωναν στης ‘Αρτας το ποτάμι. Ολημερίς το χτίζανε, το βράδυ εγκρεμιζόταν…”. Ο Πρωτομάστορας είναι η πρώτη από τις πέντε όπερες – για να ακριβολογούμε “μουσική τραγωδία σε δύο μέρη και ένα ιντερμέδιο”, όπως την ονομάζει ο ίδιος ο συνθέτης – που πρωτοπαρουσιάστηκε στις 11 Μαρτίου 1916, στο Δημοτικό Θέατρο Αθηνών από τον Ελληνικό Μουσικό Θίασο Απόστολου Κονταράτου.

Τους πρωταγωνιστικούς ρόλους ερμήνευσαν οι Νίκος Μωραΐτης, Ελένη Βλαχοπούλου, Όλγα Βαλτετσιώτη (Ρεβέκκα), Γιάννης Αγγελόπουλος, Μιχάλης Βλαχόπουλος και Άρτεμις Κυπαρίσση.

Η συγκεκριμένη μουσική δημιουργία είναι εμπνευσμένη από την ομώνυμη τραγωδία του Νίκου Καζαντζάκη η οποία με τη σειρά της στηρίζεται στο δημοτικό τραγούδι Της ‘Αρτας το γιοφύρι που ανήκει στα άσματα του ακριτικού κύκλου. Σύμφωνα με το συγκεκριμένο τραγούδι “Σαράντα πέντε μάστοροι κι εξήντα μαθητάδες, γιοφύρι εθεμέλιωναν στης ‘Αρτας το ποτάμι. Ολημερίς το χτίζανε, το βράδυ εγκρεμιζόταν…”. Μέχρι που κάποιο πουλί με ανθρώπινη φωνή γνωστοποίησε πως, για να στεριώσει η γέφυρα, απαιτείται η ανθρωποθυσία της γυναίκας του Πρωτομάστορα.

Η γέφυρα αυτή κατά το Χρονογράφο της Ηπείρου είναι κτίσμα των προ Χριστού Ρωμαϊκών χρόνων. Σύμφωνα όμως με μερικές παραδόσεις κτίσθηκε όταν η Άρτα έγινε πρωτεύουσα πόλη στο Δεσποτάτο της Ηπείρου ίσως και επί Δεσπότη Μιχαήλ Β’ Δούκα. Χρονολογίες οικοδόμησης φέρονται κατ΄ άλλους το 1602, κατ΄ άλλους το 1606.

Ιστορική έρευνα διατυπώνει ότι ο θρύλος του τραγουδιού αυτού κρύβει μιαν ιστορική αλήθεια. Χρειάστηκε να περάσει από την περιοχή μεγάλη δύναμη τουρκικού στρατού και ζητήθηκε η βοήθεια των κατοίκων για τη δημιουργία μιας γέφυρας. Τότε προστρέξανε πάρα πολλοί. Όταν όμως έμαθαν το σκοπό για τον οποίο θα πέρναγε το τουρκικό ασκέρι, πήγαιναν τη νύκτα και γκρέμιζαν ό,τι την προηγούμενη οι ίδιοι είχαν φτιάξει.

 Ωστόσο οι Τούρκοι ζήτησαν να μάθουν γιατί αργεί τόσο πολύ το έργο και εκείνοι απάντησαν ότι είναι στοιχειωμένο το μέρος πιστεύοντας ότι οι Τούρκοι θα έκαναν πίσω. Τότε ο Τούρκος διοικητής (πουλάκι) διέταξε τη σύλληψη του Πρωτομάστορα και της γυναίκας του και τη θανάτωσή τους.

Η ιστορία της τραγωδίας του Καζαντζάκη ξεκινά το 1909, όταν ο συγγραφέας υπέβαλε τον Πρωτομάστορα, με τον τότε τίτλος< Η Θυσία>, στο Λασσάνειο διαγωνισμό που διεξήχθη το 1910 και κέρδισε το βραβείο. Το έργο θα πρέπει να γράφτηκε όταν ο Έλληνας συγγραφέας ήταν στο Παρίσι για μεταπτυχιακές σπουδές. Μετά το διαγωνισμό δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Παναθήναια με τον τίτλο που γνωρίζουμε στις μέρες μας και με το φιλολογικό ψευδώνυμο του συγγραφέα “Πέτρος Ψηλορείτης”.

 Ο Καλομοίρης διάβασε την τραγωδία του Καζαντζάκη στη Βιέννη το 1910 και τον συνάρπασε. Αργότερα, όταν γνώρισε το συγγραφέα πήρε την οριστική απόφαση να μεταφέρει τον Πρωτομάστορα στη μουσική σκηνή. Τη διασκευή για την όπερα έκανε ο ίδιος ο συνθέτης και, όπως αναφέρεται στο πρόγραμμα της πρώτης παράστασης, τον Καλομοίρη βοήθησαν στη στιχουργική διασκευή ο Νίκος Ποριώτης (Α΄μέρος, άρια του τραγουδιστή “Αχ! τα χέρια σου Σμαράγδα!”), ο Γιώργος Στεφόπουλος (Α΄ μέρος, ντουέτο “Κι εμένα τι μου φέρνεις”) και η Μυρτιώτισσα (ψευδώνυμο της Θεώνης Δρακοπούλου, Α΄ μέρος, άρια του Πρωτομάστορα “Ένα παλάτι, άρχοντα”).

Η δράση, οι χαρακτήρες, οι καταστάσεις και τα συναισθήματα της τραγωδίας του Καζαντζάκη μεταφέρονται αυτούσια στη μουσική τραγωδία του Καλομοίρη. Σχετικά με τη διάρκεια σύνθεσης του έργου υπάρχει μια σύγχυση, καθώς στα προλεγόμενα του σπαρτίτο (εκδ. Γαϊτάνου, Αθήνα, 1940) αναφέρεται ότι το έργο γράφτηκε σε διάστημα δυόμισι χρόνων από τη Λαμπρή του 1913 ως τον Οκτώβρη του 1915, ενώ στην εφημερίδα Έθνος της 13ης Νοεμβρίου 1957 το χρονικό όριο της δημιουργίας ορίζεται στα τέσσερα χρόνια.

Σύμφωνα με τον Κατάλογο Έργων του Μ. Καλομοίρη (Αθήνα, 1964) που συνέταξε ο Φοίβος Ανωγειανάκης διάφορα κομμάτια ξαναδουλεύτηκαν το 1929, ενώ από το 1940 ως το 1944 έγιναν ορισμένες αλλαγές κυρίως στην ενορχήστρωση, χωρίς αυτό να θεωρείται, όπως έλεγε ο σύνθετης, νέα επεξεργασία. Ποιοι λόγοι όμως συντελούν στη μεταφορά της τραγωδίας του Καζαντζάκη στην ελληνική μουσική σκηνή του 20ου αιώνα;

 Σύμφωνα με τους μελετητές του Έλληνα συγγραφέα Ο Πρωτομάστορας ως τραγωδία όχι μόνο διαθέτει θεατρικότητα, αλλά και εντυπωσιακές σκηνές, χορούς, τραγούδια, δραματικό suspense, γοητευτικές φιγούρες (Τραγουδιστής, Μάνα) και εκπλήξεις. Επίσης σημαντικό είναι ότι εκφράζονται ιδανικά.

 Τέλος το γεγονός ότι ο ίδιος ο Καζαντζάκης αφιερώνει το έργο αυτό στον Ίδα δηλ. τον ακτιβιστή ήρωα Ίωνα Δραγούμη ο οποίος αντικατοπτρίζεται στο ρόλο του Πρωτομάστορα, ίσως να παρακίνησε τον Καλομοίρη ο οποίος με τη σειρά του αφιέρωσε τη δημιουργία του στον “Πρωτομάστορα” της Μεγάλης Ελλάδας, τον Ελευθέριο Βενιζέλο, καθότι λάτρης του.

 Παράλληλα όμως ο Καλομοίρης αφιερώνει το έργο του, σιωπηρά, και στον εαυτό του – ας μην ξεχνάμε ότι θεωρείται ο “Πρωτομάστορας” της Ελληνικής μουσικής αυτής της περιόδου. – Αυτό διαπιστώνεται μέσα στη συγκεκριμένη δημιουργία από το σημείο όπου ο δημιουργός βάζει το χορό και τον Τραγουδιστή να χαιρετούν τον ήρωα με τα λόγια “Γεια σου, καλέ, χαρά σου”.

Η φράση από μόνη της δε μας λέει τίποτα. Με αυτά τα λόγια όμως χαιρέτησε ο Κωστής Παλαμάς την άφιξη του Καλομοίρη στην Αθήνα το 1908. Η μουσική του Πρωτομάστορα συνδυάζει στοιχεία της λαϊκής μας μουσικής παράδοσης με τα βαγκνερικά πρότυπα της όπερας δηλ. τα λεγόμενα εξαγγελτικά μουσικά μοτίβα.

Ο Καλομοίρης χρησιμοποιεί δύο δημοτικά τραγούδια Το γεφύρι της Άρτας και ένα μανιάτικο μοιρολόι, ως βάση για το μοιρολόι του Τραγουδιστή. Τα μουσικά μοτίβα που δημιουργεί είναι τα εξής: του Πρωτομάστορα, του Ποταμού, της Μάνας, της Μοίρας, της Σμαράγδας, της Αγάπης, του Άρχοντα, του Χτισίματος, της Δύναμης.

Επίσης η φλογέρα (σόλο φλάουτο) του Τραγουδιστή λειτουργεί ως εξαγγελτικό μοτίβο. Η ορχήστρα χρησιμοποιείται ως ένας δεύτερος χορός τραγωδίας σχολιάζοντας τη σκηνική δράση μέσω της πλούσιας αντιστικτικής γραφής. Σημαντικό να αναφερθεί ότι ο συνθέτης δίνει το μέρος του Τραγουδιστή να εκτελεστεί από τη φωνή της σοπράνο.

 Όταν παρουσιάστηκε η μουσική τραγωδία, οι αντιδράσεις ήταν συγκρουόμενες. Όχι γιατί συνδέθηκε στενά με πολιτικά γεγονότα του καιρού της καθώς την εποχή που πρωτοπαίζεται είχε οξυνθεί η διαμάχη βενιζελικών και βασιλοφρόνων σχετικά με τη στάση της Ελλάδας στον Α΄ παγκόσμιο πόλεμο, αλλά γιατί ξένισε τους Έλληνες ο αρμονικός ρυθμός του έργου, καθώς και η τάση προς τη χρωματικότητα.

 Η διαμάχη μεταξύ των θαυμαστών και μη θαυμαστών του Καλομοίρη συνεχίζεται ακόμα και στις μέρες μας.

classicalmusic-Κονδύλη Γεωργία , Μουσικολόγος, Ιστορικός του Μουσικού Θεάτρου

.