Προνομιακά «παράθυρα»

15 Φεβρουαρίου 2010

aeroplanaki.jpgΓΙΩΡΓΟΣ ΣΤΑΘΑΚΗΣ 

Ο Κυριάκος Βαρβαρέσος στην περίφημη «Εκθεση για το Οικονομικό Πρόβλημα της Χώρας», είχε ένα αναλυτικό κεφάλαιο για το Φορολογικό Ζήτημα. Εκεί σημείωνε:

« Αυτό που είναι λάθος στο ελληνικό φορολογικό σύστημα είναι η άδικη κατανομή των φόρων.Περίπου το 80% των εσόδων της κυβέρνησης προέρχονται από την έμμεση φορολογία,και αυτή βαραίνει δυσανάλογα τις χαμηλές εισοδηματικές ομάδες ». Αφού ανέλυε τις φορολογικές δηλώσεις όσων είχαν δραστηριότητα το εμπόριο και τη βιομηχανία, καθώς και τους ελεύθερους επαγγελματίες, κατέληγε ότι το 16% από αυτούς δήλωνε εισόδημα μικρότερο από τον μισθό κλητήρα του Δημοσίου, 66% στο επίπεδο του κλητήρα και μόλις 5% εμφανίζονταν με αξιόλογο εισόδημα.

 Μισό αιώνα και κάτι, ακριβώς τα ίδια ερωτήματα και προβλήματα αναβιώνουν, όπου πάλι δεν έχουμε και πολύ χρόνο λόγω της δημοσιονομικής κρίσης.

Το πολιτικό σύστημα με όλες τις πολιτικές εναλλαγές (παλιάς και νέας Δεξιάς, παλιού και νέου Κέντρου, και φυσικά της δικτατορίας) δεν άλλαξε ούτε στο ελάχιστο το φορολογικό σύστημα της χώρας και τις κοινωνικές ανισότητες που αυτό αναπαράγει. Ως το 1974 η μη αλλαγή του δεν αποτελεί έκπληξη.

Οι προτεραιότητες ήταν στην «ανάπτυξη με κάθε μέσο», έτσι που η κρατική και τραπεζική αρωγή επικεντρώθηκε στις υποδομές και στη βιομηχανία (στη δικτατορία προστέθηκε και ο τουρισμός).

 Οι κατασκευές, ειδικά στην επεκτεινόμενη Αθήνα, ακολουθούσαν τους κανόνες μιας «άτυπης οικονομίας», και το ίδιο συνέβη και με το εμπόριο και τα ελεύθερα επαγγέλματα. Σε αντάλλαγμα της «μη κρατικής αρωγής», οι τομείς αυτοί απέκτησαν φοροασυλία.

 Μετά το 1974, όμως, άρχισε να επεκτείνεται η δημόσια οικονομία. Το κύμα κρατικοποιήσεων της ΝΔ το 1974-1981 ακολούθησε η έκρηξη των δημοσίων δαπανών στη δεκαετία του ΄80 από το ΠαΣοΚ.

Στο τέλος της δεκαετίας, οι δημόσιες δαπάνες είχαν διπλασιαστεί (από 25% στο 48% του ΑΕΠ), φθάνοντας τον ευρωπαϊκό μέσον όρο, και το δημόσιο χρέος είχε ξεπεράσει το 100% του ΑΕΠ. Εκτοτε έμειναν εκεί.

Τότε άρχισαν τα σταθεροποιητικά προγράμματα.Επί 25 χρόνια καταγράφεται ένας ατέλειωτος κύκλος σταθεροποιητικών προγραμμάτων, με περικοπές μισθών και διεύρυνσης της φορολογικής βάσης, εν τέλει όμως αναποτελεσματικών.

 Η αιτία είναι απλή.

Τα δημόσια έσοδα δεν σταθεροποιήθηκαν ποτέ. Αυτά κυμαίνονταν ανάλογα με τους «πολιτικούς κύκλους». Κάθε κυβέρνηση ακολουθούσε περιοριστική πολιτική, τα δύο πρώτα χρόνια, και χαλάρωνε τη φορολογική πολιτική στα δύο επόμενα.

Ετσι οι προσπάθειες διεύρυνσης Πλάκες χρυσού σε ελβετική τράπεζα της φορολογικής βάσης, είτε με τεκμήρια είτε με μέτρα υπέρ της έκδοσης αποδείξεων είτε με καλύτερη εφαρμογή του ΦΠΑ, ήταν πάντα προσωρινά. Το παράδοξο μάλιστα είναι ότι σε περιόδους σταθεροποιητικής πολιτικής το δημόσιο χρέος αυξανόταν αντί να μειώνεται.

Καθώς η κυβέρνηση μείωνε το έλλειμμα του προϋπολογισμού, αύξανε παράλληλα τον δανεισμό επιχειρήσεων και οργανισμών του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Αυτό κατέστησε αναξιόπιστες τις διαδοχικές κυβερνήσεις.

Η τελευταία της ΝΔ έχει με διαφορά το πιο αρνητικό ρεκόρ. Παρέλαβε τα δημόσια έσοδα στο 41% του ΑΕΠ και τα παρέδωσε στο 34%, ενώ διατήρησε το σκέλος των δαπανών στο 46%.

Το χειρότερο είναι ότι ως κυβέρνηση επέλεξε να αποκρύψει το γεγονός. Το δημοσιονομικό πρόβλημα των τελευταίων 25 χρόνων αφορά λοιπόν αποκλειστικά τα φορολογικά έσοδα και τη μη θεσμοθέτηση ενός πάγιου, ενιαίου, αξιόπιστου φορολογικού συστήματος. Σταδιακά διαμορφώθηκε ένα σύστημα φοροασυλίας που τελικά απέκτησε μεγαλύτερη οικονομική σημασία από τη φοροδιαφυγή.

Γιατροί, δικηγόροι, μηχανικοί, μεταφορείς κάθε είδους, βενζινοπώλες, ακόμη και κατηγορίες δημοσίων υπαλλήλων κ.ο.κ. τελούν υπό ειδικό φορολογικό καθεστώς, που καθιστά νόμιμη τη μη πληρωμή φόρων. Με τη σειρά τους, τα μέτρα σύλληψης των φόρων απέκτησαν προνομιακά «παράθυρα».

Η βίλα ή το σκάφος καταγράφονται ως τουριστικής χρήσης, οπότε παύουν να είναι τεκμήρια και φοραπαλλάσονται εντελώς. Κάποιος που έχει υψηλά εισοδήματα μπορεί να μειώσει τους συντελεστές με εικονικές δωρεές σε «φιλόπτωχα ιδρύματα».

Αν η αγορά σπιτιού ξεπερνάει τα δηλωμένα εισοδήματα, ένα δάνειο από τράπεζα ή από «φίλους» λύνει το πρόβλημα. Και προφανώς οι οφσόρ εταιρείες.

Ετσι σήμερα οι έμμεσοι φόροι δίνουν 66% των φορολογικών εσόδων, οι μισθωτοί προσθέτουν άλλο ένα 12% και οι ΑΕ άλλο ένα 10%. Από εκεί και πέρα, το χάος.

Οκτακόσιες χιλιάδες έμποροι και βιοτέχνες προσφέρουν μόλις το 4% και 500.000 ελεύθεροι επαγγελματίες ένα δραματικό 3%. Κάτι λιγότερο από την εποχή του Βαρβαρέσου. Η κυβέρνηση σήμερα λαμβάνει μέτρα που επαναφέρουν το θέμα της διεύρυνσης της φορολογικής βάσης. Οι διακηρύξεις προχωρούν ίσως λίγο παραπέρα. Επικαλούνται την αποκατάσταση μιας στοιχειώδους δικαιοσύνης.

Ο χρόνος θα δείξει αν είμαστε στα όρια κάποιας ιστορικής τομής, που ο Βαρβαρέσος μάταια εισηγήθηκε στη μετεμφυλιακή Ελλάδα, ή σε έναν ακόμη «πολιτικό κύκλο» προσωρινής διεύρυνσης της φορολογικής βάσης μέχρι νεωτέρας.

O κ. Γιώργος Σταθάκης είναι καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας στο Τμήμα Οικονομικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Κρήτης./πηγή:TO BHMA

.