Ποιος φταίει για τη στασιμότητα του Ποντιακού Ζητήματος;

22 Μαΐου 2010

pontos1.jpgΆρθρο του Βασίλη Θ. Ιωαννίδη :Γενοκτονία των Ελλήνων

Γενικές σκέψεις:Ποιος φταίει για τη στασιμότητα του Ποντιακού Ζητήματος;

Αυτή είναι η πρώτη, για να μην πω κι η μοναδική, ερώτηση που πρέπει να απαντηθεί έτσι ώστε να προοδεύσουμε τόσο στο θέμα της ανάδειξης και αναγνώρισης της Γενοκτονίας, όσο και στην καθημερινή μας ζωή, όχι πλέον ως κάτοικοι του Πόντου αλλά ως Ελλαδίτες.

Η απάντηση μοιάζει αυτονόητη. Εμείς οι ίδιοι.

Εάν απευθύνουμε την ερώτηση σε οποιονδήποτε Πόντιο είναι πιθανόν να λάβουμε διάφορες απαντήσεις. Μία συχνή απάντηση είναι ότι ευθύνονται οι πολιτικοί και η πολιτική υποχώρησης που ασκείται τα τελευταία χρόνια στα Εθνικά μας θέματα. Μία άλλη απάντηση μπορεί να είναι ότι φταίει η έλλειψη συντονισμού ανάμεσα στους εκπροσώπους των Ποντιακών Φορέων.

Η αλήθεια νομίζω ότι βρίσκεται βαθύτερα από αυτές τις απόψεις, οι οποίες, αν και εμπεριέχουν ένα μέρος της, δεν είναι ικανοποιητικές, πολύ απλά διότι δεν αρκούν για να εξηγήσουν την ανεπαρκή δράση απέναντι σε τόσο σημαντικά πράγματα που πρέπει, ή μάλλον έπρεπε, να έχουν γίνει χρόνια τώρα.

Η αλήθεια είναι, όπως είπαμε, σε πιο βαθύ επίπεδο και βρίσκεται σε ένα βασικό στοιχείο της ιδιοσυγκρασίας του Νεοέλληνα, που είναι ο φανατισμός.

Ο φανατισμός είναι ύπουλο συναίσθημα, διότι όλοι αποδίδουν την ύπαρξη του στον άλλον. Από αυτό το χαρακτηριστικό που πάντα κατέστρεφε τη συνοχή ανάμεσα μας, δεν εξαιρούμαστε και οι σύγχρονοι Πόντιοι. Εγωιστές και οξύθυμοι, προτιμούμε να μην ρυθμιστεί μια θλιβερή κατάσταση, παρά να ρυθμιστεί με τους όρους του αντιπάλου. Αυτός ο φανατισμός και η εσωστρέφεια, δείχνει πόσο αδιάφοροι είμαστε στην πραγματικότητα για το έγκλημα κατά των Παππούδων μας.

Είμαστε αδιάφοροι γιατί οι κομματικές μας πεποιθήσεις είναι τόσο σημαντικές για εμάς και εισχωρήσαμε τόσο βαθιά στο άθλιο αυτό παιχνίδι του ρουσφετιού και της ανταλλαγής χαρών, ώστε σε τίποτα πλέον να μη θυμίζουμε τον Περήφανο Πολεμιστή Πόντιο. Εκείνος δε θα υποχωρούσε ποτέ επειδή είναι στρατιώτης του κόμματος και πειθαρχεί σε αυτό. Θα γελούσε ειρωνικά αν άκουγε την φράση ‘κομματική πειθαρχία’. Θα έτριζε τα δόντια αν μάθαινε ότι αντί να ενωθούν όλοι οι απόγονοι του στο όνομα της Μνήμης του και να πολεμήσουν, εκείνοι έχουν ιδρύσει αντίπαλα στρατόπεδα που ακόμα και την Ποντιακή Νεολαία διχάζουν. Εκείνος δεν ήταν φανατικός. Ήταν απλά αγωνιστής.

Είμαστε αδιάφοροι γιατί βιαστήκαμε να ενταχθούμε στον σύγχρονο κόσμο και απορροφηθήκαμε από τη γενική τάση του Σύγχρονου Ανθρώπου και ιδίως του Νεοέλληνα και δεν κρατήσαμε την φλόγα του πνεύματος μας αναμμένη. Αν ήταν αναμμένη, θα αντιλαμβανόμασταν γρήγορα ότι το βλέμμα μας έπρεπε να είναι στραμμένο στο παρελθόν για να προοδεύσουμε και αξιοποιώντας την ακεραιότητα της ηθικής μας υπόστασης, να αποστασιοποιούμασταν από ό,τι δεν μας εξέφραζε.

Έτσι, αντί να ενστερνιστούμε τη νοοτροπία των Αρχαίων Ελλήνων που δεν ήθελαν να παραμένει κάποιος για πολύ καιρό σε ένα αξίωμα, εμείς πρόθυμα γίναμε αμέσως γνήσιοι εκπρόσωποι της νέας τάσης. Και όπως ακριβώς στη Θεσσαλονίκη εκλέγονται οι ίδιοι άνθρωποι εδώ και πάμπολλα χρόνια, το ίδιο συνέβη και σε εμάς τους Πόντιους. Αυτό δε σημαίνει κάτι για την ακεραιότητα εκείνου που κατέχει το αξίωμα, σίγουρα όμως δεν είναι υγιές. Δείχνει μια στασιμότητα, δείχνει μια απροθυμία των καινούργιων προσώπων να πάρουν τα ινία και μια απροθυμία των παλιών να παραχωρήσουν την θέση τους.

Κι όμως, αν πολλά διαφορετικά πρόσωπα κατείχαν για λιγότερο καιρό αξιώματα, θα είχαμε μεγαλύτερη παραγωγή ιδεών, περισσότερη όρεξη για δουλειά και λιγότερο σχετισμό με τη διαπλοκή.

Είμαστε αδιάφοροι – και πρώτος από όλους ο γράφων – επειδή δεν αναλαμβάνουμε ουσιαστικές πρωτοβουλίες αλλά αναλωνόμαστε στις ίδιες και τις ίδιες δράσεις που αναλαμβάνονται εδώ και πενήντα χρόνια. Το λάθος είναι ότι αντιμετωπίζουμε το πρόβλημα μας με όρους πολιτικούς μόνο, ενώ θα έπρεπε, αν θέλαμε να υπάρξει αποτέλεσμα, να διασφαλίσουμε πρώτα την Πνευματική Ένωση όλων των Ποντίων και όχι μόνο αυτό θα δημιουργούσε ένα κοινωνικό ρεύμα συμπαγές και ορμητικό, τα αιτήματα και τους πόθους του οποίου, κανείς και τίποτα δεν θα ηδύνατο να σταματήσει.

Οι διαφορετικές και ποικίλες δράσεις δεν έχουν δύναμη, επειδή διαμοιράζουν την ισχύ της δράσεως με αποτέλεσμα να αποδυναμώνουν την ίδια τη δράση. Αν συμφωνούσαμε όλοι σε ένα συγκεκριμένο σχέδιο δράσης, αν ενώναμε τις φωνές μας προς μια κατεύθυνση, αυτές σίγουρα θα ήταν πιο βροντερές, πιο αποτελεσματικές. Αυτό όμως προϋποθέτει, όπως είπαμε, να φροντίσουμε πριν από την πολιτική πρωτοβουλία, να έρθουμε κοντά, να ζυμωθούν οι ιδέες μας ‘σ’ έναν αργυροχάλκιν’ και κυρίως, να κάνει ο καθένας την αυτοκριτική του, παραλείποντας ταυτόχρονα την κριτική στους άλλους. Αυτό δεν είναι καθόλου αυτονόητο. Είναι το μέγιστο δείγμα ενός ανώτερου πολιτισμού που εμείς πρέπει αμέσως να υιοθετήσουμε.

Αν όχι, εξακολουθούμε να είμαστε αδιάφοροι, διότι βάζουμε τις ατομικές μας έριδες πριν από το ηθικό μας χρέος. Είμαστε αδιάφοροι γιατί χάσαμε την ταυτότητα μας. Τι είναι αυτό που μας διακρίνει; Υπάρχει τίποτα εκτός από τη μουσική και τους χορούς μας; Αν θέλουμε να είμαστε καλοί αγωνιστές, πρέπει πριν απ’ όλα να ξεκαθαρίσουμε ότι εκτός από την αναγνώριση του Μέγιστου Εγκλήματος, πρέπει να αγωνιζόμαστε και για την ηθική και πολιτισμική μας υπόσταση.

Να βρούμε τον τρόπο να προσαρμόσουμε στη σύγχρονη ζωή τις διαχρονικές μας αξίες, να δώσουμε βάση στους συλλόγους όχι μόνο στη διδασκαλία χορών αλλά σε όλες τις εκφάνσεις της τέχνης αλλά και της ιστορίας μας και κυρίως να έρθουμε επιτέλους σε επαφή με τους υπόλοιπους Πολιτιστικούς Συλλόγους μη Ποντίων ανά την Ελλάδα.

Αλλιώς είμαστε αδιάφοροι, γιατί δεν προσπαθούμε να διευρύνουμε κοινωνικά το πεδίο απήχησης μας αλλά απομονώνουμε δίχως αιτία τους εαυτούς μας και έχουμε φτάσει στο σημείο, να συζητάμε μεταξύ μας τι πρέπει να πράξουμε, ενώ το πρώτο πράγμα που θα έπρεπε να είχαμε κάνει, είναι να ενημερώσουμε και να ευαισθητοποιήσουμε όλους τους Συνέλληνες μας, πολύ απλά για να αγωνιστούν κι αυτοί μαζί μας.

Σχέδιο δράσης

Τι πρέπει να αλλάξει για να δικαιωθεί επιτέλους η μνήμη των Παππούδων μας;

Πρώτον, να έρθουμε σε επαφή με τους αντίστοιχους φορείς των Μικρασιατών, οι οποίοι υπέστησαν ακριβώς τα ίδια δεινά. Αυτό έπρεπε να είχε γίνει βεβαίως από την πρώτη στιγμή και, ακόμη περισσότερο, ο γράφων έχει τη γνώμη ότι πρέπει να μιλάμε για Γενοκτονία των Ελλήνων της Μικρασίας και του Πόντου ή για Γενοκτονία των Ελλήνων. Αυτό δίνει μια διαφορετική δυναμική στο αίτημα περί αναγνώρισης γιατί ενώνονται οι φωνές μας.Γιατί άλλη δυναμική και αντίκτυπο έχει στον κόσμο να ομιλούμε περί γενοκτονίας των Ελλήνων συνολικά και μάλιστα με μεγαλύτερο αριθμό θυμάτων.

Και τέλος, γιατί δεν υπάρχει κανένας απολύτως λόγος για να κάνουμε τέτοιους διαχωρισμούς. Εάν αυτή η Ένωση Ελλήνων που υπέστησαν Γενοκτονία είχε γίνει, το σκηνικό τώρα θα ήταν πολύ διαφορετικό.

Δεύτερον, αφού πρώτα επέλθει η ένωση, να αρχίσουμε την μεγάλη προσπάθεια ενημέρωσης του Ελληνικού λαού για το μεγάλο έγκλημα που συντελέστηκε. Διότι η συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων γνωρίζουν μόνο τις επικεφαλίδες, οι οποίες όμως δεν αρκούν για την ευαισθητοποίηση και την ανάληψη δράσης.

Τρίτον, αφού έχει ενωθεί η δράση μας, να αποφασίσουμε πώς θα προωθήσουμε το δίκαιο αίτημα μας στην Παγκόσμια Κοινότητα. Να οργανώσουμε μεγαλειώδεις πορείες που θα συγκλονίσουν επειδή θα είναι όλοι εκεί κι επειδή η παγκόσμια κοινή γνώμη θα ακούσει για πρώτη φορά την φράση ‘Γενοκτονία των Ελλήνων’. Υπό την πίεση μιας τέτοιας μεγάλης κινητοποίησης και με την στήριξη όλων των Ελλήνων, θα έχουμε θέσει γερές βάσεις για την ανάδειξη του θέματος, ταυτόχρονα όμως θα έχουμε επιτύχει και κάτι άλλο:

την ενίσχυση της ομοψυχίας των Ελλήνων, την ενθάρρυνση του Αγώνα της νεολαίας για τις υπέρτατες αξίες που πρέπει να χαρακτηρίζουν τον ανθρώπινο βίο και την δικαίωση της μνήμης των νεκρών μας, οι οποίοι θα χαμογελούν ευτυχισμένοι βλέποντας μας επιτέλους μονιασμένους.

Απαραίτητος ορος όλα αυτά να γίνουν αφού ξεριζώσουμε τον φανατισμό από μέσα μας. Μεθοδευμένα και συστηματικά, όπως ακριβώς έπραξαν οι Νεότουρκοι με τη Φυλή μας εκατό χρόνια πριν.

Βασίλης Θ. Ιωαννίδης

Δικηγόρος

.