Γράμμα στον Ιερώνυμο

23 Μαΐου 2013

Του Δημήτρη Ρομποτή*

Επιστρέφει  στην Αθήνα ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Ιερώνυμος, μετά από επίσκεψη στις Ηνωμένες Πολιτείες κατά την οποία ανεκηρύχθη επίτιμος διδάκτωρ στην Ελληνορθόδοξη σΧολή του Τιμίου Σταυρού και επισκέφτηκε τη Νέα Υόρκη.

Δεν μπόρεσα να παρακολουθήσω εκ του σύνεγγυς τις διάφορες φάσεις του ταξιδιού, δεν είχε και νόημα άλλωστε, καθώς οι διοργανωτές ήταν σίγουρο ότι δεν επρόκειτο να φύγουν ούτε πόντο από την πεπατημένη προκειμένου ο αρχιεπίσκοπος «να μην εκτεθή» σε «λάθος» ανθρώπους και καταστάσεις.

Θα μου πήτε τώρα, σιγά, παιδάκι είναι και «θα παρασυρθή» ή μήπως δεν μιλάει την ίδια γλώσσα; Κάθε σκηνοθέτης όμως, για νά’χη το κεφάλι του ήσυχο φροντίζει οι πρωταγωνιστές να μένουν στον ρόλο τους, αποφεύγοντας τους αυτοσχεδιασμούς και τα πειράματα …

Επειδή λοιπόν δεν κατάφερα να δω τον Αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο, ως …εκδότης και εγώ, επιφανής παράγων της ομογενείας, αλλά και αγωνιστής δημοσιογράφος (τώρα, πώς όλα αυτά πάνε μαζί, ρωτήστε τον αγαπητό, κατά τα άλλα, κ. Διαματάρη), δικαιούμαι να του απευθύνω ένα σημείωμα, σαν ένα είδος σουβενίρ αν θέλετε, στο οποίο θα προσπαθήσω να γράψω τί θα του έλεγα αν τον συναντούσα.

Παίρνω λοιπόν χαρτί και καλαμάρι (τηγανητό, κατά προτίμηση) …

Εν αντιθέσει με τον ομόλογό σας της Αμερικής, τον κ. Δημήτριο, ο οποίος όπως και η εδώ οργανωμένη Εκκλησία τελεί υπό καθεστώς …τουρκοκρατίας, με τη σκιά του Μεγάλου Βεζύρη (του οποίου το επίθετο έχει την ίδια κατάληξη με τη λέξη που ο απλός λαός χρησιμοποιεί για να δηλώση το ανδρικό γεννητικό όργανο) να πλανάται παντού, εσείς ως προκαθήμενος αυτοκέφαλης εκκλησίας έχετε εκ των πραγμάτων πολύ μεγαλύτερα περιθώρια κινήσεων.

Κατά αρχάς, επιτρέψτε μου να ξεκαθαρίσω ότι προτίθεμαι να αναφέρω τα ακόλουθα με όλον τον σεβασμόν προς την ευφυία σας και υπό την μορφή σκέψεων προς, ενδεχομένως, γονιμοτέραν επεξεργασίαν ή και ως …παραδείγματα προς αποφυγήν.

Εμείς ζούμε στη χώρα που θεσμοποίησε το “brain storming”, άρα αισθανόμαστε ότι είναι όχι απλά δικαίωμα, αλλά και υποχρέωση να μοιραζόμαστε τις ιδέες μας. Εφόσον βέβαια μπορούμε να διακρίνωμε μεταξύ “brain storming” και βρασμού εν κρανίω, διότι πρόκειται για δύο εντελώς διαφορετικά πράγματα όπως αποδεικνύει και η περίπτωσις του Μητροπολίτου Πειραιώς Σεραφείμ …

Η πρωτοφανής κρίση που πλήττει την Ελλάδα και η οποία δεν άρχισε το 2008, αλλά το 1832 όταν έγινε το πρώτο «ανεξάρτητο» ελλαδικό κράτος, προσφέρει μοναδικές δυνατότητες για την Εκκλησία της Ελλάδος να ξαναγίνη …εκκλησία αν θέλη και αν μπορή. Και δεν αναφέρομαι μόνο στη φτώχεια, ηθική και υλική, ούτε στις συνθήκες εξαθλίωσης που προσφέρουν ευκαιρίες ελεημοσύνης προς άγραν «πιστών».

Μιλάω για θεσμικές αλλαγές που θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν γόνιμα προκειμένου να επανασυσταθή ενορία και κοινοτική ζωή. Μια τέτοια ευκαιρία δημιούργησε η κατάργηση από το κράτος των κατά τόπους κοινοτήτων και των μικρότερων δήμων. Με τους νέους μεγαλοδήμους-τέρατα, χάθηκε το τελευταίο ψήγμα μετοχής των κατοίκων στα κοινά, η δυνατότητά τους να επηρεάσουν αυτούς που επηρεάζουν την καθημερινότητά τους και αντί για καλύτερη οργάνωση και απελευθέρωση της τοπικής αυτοδιοίκησης από βλακώδεις τοπικισμούς, έχουμε την ίδρυση κατά τόπους υδροκεφαλικών γραφειοκρατιών που έκαναν κάθε δήμο μια μικρή και αδιέξοδη Αθήνα (ως προς την «αυτοδιοίκησή» της)!

Εδώ λοιπόν θα μπορούσε «να παίξη» η εκκλησία, αναλαμβάνοντας ανά την επικράτεια να δημιουργήση ένα λειτουργικό, ανθρώπινο και καλώς εννοούμενο …παρακράτος! Να συστήση κοινότητες όπου υπάρχουν ενορίες, χωρίς εγγραφές μελών, οργανώσεις, συλλόγους κυριών και τα τοιαύτα, αλλά αφήνοντας την πόρτα ανοιχτή σε όλους, όπως ήταν κάποτε: ευσεβείς, ασεβείς, πιστοί, «άπιστοι», αγνωστικιστές, κλέφτες, πουτάνες και «θειούσες», καφενόβιοι, μπουζουκόβιοι, τεμπέληδες, παλιοτενεκέδες (όπως αποκαλούσε ο μακαρίτης ο Σεραφείμ τους δημοσιογράφους), πλούσιοι, φτωχοί, βασιλόφρονες, κομμουνιστές, όλοι, ακόμη και μετανάστες, ακόμη και μη Χριστιανοί (πώς κέρδισε καρδιές και τελικά αναγνώριση ο Αναστάσιος στην Αλβανία;), οι πάντες να συμμετέχουν εφόσον το θέλουν!

Να ξαναρχίσουν οι πολύωρες συζητήσεις στα καφενεία για το παρόν και το μέλλον κάθε χωριού ή πολίχνης, ο κόσμος να παρακινηθή ώστε να βγη από την εγωιστική εχθρότητα του ο σώζων εαυτόν σωθήτω και να επανακτήση τη χαμένη του κοινωνικότητα. Οταν χτυπάη η καμπάνα επειδή έπιασε κάπου φωτιά να τρέχουν όλοι – όπως γινόταν όταν ήμουν πιτσιρικάς – κι’όχι να περιμένουν την πυροσβεστική και τα αεροπλάνα, αφήνοντας ολόκληρες εκτάσεις να καίγωνται ενώ χαζεύουν ως σύγχρονοι Νέρωνες.

Να ιδρυθούν σε κάθε εκκλησία επικουρικά ταμεία, όχι για συσσίτεια και διανομή ρούχων, η επαρχία τουλάχιστον δεν έχει ανάγκη από αυτά, αλλά υπό μορφή κοινωνικών τραπεζών, ιδιαίτερα τώρα που οι επανακεφαλαιοποιημένες (από τους φόρους του κοσμάκη) μεγαλοτράπεζες δεν δίνουν δάνεια.

Τέτοιου είδους ταμεία θα μπορούσαν να βοηθήσουν σε ώρες ανάγκης κάποιον να σώση το σπίτι του (από την τράπεζα), να γλυτώση την επιχείρισή του ή να τα φέρη βόλτα σε περίπτωση που προέκυπτε κάποια αρρώστεια ή άλλη ανάγκη. Και μετά θα επέστρεφε το ποσό αν μπορούσε.

Θα μου πήτε τώρα, πού θα βρεθούν τα λεφτά. Υπάρχει ό,τι απέμεινε από την εκκλησιαστική περιουσία, πριν βάλη ξανά χέρι το «δημόσιο» και αφανίση τα πάντα! Μην ξεχνάμε ότι πολλοί που άφηναν και αφήνουν κληρονομιές στην εκκλησία δεν το κάνουν μόνο για τη σωτηρία της ψυχής τους, αλλά και για να προστατέψουν το κληροδότημα από λογής λογής άρπαγες, με πρώτο και καλύτερο το κράτος. Υπάρχει επίσης και η αυτοχρηματοδότηση.

Ας ξεκινήση η εκστρατεία από τους ιερείς και τους τρεις-τέσσερις που θα πρόσφεραν 10 Ευρώ ο καθένας. Τη διαχείριση ας αναλάβουν κατά τόπους άνθρωποι εγνωσμένου κύρους και υπεράνω κάθε υποψίας (υπάρχουν ακόμη τέτοιοι, ναί). Εν συνεχεία ας απευθυνθούν σε πιο εύπορους συντοπίτες, ακόμη και σε πολύ εύπορους εντός και εκτός της Ελλάδος, πόσο μάλλον που στην Ελλάδα οι πλούσιοι δεν καταβάλουν και τους φόρους που πραγματικά τους αναλογούν! Ολοι θα δίνανε, για δημόσιες σχέσεις αν μη τί άλλο.

Φανταστήτε, κ. Ιερώνυμε (δεν σας αποκαλώ «Μακαριώτατε» από σεβασμό στο πρόσωπό σας), να τηλεφωνούσατε εσείς σε οποιονδήποτε Ελληνα επιχειρηματία, εντός και εκτός Ελλάδος, και να του ζητούσατε ένα ποσό για ένα τέτοιο ταμείο (το οποίο δεν θα διαχειριζόταν ιερωμένοι). Δεν μπορώ να φανταστώ ούτε έναν που δεν θα ανταποκρινόταν!

Παρεπιπτόντως, οι προτεσταντικές ενορίες των Κορεατών, εδώ στη Νέα Υόρκη, έχουν εφαρμόσει με επιτυχία τέτοια προγράμματα και η εμπειρία τους προσφέρεται προς μελέτη. Είμαι σίγουρος όμως ότι και στην ελληνική ιστορία υπάρχουν ανάλογα παραδείγματα …

Κάθε περιοχή έχει τις δικές της ανάγκες και προτεραιότητες, άρα η κατά τόπους κοινότητα θα ήταν ο ιδανικότερος φορέας να τις βρη και να τις εκφράση. Ακόμη και για θέματα αναπτυξιακών δυνατοτήτων και πολιτικής, οι ίδιοι οι κάτοικοι θα μπορούσαν να ζητήσουν συνδρομή από ειδικούς και να προωθήσουν τομείς όπως ο τουρισμός και τα διάφορα προϊόντα σε άλλη βάση και με άλλη φιλοσοφία προς όφελος όχι μόνο των άμεσα ενδιαφερομένων, αλλά όλων των κατοίκων και του περιβάλλοντος.

Κάθε κοινότητα θα μπορούσε σταδιακά να μετατραπή σε μια δημιουργική κυψέλη, εντός της οποίας ιδέες, γράμματα, τέχνες, ευρεσιτεχνίες θα είχαν τη δυνατότητα να προκύψουν και να αναπτυχθούν. Ακόμη και μορφωτικά προγράμματα, από ξένες γλώσσες, μέχρι λογοτεχνία θα μπορούσαν να διοργανωθούν, αξιοποιώντας άνεργους ή συνταξιούχους εκπαιδευτικούς ή εμπειρογνώμονες.

Η ουσία είναι πώς θα έφτανε ο κόσμος να ξαναγίνη μέτοχος στα κοινά και ο μόνος τρόπος είναι βρίσκοντας νόημα σ’αυτή την ενασχόληση. Και νόημα συνήθως προκύπτει όταν η κοινότητα, ο φορέας, το «σύνολο» εκφράζει πραγματικές ανάγκες κι’όχι ψευτομεταφυσικά φούμαρα.

Ολα αυτά βέβαια, παίρνουν χρόνο και πολλή προσπάθεια. Ούτε η επιτυχία είναι προδιαγεγραμμένη, τα δε πισωγυρίσματα στην αρχή θα είναι ο κανόνας, όχι η εξαίρεση. Ωστόσο, όλες οι μεγάλες πρωτοβουλίες ξεκινάνε από λίγους ανθρώπους, από την «κριτική μάζα» που εν συνεχεία εξαπλώνεται και γίνεται το σύνολο. Οι κατά τόπους ενορίες, με ή χωρίς τη συνδρομή των ιερέων αρχικώς, αλλά με τη βοήθεια κάποιων ευαισθητοποιημένων ανθρώπων θα μπορούσαν να αποτελέσουν την κριτική αυτή μάζα εφόσον υπήρχε τέτοια «γραμμή» ως ενθάρρυνση από την ιεραρχία, με παράπλευρο στόχο και την επανασύσταση μιας εκκλησίας-κοινότητας που δεν θα σέβεται ΚΑΝΕΝΑΣ αλλά θα αγαπούν ΟΛΟΙ.

Ενα τέτοιο κίνημα εκκλησιαστικής απελευθέρωσης και δημιουργικότητας είναι σίγουρο ότι θα άνοιγε τους ασκούς του Αιόλου και θα προκαλούσε ρεύμα σαρωτικών αλλαγών και εντός της επίσημης Εκκλησίας, άνευ των οποίων ο σταδιακός μαρασμός και η πλήρης περιθωριοποίηση είναι πλέον το πιο ρεαλιστικό ενδεχόμενο.

Θα μπορούσα να γίνω πιο συγκεκριμένος, αλλά θα σταματήσω εδώ, κ. Ιερώνυμε, σεβόμενος το ταξίδι που έχετε μπροστά σας αλλά και την κόπωση από την κατά συρροήν έκθεσή σας σε κοινοτυπίες, μωρίες και χαζοβιολισμούς τις μέρες που είσασταν κοντά μας. Τρομάζω δε, στην πιθανότητα το «σεμνό» σημείωμά μου να εντάσσεται στο ίδιο πλαίσιο, ελπίζω όμως στη «θαυματουργή» δυνατότητα του χιούμορ που μας λυτρώνει ακόμη κι’από τις μεγαλύτερες βλακείες!

Καλό δρόμο!

*Ο Δημήτρης Ρομποτής είναι δημοσιογράφος και εκδότης του περιοδικού ΝΕΟ με έδρα τη Νέα Υόρκη.

.