Μια χαλαρή περατζάδα στην λεωφόρο των μπουζουκιών

14 Αυγούστου 2009

sirtaki3.bmpΈκανα την εμφάνιση μου στα καλοκαιρινά νυχτερινά κέντρα της Θεσσαλονίκης, στην περιοχή αεροδρομίου, από την Δευτέρα έως την Παρασκευή που λειτουργούν τα εν λόγω μαγαζιά,

Πριν καλά – καλά αρχίσω να βολτάρω συνάντησα ένα επιχειρηματία από τους παλαιότερους του χώρου, που έχει δικό του νυχτερινό κέντρο και club, ακόμα από την δεκαετία του ΄70, με τον οποίον χρόνια τώρα συζητάμε την πορεία της διασκέδασης.

Μόλις με είδε κούνησε το κεφάλι δείχνοντας έτσι τον προβληματισμό, λέγοντας μου, “.. Θυμάσαι τι συζητούσαμε Βάνη πριν από 10 χρόνια;; Ότι στην Θεσσαλονίκη θα μείνουν μόνο 1-2 νυχτερινά κέντρα που θα λειτουργούν σε καθημερινή βάση. Τα ίδιο και για τα club που είχαν πάρει φόρα, και άνοιγαν το ένα πίσω από το άλλο σαν τα μανιτάρια. Να λοιπόν πως τώρα είμαστε σ΄ αυτήν την κατάσταση, αφού μέχρι την Πέμπτη δύο μόνο νυχτερινά κέντρα είναι ανοιχτά όλο κι όλο…

..Από μια άποψη βέβαια είναι καλό για μας, δεν έχουμε πλέον ανταγωνιστές. Επιπλέον έφυγε και όλη η σαβούρα από τα κέντρα για τα οποία εσύ συνεχώς φώναζες, και καλά έκανες, ενώ εμείς τσατιζόμασταν. Τόσο μυαλό είχαμε. Τώρα όμως δικαιώθηκες και κανείς δεν μπορεί να σε πει κουβέντα…. “

Και καλά τι έγινε με τα μαγαζιά που έκλεισαν, τι κάνουν οι επιχειρηματίες αυτοί;; “ Τον ρώτησα για να με απαντήσει,

“..Κάποια κέντρα κατάσχονται, όπως είναι επιπλωμένα για πολλά χρέη, ενώ κάποια άλλα αφεντικά είναι εξασφανιμένει για να μην τα βρουν…

…Όπως παράδειγμα με τους δύο τραγουδιστές, μεγάλα ονόματα του πενταγράμμου ο “Σ” και ο “Κ” που ψάχνουν τους εξαφανισμένους επιχειρηματίες για να πάρουν τα μεροκάματα που χρωστούν στον καθένα από 80.000 Ευρώ, αλλά μάταια, δεν τους βρίσκουν…”, και συνέχισε να μου περιγράφει τα θλιβερά δεδομένα από την άλλοτε δοξασμένη νυχτερινή διασκέδαση.

Μετά από μια τέτοια συζήτηση άϊντε να βρω το κουράγιο για την περατζάδα μου. Εν πάσει περιπτώσει η ζωή συνεχίζεται, όπως και το ρεπορτάζ που ξεκίνησε από το νυχτερινό κέντρο “Μούσες εν χορώ”.

Στην παρέα μου είχα και έναν καλλιτέχνη του έθνικ, που ήθελα να απολαύσει τον Νίκο Χαλβατζή, την Διονυσία, τον Σάκη Βέρο και όλους τους καλλιτέχνες του μαγαζιού.

Ο Νίκος Χαλβατζής μόλις μας αντίκρισε μας καλωσόρισε από το μικρόφωνο λέγοντας προς το κοινό “ Καλώς τον πατέρα τον Βάνη, και του έθνικ καλλιτέχνη, παράλληλα  του δίνει και το μικρόφωνο. Ο Έθνικ τραγουδιστής προτού ξεκινήσει να κελαηδάει, με ρώτησε “Βάνη ποιο τραγούδι να σου πω;;”

Την “Μολυβιά” του Μανώλη Αγγελόπουλου του απάντησα, και το καρντάση με το που έπιασε την πρώτη νότα έγινε ο χαμός στο κέντρο. Σε κλάσμα του δευτερολέπτου η πίστα γέμισε από θαμώνες να χορέψουν την ζεϊμπεκιά. Τα δε λουλούδια έπεφταν βροχή και ας ήταν ακόμα  το πρώτο μέρος  του προγράμματος. Καθίσαμε να απολαύσουμε για αρκετή ώρα το πρόγραμμα.

Έπειτα φύγαμε για το νυχτερινό κέντρο “Μαμούνια Live” μια και όλα τα μαγαζιά ήταν κλειστά. Κατευθυνόμενοι προς τα “Μαμούνια” μας έβγαλε το μάτι η τεράστια αφίσα του Νίκου Μαρκόπουλου, με το δάχτυλο στα χείλη να μας λέει “ σοοοοουτ……..σιωπή !!!!!!

Τι εννοεί ο καλλιτέχνης;;

Να σωπάσουμε γιατί;;

Αυτό  ακριβός με ρώτησαν και πολλοί άλλοι επιχειρηματίες για την αφίσα. Μπορεί ένας Βάνης να σωπάσει;; Ε΄ όχι δα !!!! Θα σκεφθεί ο καθένας από την πλευρά του, βλέποντας την ανόητη αυτή ιδέα της φωτογράφησης.

Λάθος φίλε μου καλλιτέχνη. Μια πιο έξυπνη αφίσα θα έπρεπε να βγάλεις.

Εν πάσει περιπτώσει θα δούμε πόση σιωπή θα πέσει.

Στα “Μαμούνια Live” η Χρύσπα βρισκόταν στην πίστα ερμηνεύοντας το καινούργιο της τραγούδι που της έγραψε ο Σ. Κορκολής. Με την πρώτη ευκαιρία της μίλησα λέγοντας ,“..Χρύσπα κορίτσι μου, το τραγούδι αυτό είναι πολύ χαλαρό..” “..Χρειάζονται και αυτά τα τραγούδια για να γεμίσουν το κενό στις λίστες των ραδιοφώνων..” μου απάντησε η τραγουδίστρια.

Γελάσαμε αρκετά ενώ σχεδόν ως τις πρωϊνές ώρες απολαύσαμε το πρόγραμμα του μαγαζιού, όπου η παρέα μου στο μεταξύ μεγάλωσε αρκετά.

Έτσι λοιπόν αποφασίσαμε να πάμε προς δυτικά της πόλης να δούμε ένα νυχτερινό κέντρο, στο οποίο βρισκόταν όλο κι όλο δύο παρέες. Με εμάς το μαγαζί απέκτησε και τρίτη παρέα. Μια χαρά για να εκτονωθούμε. Οπότε είπαμε και εμείς να το παίξουμε καλλιτέχνες, και μάλιστα θα τραγουδούσαμε χωρίς μεροκάματο.

Έτσι λοιπόν οι φάλτσάτοι  έπιασαν δουλειά.

Οι καλλιτέχνες του κέντρου μας έφεραν τα μικρόφωνα, και αυτοί έγιναν θεατές. Κάθισαν στο τραπέζι μας, ενώ η ορχήστρα περίμενε τις παραγγελίες.

Ο πρώτος της παρέας έπιασε Σ. Καζαντζίδη και μάλιστα το “Υπάρχω”, και ο χαμός μόλις ξεκίνησε. Οι δίσκοι με τα γαρύφαλλα από τα αφεντικά έπεφταν 10 – 10.

Ο άλλος της παρέας  έπιασε τον “Αετός, αετό μεγάλωνε” του Στράτου Διονυσίου, και εγώ έπιασε τον “Τσακιτζή” ένα τραγούδι  και πάλι του Στράτου Διονυσίου του 1960, αλλά δυστυχώς η ορχήστρα δεν το γνώριζε, δεν μπορούσε να με συνοδεύσουν οι πενιές της, γι΄ αυτό περιορίστηκα μόνο στο ρεφρέν.

Το γύρισα μετά στο τραγούδι “Και με πιάνουν τα κλάματα”, μέγα σουξέ που έγραψε ο Κυριάκος Παπαδόπουλος με στιχουργό και ερμηνευτή τον Σταμάτη Γονίδη, το οποίο αφιέρωσα στην αδιάβαστη ορχήστρα. Πήρα όλα τα λεφτά, διότι και οι τρεις παρέες χόρευαν την ζεϊμπεκιά.

Η δε ορχήστρα που έλαβε το μήνυμα με το τραγούδι αυτό για να με τσιγκλήσει έπιασε το τραγούδι “Έχει πάει τρεις” που την μουσική έγραψε ο Γιώργος Μουστάκας, τον στίχο ο Νίκος Βάνης, και το ερμήνευσε ο Πάνος Καλίδης.

Έγινε το έλα να δεις, τα αφεντικά για να μην κουράζονται με τους δίσκους, έπιασαν όλο το σακί και μας έλουσε στα γαρύφαλλα.

Οι παραγγελιές πήραν φωτιά, και το κέφι πήγε στα ύψη. Πώς να μην πάρουν θάρρος και τα δύο κορίτσια από τα άλλα τραπέζια, για να παραγγείλουν το τραγούδι του Γιώργου Σαρρή “Και μόνο που με κοιτάς λειώνω”, και εμείς να λούζουμε τις κοπελιές με τα λουλούδια.

Τέτοιο γλέντι με τόσους φάλτσους καιρό είχα να απολαύσω . Αυτή είναι η Θεσσαλονίκη η φτωχομάνα.

Μόλις λάλησε ο κόκορας το πρόγραμμα  το έκλεισε η παρέα  μας με του τραγούδι του Σ. Καζαντζίδη “Γυρίζω απ΄ την νύχτα”.  Όμως η βραδιά  δεν τελείωσε εδώ, έπρεπε να επισκεφθούμε και ένα σουπάδικο για να έλθουμε στα ίσια.

Αν και η πόλη της Θεσσαλονίκης ήταν άδεια, εμείς παρ΄ όλα αυτά βρήκαμε πατσατζίδικο, όπου μάλιστα προς μεγάλη μας έκπληξη είχε αρκετό κόσμο.

Έτσι τέλειωσε άλλη μια περατζάδα στα νυχτερινά κέντρα της πόλης.

Κοιμήθηκα σαν το πουλάκι βλέποντας μάλιστα στο όνειρο μου να κρατώ χρυσό μικρόφωνο, μπροστά σε χιλιάδες κόσμο ο οποίος με χειροκροτούσε ως την μεγαλύτερη φαλτσάτη φίρμα της Ελλάδος.

.