Ποιο είναι το κατάλληλο όπλο και το καταλληλότερο φυσίγγι για τη βολή κατά του αγριόχοιρου;

18 Δεκεμβρίου 2016

Μία από τις συχνότερες συζητήσεις μεταξύ των κυνηγών έχει να κάνει με την επιλογή αυτή όταν στο στόχαστρο μπαίνει αυτό το σκληροτράχηλο τριχωτό ζώο, ο αγριόχοιρος.Ας προσεγγίσουμε το θέμα, παραθέτοντας μερικές διαφωτιστικές απόψεις γύρω από απορίες που ενδεχομένως υπάρχουν. Πιστεύω ότι δεν υπάρχει μία απάντηση, μοναδική και απόλυτη, στα ερωτήματα που ήδη διατυπώθηκαν διότι πολλά εξαρτώνται από παράγοντες όπως ο τρόπος κυνηγίου, ο όγκος του ζώου, η μορφολογία του περιβάλλοντος.
Τα πλαγιόκαννα ή αλληλεπίθετα όπλα, τύπου slug, εμφανίστηκαν εδώ και αρκετά χρόνια στην ελληνική αγορά. Δεν είναι λίγοι εκείνοι που τα προτιμούν, έχοντας υπ’ όψιν την πολύ καλή εφαρμογή τους και στις περιπτώσεις που απαιτούνται ανοικτές

συσφίγξεις (μπεκάτσα, ορτύκι κ.τ.λ.). Σίγουρα, όμως, η σκοπευτική τους ακρίβεια κρίνεται ικανοποιητική σε μικρές σχετικά αποστάσεις. Καλό είναι να γίνουν δοκιμές σε στόχους, αρχικά στα τριάντα μέτρα, ώστε να διαπιστωθούν τα σημεία προσβολής, που λόγω της ύπαρξης δύο καννών είναι διαφορετικά σε σχέση με το σημείο σκόπευσης. Τα όπλα με κινητό ουραίο δεν μπορούν να χαρακτηρισθούν πρακτικά, διότι αφ’ ενός εξασφαλίζουν ακρίβεια στις μακρινές αποστάσεις, αφ’ ετέρου, όμως, δεν προσφέρονται για δεύτερη η τρίτη ταχύτατη βολή σε σύντομο χρονικό διάστημα.Πολύ γρήγορα ξεχώρισαν στις προτιμήσεις των κυνηγών τα ημιαυτόματα ραβδωτά ή λειόκαννα, όπως και τα αντίστοιχα επαναληπτικά (από όσους διαθέτουν ευχέρεια στο χειρισμό τους), διότι προσφέρουν ταχύτατη σκόπευση, δύναμη πυρός, ενώ η μοναδική κάννη εξασφαλίζει μεγαλύτερη ακρίβεια σε σχέση με αντίστοιχα πλαγιόκαννα ή αλληλεπίθετα.Και στην περίπτωση των ημιαυτόματων – επαναληπτικών συνιστάται να γίνουν δοκιμές σε στόχους, ώστε να διαπιστωθεί η συγκέντρωση των βολών (τουλάχιστον 3 κατά την άποψή μου), διότι η ποικιλία των φυσιγγίων είναι μεγάλη, με διάφορες μορφές και βάρη βλημάτων που σίγουρα θα δώσουν διαφορετικά σημεία επαφής με το στόχο. Στην περίπτωση που θα πρέπει να χρησιμοποιηθούν συνηθισμένα όπλα κυνηγίου (χωρίς κλισιοσκόπιο), τα πράγματα γίνονται περισσότερο σύνθετα.
Συγκεκριμένα, επειδή η ακρίβεια είναι αμφίβολη και σίγουρα όχι ικανοποιητική, θα πρέπει να μεγαλώσει αρκετά ο αριθμός των δοκιμών, ώστε να εντοπισθεί το είδος των βλημάτων και των φυσιγγίων που αποδίδουν καλύτερα. Στη συνέχεια, θα πρέπει να γίνει η απαιτούμενη προπόνηση σε διάφορες αποστάσεις, ώστε να εξασφαλισθεί ικανοποιητική εξοικείωση με τον τρόπο σκόπευσης. Σε καμία περίπτωση δεν θα πρέπει να αλλαχθούν τα χρησιμοποιούμενα φυσίγγια. Στην περίπτωση που η αλλαγή είναι αναγκαία, θα πρέπει να επαναληφθεί η όλη διαδικασία.Είναι απαραίτητο να γίνει κατανοητό απ’ όλους, αλλά κυρίως από αυτούς που συνηθίζουν να πυροβολούν μεγαλόσωμα τριχωτά με ψήφους σε αποστάσεις μεγαλύτερες των 25 μ., ότι για να καταβληθεί ένα ζώο δεν αρκεί απλά και μόνο να κτυπηθεί από κάποιο βλήμα, αλλά να κτυπηθεί σε ζωτικό σημείο με βλήμα ικανοποιητικής ενέργειας, ώστε να αποφευχθούν άσκοποι τραυματισμοί που κατά πάσα πιθανότητα θα οδηγήσουν στην απώλεια του ζώου και στον επώδυνο θάνατό του σε απόμακρο σημείο.Τα ογκώδη και βαριά μονόβολα, αν και δεν διαθέτουν υψηλές ταχύτητες όπως τα ελαφρά βλήματα των ραβδωτών όπλων, κρίνονται ως αποτελεσματικότατα, λόγω της αυξημένης ενέργειάς τους σε σχετικά κοντινές αποστάσεις και ενδείκνυνται για δασώδες περιβάλλον και πυκνή βλάστηση. Αναμφίβολα, κάτω από αυτές τις συνθήκες, αποδεικνύονται περισσότερο αποτελεσματικά από τα βλήματα των ραβδωτών.
Αντίθετα, στην περίπτωση που οι βολές πραγματοποιούνται σε ανοικτά πεδία, με τα ζώα απλά να μετακινούνται ή να καλπάζουν, η αναγκαιότητα του ραβδωτού όπλου είναι δεδομένη, όπως θα φανεί και στη συνέχεια.Ας θεωρήσουμε ως βάση αναφοράς το κλασικό βλήμα Brenneke, σε γομώσεις της πασίγνωστης γερμανικής εταιρείας RWS. Το βλήμα έχει βάρος 31,5 γρ. και φεύγει με αρχική ταχύτητα Vo=430 m/sec και κινητική ενέργεια Εο=286 kgm περίπου.
Σε απόσταση 50 μ. η παραμένουσα ενέργεια είναι περίπου η μισή. Τελευταία, όμως, η RWS έχει κυκλοφορήσει φυσίγγια με γόμωση demi-magnum, κατάλληλα για λειόκαννα όπλα με θαλάμη 70mm, που εκτοξεύουν το ίδιο βλήμα με αρχική ταχύτητα Vo=470 m/sec και κινητική ενέργεια 350 kgm περίπου. Πράγμα που σημαίνει ότι εξασφαλίζεται ποσοστό αύξησης της κινητικής ενέργειας της τάξης του 20% περίπου, σε σχέση με τη στάνταρτ γόμωση.
Εάν χρησιμεύουν κάννες magnum με θαλάμες 76 mm, οι αποδόσεις αυξάνονται κατά 20% επιπρόσθετα, λόγω του ότι τα βλήματα έχουν πλέον βάρος 39 γρ.
Όπως αναφέρθηκε, τα Brenneke χάνουν περίπου τη μισή ενέργειά τους σε απόσταση 50 m., ενώ τα βλήματα των ραβδωτών μόλις το 10-15% στην ίδια απόσταση και περίπου 20% στα 100 m.
Έτσι, στην περίπτωση της demi-magnum γόμωσης, η παραμένουσα ενέργεια στα 50 m. είναι 170 kgm, που μειώνεται στα 120 kgm σε απόσταση 100 m. Εάν αναφερθούμε σε βλήμα βάρους 180 grains (11,65 gr.), διαμετρήματος 30-06, θα διαπιστώσουμε ότι διαθέτει 370 kgm στα 50 m. και 320-330 kgm στα 100 m., δηλαδή την τριπλάσια ενέργεια στα 100 m. και τη διπλάσια στα 50 m. σε σχέση με τη γόμωση demi-magnum του βλήματος Brenneke. Η τελευταία διαπίστωση μιλά από μόνη της και καταδεικνύει την αναμφισβήτητη υπεροχή του ραβδωτού όπλου.

.