Οτι ”σαβούρα” έχει το ΥΠΕΞ της Ελλάδας…

28 Σεπτεμβρίου 2009

ellas.jpg…..στέλνει στις πρεσβείες μας στο εξωτερικό;

‘Εργα και ημέρες του πρέσβη μας στην Ουγγαρία, Σπύρου Γεωργιλέ, που καταγγέλει  ο απόδημος  Διαπολιτιστικός Σύλλογος “ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ” της Βουδαπέστη στην  Ουγγαρία .  (MAKEDONIA’ INTERKULTURÁLIS EGYESÜLET-  Budapest, XIX. kerület, Álmos u. 76.).

σελίδα 1,   σελίδα 2,    σελίδα 3,    σελίδα 4.  

…ΕΛΕΟΣ!!!!!

(17 Νοεμβρίου 2007
ΑΝΑΚΑΙΝΙΣΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΥ ΤΑΦΟΥ
Ένα σημαντικό πολιτιστικό έργο άρχισε να πραγματοποιείται στη Βουδαπέστη. Πρόκειται για την ανακαίνιση των τάφων των ελλήνων εμπόρων από τη Μακεδονία. Ήδη πραγματοποιήθηκε η συντήρηση του τάφου της οικογένειας Μουράτη. Η εξαιρετική αυτή πρωτοβουλία ανήκει στην Αυτοδιοίκηση των Ελλήνων του Γιοζιεφβάρους και του Τρίτου Διαμερίσματος. Σε μια συμβολική σεμνή τελετή μνήμης έγινε επιμνημόσυνη δέηση στην οποία παραβρέθηκαν εκπρόσωποι της Ελληνικής Αυτοδιοικήσεως Βουδαπέστης, της Ελληνικής Ορθοδόξου Κοινότητος, του Μακεδονικού Συλλόγου και του Συλλόγου Φιλίας Ελλάδας- Ουγγαρίας- Κύπρου και κάτοικοι των εν λόγω διαμερισμάτωνΗ παρουσία των Ελλήνων στην Ουγγαρία ανά τους αιώνες)
Οι σχέσεις Ελλήνων και Ούγγρων, καθώς και οι σχέσεις μεταξύ των δύο πολιτισμών έχουν ένα παρελθόν χιλίων και πλέον ετών.
Ήδη οι πρώτοι Ούγγροι, της περιόδου των μεταναστεύσεων (9ος – 10ος αιώνας) ήλθαν σε άμεση επαφή με το Βυζάντιο.
Το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως διαδραμάτισε σπουδαίο ρόλο στον εκχριστιανισμό των Ούγγρων:
τον 10ο αιώνα Ούγγροι φύλαρχοι βαπτίστηκαν στην Κωνσταντινούπολη και ένας εξ αυτών έφερε στην Ουγγαρία τον ιεραπόστολο Ιερόθεο, ο οποίος έγινε ο πρώτος επίσκοπος της χώρας. Οι σχέσεις των δύο λαών παρέμειναν στενές τόσο στον Μεσαίωνα όσο και αργότερα.
Είναι ενδεικτικό, ότι ένα από τα πρώτα σωζόμενα γραπτά μνημεία της ουγγρικής ιστορίας είναι ένα ελληνικό κείμενο, η ιδρυτική πράξη γυναικείου μοναστηριού της Κεντρικής Ουγγαρίας από την εποχή του βασιλιά Αγίου Στεφάνου (1000-1038). Το ίδιο το Ιερό Στέμμα του Ουγγρικού Βασιλείου είναι μνημείο των ουγγροβυζαντινών σχέσεων: το κάτω μέρος του φιλοτεχνήθηκε σε εργαστήριο της Κωνσταντινούπολης κατά τον 11ο αιώνα και, κατά τη μαρτυρία της ελληνικής επιγραφής του, δωρήθηκε στον βασιλιά της Ουγγαρίας Γεωβίτσα τον Α’ (Géza A’) από τον βυζαντινό αυτοκράτορα Μιχαήλ Δούκα, μεταξύ 1074 και 77.
Η θυγατέρα του Ούγγρου βασιλιά Αγίου Λαδισλάου (1077-1095) παντρεύτηκε τον διάδοχο του βυζαντινού θρόνου Ιωάννη Κομνηνό (1118-1143) και έγινε αυτοκράτειρα του Βυζαντίου με το όνομα Ειρήνη. Αγιοποιήθηκε από την Ορθόδοξη Εκκλησία και απεικονίζεται σε ψηφιδωτό της Αγίας Σοφίας. Από τον γάμο αυτό γεννήθηκε ο αυτοκράτωρ Μανουήλ ο Κομνηνός.
Τον 12ο αιώνα, στον ουγγρικό θρόνο ανέβηκε ο βασιλιάς Béla Γ΄, ο οποίος ανατράφηκε και μορφώθηκε στην αυλή των Κομνηνών. Τέλος, τον 15ο αιώνα, την περίοδο πριν την Άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Οθωμανούς, ο λαός του Βυζαντίου περίμενε τη σωτηρία από το μεγάλο Ούγγρο στρατηγό Ιωάννη Hunyadi (πατέρα του βασιλιά Ματθία), ο οποίος, με το εξελληνισμένο όνομα Ουνιάδης, έγινε ήρωας ελληνικών δημοτικών τραγουδιών.
Η επόμενη μεγάλη εποχή στην ιστορία των επαφών των δύο λαών εγκαινιάζεται στα τέλη του 17ου αιώνα, μετά την απελευθέρωση της Ουγγαρίας από τον τουρκικό ζυγό. Οι νέοι κυρίαρχοι, οι Αψβούργοι, ενθάρρυναν την εγκατάσταση, στις ερημωμένες από τον πόλεμο ουγγρικές κτήσεις τους, εποίκων από τις βαλκανικές χώρες.
Τα προνόμια που οι συνθήκες ειρήνης εξασφάλιζαν στους εμπορευόμενους Οθωμανούς υπηκόους, προσέλκυσαν πολλούς Έλληνες, οι οποίοι πολύ γρήγορα συσσώρευσαν σεβαστές περιουσίες, σχημάτισαν οργανωμένες, εύπορες κοινότητες, συνέστησαν εμπορικές συντεχνίες (τις λεγόμενες κομπανίες), έκτισαν εκκλησίες, ίδρυσαν σχολεία.
Και, παρά το γεγονός ότι η διαδικασία της εγκατάστασης δεν ήταν εύκολη, ούτε απρόσκοπτη, στα μέσα του 18ου αιώνα είχαν ήδη διαμορφωθεί σημαντικές ελληνορθόδοξες παροικίες σε αρκετές πόλεις της Ουγγαρίας, κυρίως όμως στις πόλεις Gyöngyös, Eger, Miskolc, Tokaj, Pest και Kecskemét.
Οι Έλληνες ασχολούνταν με το διαμετακομιστικό εμπόριο ανάμεσα στα Βαλκάνια και την Ευρώπη, προωθούσαν βαλκανικά εμπορεύματα και ουγγρικά αγροτικά προϊόντα προς τη Βιέννη, και στην επιστροφή έφερναν βιομηχανικά προϊόντα της Δύσης που τα διέθεταν στην Ουγγαρία και τα Βαλκάνια, συμπεριλαμβανομένων και των ελληνικών περιοχών απ’ όπου κατάγονταν.
Το 1774 η Κυβέρνηση για να ελέγξει τη δραστηριότητά τους, θέσπισε ειδικό «όρκο πίστεως» για τους Βαλκάνιους και ιδιαίτερα για τους Έλληνες: ορκιζόμενοι, γίνονταν υπήκοοι της Αυτοκρατορίας, υποχρεώνονταν να εγκατασταθούν μόνιμα, έχαναν τα εμπορικά προνόμια που δικαιούνταν οι Οθωμανοί υπήκοοι, αλλά αποκτούσαν το δικαίωμα να έχουν ακίνητη περιουσία και να λαμβάνουν μέρος στη δημόσια ζωή της χώρας.
Μερικοί, μάλιστα – όπως οι Σίνα, οι Χαρισαίοι, οι Νάκου – απέκτησαν τίτλους ευγενείας, ορισμένοι έφθασαν σε υψηλά αξιώματα όπως π. χ. ο «πρώτος δικαστής» Ιωάννης Βοράρος και ο Κωνσταντίνος Τερζής, ο οποίος έγινε, το 1849, δήμαρχος της Πέστης. Ελληνικής καταγωγής ήταν και ο πρώτος ορθόδοξος επίσκοπος της Βούδας, ο Διονύσιος Πόποβιτς, κατά κόσμον Δημήτριος Παπαγιαννούσης (αρχιεράτευε: 1790-1828).
Οι Έλληνες ανήγειραν (στην αρχή μαζί με τους Σέρβους, αργότερα μόνοι τους) 35 εκκλησίες, από τις οποίες οι μεγαλύτερες και πιο φημισμένες είναι η εκκλησία της Πέστης και η εκκλησία του Miskolc. Οι εκκλησίες χτίστηκαν από τοπικούς αρχιτέκτονες, σε δυτικό ρυθμό, αλλά η εσωτερική τους διακόσμηση ανατέθηκε, συνήθως, σε ορθόδοξους καλλιτέχνες – κυρίως Σέρβους και Έλληνες.
Οι πλούσιοι Έλληνες συνέβαλαν σημαντικά – είτε ως επιχειρηματίες είτε ως ευεργέτες – στη μεγάλη αναπτυξιακή προσπάθεια της Ουγγαρίας τον 19ο αιώνα. Ο τραπεζίτης και μεγαλοεπιχειρηματίας Γεώργιος Σίνας, φίλος και συνεργάτης του μεγάλου Ούγγρου μεταρρυθμιστή Széchenyi, χρηματοδότησε την οικοδόμηση της πρώτης πέτρινης γέφυρας της Ουγγαρίας πάνω στο Δούναβη, της Γέφυρας των Αλυσίδων.
Ο υιός του Σίμων, ο οποίος διετέλεσε και Πρόξενος της Ελλάδος στην Αυστρο-Ουγγαρία, ήταν ο μεγαλύτερος δωρητής της Ουγγρικής Ακαδημίας Επιστημών. Ο Παύλος Χαρίσης, γόνος κοζανίτικης οικογένειας, δημιούργησε το Χαρίσειον Ίδρυμα, που έδινε υποτροφίες σε Έλληνες και Ούγγρους νέους για να σπουδάσουν στην Ουγγαρία και την Ελλάδα αντίστοιχα. Οι Χαρισαίοι ίδρυσαν, άλλωστε, και το πρώτο σύγχρονο πολυκατάστημα της Βουδαπέστης (1875 περίπου), την Αγορά Χαρίση (Haris Bazár).
Πολλά σημαντικά μαγαζιά και κτίρια ολόκληρα του κέντρου της Βουδαπέστης ανήκαν κάποτε σε Έλληνες, στην οικογένεια Υψηλάντη, την οικογένεια Δέρρα η οποία ήταν από τις πλουσιότερες στην Αυστροουγγαρία, τους Μουράτη στους οποίους ανήκε ολόκληρο το ιστορικό νεοκλασικό κτίριο του περίφημου ακόμη και σήμερα ζαχαροπλαστείου Gerbeaud και τους Λύκα.
Οι Έλληνες ενίσχυσαν τα γράμματα και τις επιστήμες της νέας τους πατρίδας, αρχικά με την ίδρυση και στήριξη σχολείων και στη συνέχεια με τη συμβολή τους στην εκδοτική δραστηριότητα (σε διάστημα 170 ετών εκδόθηκαν πάνω από 130 τίτλοι) ή με την απευθείας συμμετοχή τους στην επιστημονική ζωή.
Ανάμεσα στους Έλληνες λογίους της χώρας ξεχώρισε ο πολυμαθής Γεώργιος Ζαβίρας, συγγραφέας σημαντικών επιστημονικών έργων, που συγκρότησε μία από τις πλουσιότερες ελληνικές βιβλιοθήκες της εποχής του. Κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα έδρασαν αρκετοί διάσημοι άνθρωποι των γραμμάτων, επιστήμονες, καλλιτέχνες ελληνικής καταγωγής. Ο ιατρός Δημήτριος Αργέντης [Argenti Döme] μετέφρασε στα ουγγρικά το περί ομοιοπαθητικής εγχειρίδιο του Γερμανού Hahnemann και έγινε ο απόστολος της νέας αυτής ιατρικής αντίληψης στην Ουγγαρία.
Ο Θεόδωρος Μάρκου [Margó Tivadar] υπήρξε επίσης φημισμένος ιατρός, πρώτος υπέρμαχος των ιδεών του Δαρβίνου στην Ουγγαρία. Ο γεωγράφος, βιολόγος και εξερευνητής János Xantus (από παλιά ελληνική οικογένεια της Τρανσυλβανίας), ο οποίος, εξορισμένος από την Ουγγαρία μετά την Επανάσταση του 1848 – 49, έκανε σπουδαίες γεωγραφικές, βιολογικές και εθνογραφικές ανακαλύψεις στη Βόρεια και τη Νότια Αμερική, ενώ, επιστρέφοντας μετά τη Συμφιλίωση του 1867, έγινε ο πρώτος διευθυντής του Ζωολογικού Κήπου της Βουδαπέστης.
Η Δεύτερη Διασπορά
Προς το τέλος του ελληνικού Εμφυλίου άρχισε η ροή πολιτικών προσφύγων προς τις χώρες του σοβιετικού μπλοκ. Μεταξύ 1948 και 1952 έφθασαν στην Ουγγαρία περίπου 8 χιλιάδες άτομα. Οι περισσότεροι εγκαταστάθηκαν στην πρωτεύουσα και τις βιομηχανικές περιοχές, άλλοι δε απασχολήθηκαν στη γεωργία.
Περίπου 1.700 Έλληνες εγκαταστάθηκαν σ’ ένα νέο χωριό που ιδρύθηκε γι’ αυτούς κοντά στη Βουδαπέστη (εντελώς συμπτωματικά σε κτήματα που ανήκαν κάποτε στην οικογένεια Σίνα). Ο οικισμός ονομάστηκε πρώτα Görögfalva (Ελληνοχώρι), και το 1952 πήρε το όνομα του Νίκου Μπελογιάννη, ο οποίος είχε εκτελεστεί στην Αθήνα το Μάρτιο εκείνης της χρονιάς. Γρήγορα οργανώθηκε η ελληνική εκπαίδευση: συστήθηκαν ελληνικά δημοτικά σχολεία ενώ στα ουγγρικά σχολεία όπου φοιτούσαν ελληνόπουλα, ορισμένα μαθήματα διδάσκονταν στην ελληνική γλώσσα.
Στη συνέχεια πολλοί Έλληνες νέοι είχαν τη δυνατότητα να συνεχίσουν τις σπουδές τους στην Ανώτατη Εκπαίδευση. Με την πάροδο του χρόνου οι πρόσφυγες ενσωματώθηκαν αρμονικά στην ουγγρική κοινωνία. Αρκετοί εξ αυτών σταδιοδρόμησαν στις επιστήμες και τις τέχνες και έγιναν γνωστοί τόσο στην Ουγγαρία όσο και στην Ελλάδα, όπως π.χ. ο συγγραφέας Δημήτριος Χατζής, ή ο γλύπτης Αγαμέμνων (Μέμος) Μακρής.
Ανάμεσα στους Έλληνες που είναι γνωστοί και δημοφιλείς στην Ουγγαρία αξίζουν να μνημονευθούν η ηθοποιός και τραγουδίστρια Αθηνά Παπαδημητρίου, ο ζωγράφος και μουσικός Γιώργος Τζόρτζογλου. Από τη δεκαετία του ‘70 η ελληνική μουσική έγινε δημοφιλέστατη στην Ουγγαρία, οι ορχήστρες και τα χορευτικά συγκροτήματα που σχηματίστηκαν από πρόσφυγες της δεύτερης, κυρίως, γενεάς προσέλκυσαν χιλιάδες κόσμο στις «ελληνικές χορευτικές βραδιές» που διοργανώνονταν τακτικά.
Με τις πολιτικές αλλαγές που συντελέστηκαν στην Ελλάδα μετά το 1974 πολλοί Έλληνες πήραν το δρόμο του γυρισμού, κυρίως από το χωριό Μπελογιάννης. Σήμερα στο χωριό οι Έλληνες αποτελούν την μειοψηφία (περίπου 200 επί συνόλου 1.250 κατοίκων), παρά ταύτα κατά παράδοση στο χωριό εκλέγεται Έλληνας δήμαρχος και στο δημοτικό σχολείο αρκετά ουγγαρεζόπουλα μαθαίνουν ελληνικά με μεγάλο ενθουσιασμό.
Με την άφιξη των Ελλήνων στην Ουγγαρία, υπεύθυνος φορέας για τα θέματα τους ήταν το «Κεντρικό Συμβούλιο Πολιτικών Προσφύγων Ελλήνων Ουγγαρίας», που αργότερα λειτούργησε ως «Πολιτικός Σύλλογος Ελλήνων Ουγγαρίας» και μετά την υπογραφή της Ελληνοουγγρικής διακρατικής συμφωνίας επαναπατρισμού του 1982, ως «Πολιτιστικός Σύλλογος Ελλήνων Ουγγαρίας».
Το 1993, με την ψήφιση του νέου ουγγρικού Νόμου περί Εθνικών και Εθνοτικών Μειονοτήτων, οι Έλληνες συμπεριλήφθηκαν μεταξύ των 13 εθνικών μειονοτήτων της χώρας. Το 1995 δημιουργήθηκε η «Αυτοδιοίκηση Ελλήνων Ουγγαρίας» και το 1998 οι τοπικές Αυτοδιοικήσεις Ελλήνων, οι οποίες πλέον ανέρχονται σε 35.
Σήμερα, ο ελληνισμός της Ουγγαρίας αποτελείται κυρίως από πολιτικούς πρόσφυγες του εμφυλίου που δεν επαναπατρίστηκαν και αριθμεί, κατ’ εκτίμηση, περί τα 4.500 άτομα (εκ των οποίων 2.500 περίπου στη Βουδαπέστη). Η ελληνική πολιτεία ενισχύει οικονομικά την ομογένεια με τακτικές επιχορηγήσεις.
Με βάση τη Βουδαπέστη, στην Ουγγαρία δραστηριοποιείται αριθμός ελληνικών Συλλόγων, όπως ο Πολιτιστικός Σύλλογος Ελλήνων Ουγγαρίας, ο Σύλλογος Ελληνικής Νεολαίας Ουγγαρίας, η Οργάνωση Ελληνίδων Βουδαπέστης, ο Πολιτιστικός Σύλλογος «ΚΑΡΥΑΤΙΔΕΣ», ο Διαπολιτιστικός Σύλλογος «ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ», ο Ελληνικός – Κυπριακός – Ουγγρικός Σύλλογος Φιλίας, ο Σύλλογος Ελληνικής Χορευτικής Παράδοσης «ΧΕΛΙΔΟΝΑΚΙ», το «Ίδρυμα Όλυμπος – Τρίτη ηλικία» και το «Ίδρυμα Οίκος του Ελληνισμού».
Επίσης λειτουργούν οι Σύλλογοι: «Υπό Ελλήνων Ιδρυθείσα Ορθόδοξος Ουγγρική Κοινότητα Βουδαπέστης», Διαπολιτιστικός Σύλλογος «Μακεδονία» και «Ελληνικός – Κυπριακός – Ουγγρικός Σύλλογος Φιλίας».
πηγή:ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΕΞΩΤΕΡΙΚΩΝ
Βασ. Σοφίας 1, 106 71 Αθήνα

.