Μπουζούκια: ιστορίες από τα περασμένα μεγαλεία

29 Μαρτίου 2013

Πρωταγωνιστές της αθηναϊκής νύχτας και μνήμες από τον Αριστοτέλη Ωνάση.

Ζεις μέσα σε ένα ξέφρενο πάρτι που φαίνεται ότι δεν θα τελειώσει ποτέ. Κρατάει επτά ημέρες την εβδομάδα. Φοράς τα πιο ακριβά ρούχα, τινάζεις τα μαλλιά σου και ο κόσμος παραληρεί. Ανοίγει σαμπάνιες στα πόδια σου, σε ραίνει με λουλούδια, σπάει πιάτα για να σου τραβήξει την προσοχή. Ολα σού φαίνονται φυσικά όταν ζεις μέσα σε αυτό το φλύαρο σύμπαν.

Και τα αληθινά άλογα που χλιμιντρίζουν στην πίστα, και τα πανάκριβα αυτοκίνητα που οδηγείς πάνω σε αυτήν, και οι πισίνες πάνω στη σκηνή, και η ιπτάμενη εκδοχή σου – φτάνει να εμπιστευθείς έναν καλό χορογράφο και τεχνικούς που σου εγγυώνται ότι δεν θα σκάσεις κάτω σαν καρπούζι. Κοιμάσαι στις 7.00 το πρωί και ξυπνάς στις 7.00 το βράδυ. Και πάλι απ’ την αρχή. Ζεις. Και μετά, ξυπνάς.

Η δεκαετία του ’90 κατάφερε να μετατρέψει τη νυχτερινή Αθήνα σε ένα πολύβουο λούνα παρκ.

 

Μπορεί να ζαλιζόσουν, να πήγαινες στη δουλειά με πονοκέφαλο, αλλά δεν υπήρχε περίπτωση να μετανιώσεις επειδή ήσουν εκεί.

Οι μετάνοιες ήρθαν πολλά χρόνια αργότερα, όταν το πάρτι τελείωσε.

Το ΒΗmagazino μιλάει με πρωταγωνιστές της αθηναϊκής νύχτας. Με επαγγελματίες που έζησαν στην εποχή του παραλογισμού, προσπαθούν να συμβιβαστούν με την (όποια) σεμνότητα κυριαρχεί στη σημερινή αθηναϊκή νύχτα. Ολοι είναι κουρασμένοι. Και όλοι μιλούν για άλογα, φορέματα, σπατάλες και τον φόβο του ΣΔΟΕ.

Ο Βασίλης Καρράς κουράστηκε

Σάββατο βράδυ, στις 11.30, στο καμαρίνι του Βασίλη Καρρά. Ο τραγουδιστής ξεκουράζεται. Φοράει τζιν παντελόνι, μαύρο T-shirt και αθλητικά παπούτσια. Βλέπει μια ταινία με τη Σούζαν Σαράντον, «από τα λίγα καλά κοινωνικά, έτσι για να περάσει η ώρα» ώσπου να βγει στη σκηνή στη 1.40 το πρωί. Είναι κουρασμένος και μιλάει με τη σοφία των ατελείωτων ξενυχτιών.

«Κοίταξε, γλυκιά μου, αν δεν υπήρχε η νεολαία, θα είχαμε τελειώσει τώρα. Η γενιά των σαραντάρηδων και των πενηντάρηδων σπάνια μας επισκέπτεται, γιατί τώρα βγήκαν τα παιδιά τους και είναι υποχρεωμένοι να δώσουν το εικοσάρικο στο παιδί για να βγει, παρά να γλεντήσουν οι ίδιοι.

Να μάθουμε να λέμε τα πράγματα με τ’ όνομά τους. Δεν βγαίνει ο κόσμος. Παρ’ όλα αυτά, στερείται και δίνει στο παιδί του για να διασκεδάσει. Μόνο νεανικό κοινό υπάρχει πλέον. Μόνο! Χάθηκαν, για παράδειγμα, οι νεόπλουτοι, εξαφανίστηκαν απ’ την πιάτσα. Η δεκαετία του ’90 δεν υπήρχε! Οχι μόνο για μένα, για όλον τον κόσμο. Αλλά και από τη δεκαετία του ’80 έχω να θυμάμαι κάτι σαν ανέκδοτο: κάποιος έδωσε 50 εκατομμύρια με τη μία, σε πιάτα. Δεν πρόλαβα να τον ρωτήσω αν ήταν πολύ καψούρης. Πάντως, δεν νομίζω ότι το μετάνιωσε την επόμενη ημέρα. Λεφτά υπήρχαν τότε».

Στο Teatro δημιουργείται εφέτος το αδιαχώρητο. Το σχήμα Παντελίδης-Πάολα-Καρράς είναι το μοναδικό που διασώθηκε. Ενώ πάρα πολλά μαγαζιά με ονόματα-κράχτες κατέβασαν από νωρίς αυλαία, η συγκεκριμένη τριάδα έσπασε ταμεία. Ενας πρωτοεμφανιζόμενος αοιδός που ανέδειξε το YouTube επομένως έχει το νεανικό κοινό με το μέρος του, μια τραγουδίστρια με αξιοπερίεργη σκηνική παρουσία και μια παλιά καραβάνα.

Ο Βασίλης Καρράς δουλεύει νύχτα σαράντα χρόνια και ξέρει από πρώτο χέρι πόσο απρόβλεπτη είναι η νύχτα: «Να μην πάρουμε, όμως, μόνο ως παράδειγμα το Teatro, γιατί αρκετά μαγαζιά έκλεισαν, άλλοι καλλιτέχνες δεν “πήγαν” καθόλου, του χρόνου κάποιος άλλος θα ’ναι ο τυχερός. Υπάρχουν παντού άνθρωποι απλήρωτοι εδώ και πολλές βδομάδες, η κρίση δεν αγνόησε τα μπουζούκια. Ειλικρινά στενοχωριέμαι γιατί ποτέ δεν αναφέρεται ότι από ένα τέτοιο μαγαζί ζουν περίπου 250 οικογένειες. Μουσικοί, σερβιτόροι, μετρ, κορίτσια με λουλούδια, καθαρίστριες κτλ., κτλ. Και είναι πάρα πολύ μεγάλο το βάρος για έναν καλλιτέχνη. Οταν δεν έρχεται κόσμος να τον δει, όλοι αυτοί οι άνθρωποι που περιμένουν από ένα διήμερο για να ζήσουν, μένουν στον δρόμο».

 

Οι διακριτικοί πολιτικοί

Τη χρυσή εικοσαετία των μπουζουκιών, από το 1985 ως το 2005 δηλαδή, «έρχονταν κάθε βράδυ πολιτικοί. Σαν κοινοβούλιο ήταν από κάτω. Εδώ και δύο χρόνια δεν έρχονται, φοβούνται». `

Η, όταν πηγαίνουν, υποχρεώνονται να απαρνηθούν τα αλλοτινά προνόμια των πρώτων τραπεζιών και λοιπών μεγαλείων.

Οπως μας πληροφορεί βετεράνος μετρ: «Οι πολιτικοί πλέον δεν πατάνε, αλλά τις καλές εποχές ήταν πιο τζαμπατζήδες από τους celebrities.

Τώρα, και οι μεν και οι δε δεν έρχονται για να μην προκαλέσουν. Κάποιοι πολιτικοί που επιμένουν να έρχονται, πάντως, κάνουν κράτηση με ψευδώνυμο και από ’κεί που σκοτώνονταν και σου έδιναν τεράστιο φιλοδώρημα για πρώτο τραπέζι πίστα, τώρα ζητούν “κάτι πιο διακριτικό, πίσω πίσω”».

«Το έβλεπα να έρχεται»

Ο Γιώργος Μαργαρίτης έχει εξίσου βαριά φωνή, αλλά και εμπειρία. Την επομένη της συνομιλίας μας πετούσε για Αμερική, για συναυλίες στους έλληνες ομογενείς. Από το τέλος Μαρτίου ξαναρχίζει τις επιτυχημένες εμφανίσεις του στο Γυάλινο Μουσικό Θέατρο, κάνοντας στροφή «στο καλό ρεμπέτικο, σε διαμάντια του Τσιτσάνη και του Βαμβακάρη. Αυτά για μένα είναι το φιλέτο μου».

Και μπήκαμε στο ψητό: «Παλιά είχαμε τα μυαλά στα κάγκελα. Οι ράτσες μας στην Ελλάδα είχαν χτυπηθεί και έβγαλαν όλον τον καημό και το άχτι τους μαζεμένο μέσα σε 20 χρόνια. Από το ’85, που άρχισε ο τζερτζελές, μέχρι το 2005. Μετά τους Ολυμπιακούς πήραμε την κάτω βόλτα. Τότε ξέδινε ο κάθε ακροατής, την έβρισκε, έφευγε το μυαλό του. Από την άλλη, όμως, έπρεπε την επομένη να πάει στη δουλειά και δεν σηκωνόταν. Και να πού κατέληξε το πράγμα.

Το έβλεπα από τότε ότι κάποια στιγμή θα πέθαινε αυτό το επτά ημέρες την εβδομάδα. Ελεγα στους επιχειρηματίες: “Τι να την κάνετε τη Δευτέρα, την Τρίτη και την Τετάρτη; Αφήστε τον κόσμο να πηγαίνει το πρωί στη δουλειά του, να ξεκουράζεται κι εμάς η φωνή μας”. Το ’βλεπα το τσουνάμι να ’ρχεται. Ούτε οι πλούσιοι δεν είχαν τόσο χρόνο να ξενυχτήσουν».

Επτά ημέρες την εβδομάδα

Η Καίτη Γαρμπή είναι πρωινός τύπος, και ας τραγουδούσε σε νυχτερινά μαγαζιά από πολύ μικρή, από τότε που πήγαινε σχολείο, στο πλευρό του Γιάννη Φλωρινιώτη, μαζί με την αδελφή της. Το ραντεβού μας δόθηκε σε ένα βιβλιοπωλείο κοντά στο σπίτι της στη Νέα Ερυθραία. Ζεστή και άμεση, καταλαβαίνεις γιατί ο κόσμος που τη βλέπει στον δρόμο τη φωνάζει «Καιτούλα» και της λέει «πες μας ένα τραγουδάκι». «Αν ήμουν μποξέρ, τι θα μου ζητούσατε;» τους απαντάει χαμογελώντας. Κάπου το άκουσε και της άρεσε.

«Τα μπουζούκια πέθαναν. Ολο αυτό δεν λένε; Για πήγαινε να δεις, όμως, τι γίνεται. Νομίζω ότι αναβιώνει η εποχή των 90s, που από τη μία πήγαινες ν’ ακούσεις Γαρμπή και “Θα μελαγχολήσω“ και μετά για after, και χτυπιόσουν στο Αμφιθέατρο – το θυμάσαι το Αμφιθέατρο;

Η διαφορά με το σήμερα είναι ότι πλέον είναι όλα σε ένα. Και το λαϊκό πρόγραμμα, και o dj, και το χιπ-χόπ. Μπαίνεις στις 11.00 το βράδυ, βγαίνεις στις 6.00 το πρωί, και τα ’χεις δει και τα ’χεις ακούσει όλα. Η χρυσή εποχή άρχισε για μένα το ’97, από τότε που δήλωσα δισκογραφική ταυτότητα και άρχισα να τραγουδάω σε χώρους κυριλέ. Εκεί γίνονταν φοβερά πράγματα.

Τραγουδούσα στο Διογένης Παλλάς – “Πρέπει να πας”, που ήταν τότε το σλόγκαν. Για περίπου μία ώρα η σκηνή μεταμορφωνόταν σε θεατρικό σκηνικό κι εγώ έκανα την Εσμεράλδα. Καμπαναριά, Κουασιμόδος, χορευτές, γελωτοποιοί, φωτιές, τα πάντα. Ηταν μια σεζόν απίστευτη, εξαιτίας της όμως έπαθα υπερκόπωση, γιατί, εκτός από το βραδινό πρόγραμμα, το πρωί στον πάνω χώρο έπαιζα και την Εσμεράλδα σε παιδικό. Είχα το ραντσάκι μου μέσα, ξεκουραζόμουν λίγο και μετά ξανάρχιζα».

Μιλώντας με τους πρωταγωνιστές των μπουζουκιών, ένας μύθος καταρρίπτεται πρώτος πρώτος. Οτι έπλεαν σε πελάγη ευτυχίας όταν δούλευαν επτά ημέρες την εβδομάδα. Ο Βασίλης Καρράς ήταν ο πρώτος που ζήτησε να έχουν μία ημέρα ρεπό στα 90s, όπως θυμάται η Καίτη Γαρμπή. Μεγάλη κατάκτηση τότε.

Αλλος ένας μύθος είναι ότι δυσανασχετούσαν με τον νόμο που ήθελε τα μαγαζιά να κλείνουν νωρίς και όχι τα άγρια χαράματα: «Εφτασε μια στιγμή που μετά το ξενύχτι πήγαινα κατευθείαν σχολείο. Τότε βγήκε ο νόμος που έλεγε ότι τα μπουζούκια έπρεπε να κλείνουν στις 2.00 π.μ. Τραγουδούσα με τον Φλωρινιώτη και έπαθαν όλοι πανικό “ποπό τι θα γίνει τώρα, τι θα κάνουμε;”. Σε πληροφορώ ότι ο κόσμος διασκέδαζε μια χαρά κι εμείς κοιμόμασταν σαν άνθρωποι. Το θεώρησα ό,τι καλύτερο είχε συμβεί στη ζωή μου».

Ο Αντώνης, πορτιέρης σε μαγαζί που εφέτος «ήταν από τα τυχερά που δούλεψαν», δίνει τη δική του εξήγηση: «Το άγριο ξενύχτι το επιβάλλει ακόμη ο κόσμος και ακολουθούν οι επιχειρηματίες. Αν ο Ελληνας δεν βγει χαράματα από το μαγαζί, να φάει και το βρώμικό του, νιώθει ότι τον κορόιδεψαν, ότι αυτό που είδε δεν άξιζε τα λεφτά του. Η νύχτα πρέπει να γίνει μέρα για να γυρίσει σπίτι».

Η καρικατούρα της Μαντόνα

Οσο για τις νύχτες του ατελείωτου γκλάμουρ, η Καίτη Γαρμπή έχει πολλά να θυμηθεί: «Ηταν πολύ της μόδας τότε, εκτός από τη φωνή, να δειγματίζεις και τα ρούχα, τα παπούτσια, τα μαλλιά, το μακιγιάζ. Ολα ήταν πληρωμένα από μένα, δεν υπήρχε αυτό που γίνεται τώρα, κανείς δεν μας χάριζε ρούχα. Και δίναμε πάρα πολλά λεφτά, αστρονομικά ποσά, με πολλά μηδενικά από πίσω, για τα ρούχα μας. Πολλά πράγματα τα κάναμε σε υπερβολικό βαθμό, ακριβώς επειδή ερχόταν τόσο πολύς κόσμος και έπρεπε να βλέπει το διαφορετικό, δεν του έφτανε μόνο να ακούσει, έπρεπε και να δει. Σε περνούσε ακτινογραφία από πάνω μέχρι κάτω, οπότε μπαίναμε κι εμείς στο παιχνίδι του λάιφσταϊλ, της κατανάλωσης. Ολοι το έκαναν, απλά σε εμάς φαινόταν περισσότερο.

Εκείνα τα χρόνια, αυτό που κάναμε δεν μπορούσε κανείς να το δει πουθενά. Τώρα μπαίνεις στο Internet και βλέπεις τα πάντα και απλά εσύ είσαι μια καρικατούρα της Μαντόνα, γιατί αυτή κάνει το τοπ. Ο κόσμος τότε δεν ήξερε τι να πρωτοκοιτάξει. Τις χορεύτριες και τους χορευτές; Τα σκηνικά που ανεβοκατέβαιναν; Τις πίστες με τις μυστικές εισόδους που δεν ήξερες από πού βγαίνει ο τραγουδιστής; Ακόμη και κανονική πισίνα είχε κατασκευαστεί στον Διογένη επί Παπαθεοχάρη. Προτού αρχίσει το πρόγραμμα, ανέβαινε η πισίνα και μέσα υπήρχαν κορίτσια που έκαναν συγχρονισμένη κολύμβηση. Ακροβατούσε στα όρια του γραφικού, αλλά εικονογραφεί μια εντελώς άλλη εποχή».

Από τις καλύτερες σεζόν της καριέρας της ήταν το 1999-2000 με την Αννα Βίσση στο Fever, «γινόταν κόλαση». Εβγαιναν με δύο αυτοκίνητα στη σκηνή, έκαναν ότι παραλίγο να τρακάρουν, τσακώνονταν, μετά τα έβρισκαν και άρχιζαν τα ντουέτα. Οι εκδηλώσεις λατρείας, πολλές και σ’ όλη τη διάρκεια της πορείας της. Από έναν πάρα πολύ πλούσιο και αριστοκρατικό κύριο που έγινε η σκιά της στη μετά Φλωρινιώτη εποχή, αλλά προτού βγάλει δισκογραφία: «Δεν σταματούσε να μου στέλνει κάθε βράδυ κουβάδες με γαρδένιες, μόνο γαρδένιες. Ηταν αστείο. Προσπαθούσες να κλείσεις τα μάτια και να ερμηνεύσεις και “γκααααπ” έσκαγαν οι κουβάδες στα κομψά μου πεδιλάκια».

Ή αργότερα, στις χρυσές και πλατινένιες εποχές της, ίσως ο πιο φανατικός θαυμαστής της, ο Νεκτάριος, έκανε τατουάζ σε ολόκληρη την πλάτη του τα γατίσια μάτια της. Οπως πληροφορηθήκαμε, πάντως, με ανακούφιση, βρέθηκε γυναίκα που δέχτηκε να τον παντρευτεί, παραβλέποντας ότι ο αγαπημένος της έχει μάτια και στην πλάτη.

Ο Ωνάσης στα μπουζούκια

Και οι τρεις τραγουδιστές που μίλησαν  εκτός από τα σπάταλα 90s, έχουν πολύ έντονες αναμνήσεις και από τα 80s. Η ένταση της διασκέδασης ήταν η ίδια όπως θυμούνται. Απλώς δεν υπήρχαν τόσο εντυπωσιακοί, «κυριλέ» όπως τους αποκαλούν, χώροι.

Τα λουλούδια υπήρχαν και τότε, τότε όμως υπήρχαν και πιάτα. Γύψινα. Οι τραγουδίστριες κατέληγαν πάρα πολλές φορές με τραυματισμένα πόδια στο Α΄ Βοηθειών. Οι άνδρες πατούσαν με τα καλογυαλισμένα παπούτσια τους πάνω σε σωρούς από πιάτα και κιβώτια σαμπάνιες. Για μερικά λεπτά, πάνω στο τσακίρ κέφι, έκανε σόλο η σκούπα: ανέβαιναν δυο-τρεις σερβιτόροι και τα μάζευαν όλα στην άκρη.

 

 

 

Ηταν πολύ αστείο θέαμα, σχεδόν καρτουνίστικο. Η καταπακτή που ανοίγει και τα πετάς όλα μέσα είναι εφεύρεση της δεκαετίας του ’90, τότε δεν υπήρχαν αυτά. Η τρελή επίδειξη πλούτου και το αλόγιστο ξόδεμα χρήματος ήταν καθημερινά, καθεβραδινά μάλλον, φαινόμενα. Δεν τους έκαναν εντύπωση γιατί τα έβλεπαν κάθε βράδυ, αυτός ήταν ο τρόπος διασκέδασης. Μόνο που παλαιότερα υπήρχαν οι επιφανείς Αθηναίοι, που ήταν απολύτως απαραίτητο να πάνε στα μπουζούκια, να βγάλουν την παρέα τους, να κάνουν το κομμάτι τους.

Ο Γιώργος Μαργαρίτης θυμάται τον Αριστοτέλη Ωνάση: «Απ’ όσους διάσημους έχω δει να διασκεδάζουν στα μπουζούκια, αυτός μου έχει μείνει. Τον είχα δει σε πολλά μαγαζιά, εκεί μεταξύ ’70-’80. Εφευγε και τους χαιρετούσε έναν έναν και τους έδινε και χαρτζιλίκι. Δεν έκανε επίδειξη, οι άλλοι τον είχαν από κοντά, πολλές φίρμες. Ονόματα δεν λέμε…».

Οι εποχές άλλαξαν και οι Ελληνες μοιάζουν πλέον να ξενυχτούν περισσότερο λόγω άγχους παρά λόγω νυχτοπερπατήματος. Κι έτσι αλλάζουν και οι όροι του παιχνιδιού. Οι θαμώνες θέλουν κυνήγι και παρακάλια, δεν έρχονται από μόνοι τους.

Για να θεωρείσαι καλός μετρ στα μπουζούκια, πρέπει να έχεις ατζέντα. Δεν έχει σημασία ποιος είσαι, αλλά ποιους ξέρεις. Το μαγαζί πρέπει να δείχνει γεμάτο, ακόμη και αν δεν υπάρχουν κρατήσεις. Για να μη μιζεριάσει αυτός που έχει κλείσει τραπέζι αν τα διπλανά είναι άδεια. Επιστρατεύουν φίλους από τα παλιά, όλο τους το σόι, αν χρειαστεί. Ολα δωρεάν.

Ψεύτικοι «τραυματισμοί»

Εκτός από το σχήμα του Teatro, πολύ καλά πήγαν εφέτος οι Ρέμος-Ρόκκος, ο Μαζωνάκης και ο Κιάμος. Οι υπόλοιποι έχουν να θυμούνται πολύ καλύτερες σεζόν. Κατά έναν περίεργο τρόπο, αυτή τη σεζόν, πάντως, πάρα πολλά πρώτα ονόματα αρρώσταιναν τις Παρασκευές και αναβαλλόταν το πρόγραμμα. Και τα Σάββατα, που όλο και κάτι γινόταν από κρατήσεις, ξαναγίνονταν περδίκια.

Χαρακτηριστικό είναι αυτό που συνέβη με έναν τραγουδιστή και κυκλοφόρησε σαν ανέκδοτο στη νυχτόβια πιάτσα, όπως μας πληροφόρησε ο μετρ, ζητώντας μας για μια ακόμη φορά να διατηρήσουμε για ευνόητους λόγους την ανωνυμία του: «Ακόμη και για έναν τραγουδιστή που τράκαρε Παρασκευή, η πρώτη σκέψη πολλών ήταν ότι πήγε να αντιγράψει τον Κεντέρη και τη Θάνου. Τελικά, όμως, τράκαρε στ’ αλήθεια».

Ο Βασίλης Καρράς, πάντως, αναγκάστηκε πολλές φορές εφέτος να τραγουδήσει και με πυρετό μια και το μαγαζί ήταν γεμάτο. Αραγε, ένας τραγουδιστής προλαβαίνει να ψυχολογήσει το κοινό όπως νομίζει ότι τον ψυχολογεί κι εκείνο παρατηρώντας και αναλύοντας την κάθε του κίνηση επί σκηνής;

«Ενας επαγγελματίας που βγαίνει στη σκηνή, με τα χρόνια της πείρας, μαθαίνει να σκανάρει. Ξέρεις τι κόσμο έχεις μέσα στο μαγαζί. Από το δεύτερο τραγούδι ξεκαθαρίζει το τοπίο». Σε ποια τραπέζια κάθονται οι αγαπημένοι; «Οι αγαπημένοι χάθηκαν, γλυκιά μου. Είναι λίγος ο κόσμος που σου θυμίζει κάτι από τα παλιά τώρα…».

Η Καίτη Γαρμπή δείχνει πολύ χορτασμένη από εκείνη την περίοδο. Δεν αποποιείται τίποτα, αλλά δηλώνει ότι δεν θέλει να επιστρέψει στα μπουζούκια. «Είδες; Ηρθε το πλήρωμα του χρόνου και όλα αυτά τελείωσαν. Καθόλου δεν πειράζει. Κατεβάσαμε τους τόνους, έπρεπε να καλλιεργήσουμε και λίγο την αισθητική μας, να μη μας νοιάζει μόνο ποιος θα φορέσει το καλύτερο ρούχο, ποιος θα πιάσει το πρώτο τραπέζι. Εφέτος, λοιπόν, δοκίμασα κάτι πολύ διαφορετικό. Τραγούδησα σε μια αίθουσα του κινηματογράφου Kosmopolis, με 350 θεατές καθισμένους ευλαβικά στις θέσεις τους, όχι ανεβασμένους στα τραπέζια. Υπήρχαν και τζαζ, φανκ διασκευές πολλών τραγουδιών μου. Ηταν οι ωραιότερες ημέρες της καριέρας μου. Δεν αποποιούμαι τίποτα, απλά το κεφάλαιο μπουζούκια τέλειωσε για μένα και θέλω εξέλιξη.

Θέλω να κερδίσω κάποιους θεατές που δεν τους έχω. Γιατί εκείνοι μπορεί να είναι προκατειλημμένοι μαζί μου. Δεν μπορώ να υπηρετήσω πια αυτό το είδος τραγουδιού (σ.σ.: κάνει τη χαρακτηριστική κίνηση των χεριών όπως όταν τραγουδούσε τα παλιά σουξέ της). Θέλω να ξέρω πού βρίσκεται η φωνή τώρα. Οχι πού ήταν πριν».

Φιάλες 120 ευρώ

Τα μαγαζιά πλέον δεν γεμίζουν από μόνα τους. Βασίζονται σε χορούς συλλόγων, εκδρομές φοιτητών, πούλμαν από επαρχία, κουπόνια εφημερίδων. Ενα νέο φαινόμενο που βοηθάει τη νύχτα είναι τα «ντιλάδικα», τα sites που σου κλείνουν τραπέζι μέσω Internet σε πολύ καλύτερη τιμή.

Δεν είναι επίσης λίγα τα μαγαζιά που τηλεφωνούν σε δημοσιογράφους και τους λένε να γράψουν ότι διατίθενται περιορισμένες φιάλες των 120 ευρώ, έτσι, για δόλωμα. Το πόσες ακριβώς είναι αυτές, κανείς δεν ξέρει. Συνήθως πηγαίνεις με την υπόσχεση του 120 (ναι, είναι φθηνή τιμή) και όταν καθήσεις στο τραπέζι σου σε περιμένει η κλασική ελληνική μανούρα με τις γνωστές παρεξηγήσεις και τα «ξέρεις ποιος είμ’ εγώ;». Κάποιος σημειολόγος θα μπορούσε να παρατηρήσει πως η ιστορία των μπουζουκιών λίγο-πολύ συμπυκνώνεται στην παραπάνω φράση. Από την αρχή ως το τέλος.

άρθρο από το ΒΗmagazino

Φωτο αρχείο:

1 & 2. Νικος Βάνης

3 & 4. Δημήτρης Λιμπερόπουλος

.