Ο πρωθυπουργός, Αλέξης Τσίπρας, «να λείπει το βύσσινο»προς Μάριο Ντράγκι Γιάννη Στουρνάρα

22 Δεκεμβρίου 2017

Παρότι η κυβέρνηση έχει αναγάγει σε κεντρικό στοιχείο του πολιτικού της αφηγήματος την «καθαρή» έξοδο από το μνημόνιο, Γ. Στουρνάρας και Μάριο Ντράγκι κηρύσσουν… πόλεμο, ξεκαθαρίζοντας ότι η ΕΚΤ προτιμά ένα νέο πρόγραμμα προληπτικής στήριξης, 12μηνης διάρκειας μετά τον Αύγουστο του 2018 και προειδοποιώντας ότι, χωρίς αυτό το πρόγραμμα, δεν θα είναι εύκολη η πλήρης άρση των capital control, για την οποία η κεντρική τράπεζα διατηρεί δικαίωμα «βέτο».

Όσα υποστηρίζει σήμερα η Τράπεζα της Ελλάδος, στη νεότερη έκθεσή της για τη νομισματική πολιτική, εξηγούν τι είχε κατά νου ο Μάριο Ντράγκι, την περασμένη εβδομάδα, όταν δήλωνε ότι «είναι στο χέρι της Ελλάδας να ζητήσει ένα νέο πρόγραμμα» και έθετε ζήτημα ρευστότητας των τραπεζών μετά τη λήξη του προγράμματος.

Ο πρωθυπουργός, Αλέξης Τσίπρας, αμέσως μετά τη Σύνοδο Κορυφής, είχε επιχειρήσει να κλείσει αυτό το θέμα, δηλώνοντας ότι είπε στον Μ. Ντράγκι, σε ιδιωτική συνομιλία που είχαν, «να λείπει το βύσσινο» ενός νέου προγράμματος, υποστηρίζοντας, με τον τρόπο αυτό, την πάγια θέση της κυβέρνησης υπέρ της «καθαρής» εξόδου.

Όμως, ο Γιάννης Στουρνάρας επανέρχεται στο θέμα, με πολύ σαφείς διατυπώσεις στην τελευταία έκθεση για τη νομισματική πολιτική, που υποστηρίζουν το σενάριο του προγράμματος προληπτικής στήριξης από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας και, το σπουδαιότερο για την κυβέρνηση, αφήνουν σοβαρά υπονοούμενα ότι χωρίς το προληπτικό πρόγραμμα θα είναι πολύ δύσκολη η πλήρης άρση των κεφαλαιακών περιορισμών.

«Οι δράσεις αυτές θα διευκολύνουν την επιστροφή στη χρηματοπιστωτική κανονικότητα, την οριστική άρση των κεφαλαιακών περιορισμών», τονίζεται στην έκθεση της ΤτΕ, που αφήνει, με τον τρόπο αυτό, ανοικτό το ενδεχόμενο να «τιμωρηθεί» η κυβέρνηση με τη διατήρηση capital control, αν επιμείνει στην «καθαρή» έξοδο.

Ενόψει της μεγάλης συζήτησης, που δεν έχει κλείσει ακόμη, για τον τρόπο εξόδου της Ελλάδας από το μνημόνιο, η ΤτΕ σημειώνει ότι μόνο με προληπτικό πρόγραμμα θα συνεχίσουν να γίνονται δεκτά τα ελληνικά ομόλογα για χρηματοδότηση των τραπεζών, θα μπει η Ελλάδα στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης και προχωρήσει ομαλά η άρση των περιορισμών στην κίνηση κεφαλαίων.

Ειδικότερα, η έκθεση αναφέρει ότι:

«Είναι σημαντική η αποσαφήνιση της μορφής που θα λάβει η στήριξη της ελληνικής οικονομίας μετά την ολοκλήρωση του τρέχοντος προγράμματος. Σύμφωνα με το νομικό πλαίσιο της ΕΕ, όπως είναι ήδη γνωστό, η Ελλάδα θα βρίσκεται σε καθεστώς εποπτείας, το οποίο θα διαρκέσει τουλάχιστον μέχρις ότου η Ελλάδα αποπληρώσει το 75% των επίσημων δανείων που έχει λάβει από χώρες της ευρωζώνης, το Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (EFSF) και τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας (ESM).

Ωστόσο, πρέπει να αποσαφηνιστεί κατά πόσον θα υπάρχει, και υπό ποιους όρους, ένα ενδεχόμενο «προληπτικό πρόγραμμα στήριξης».

Η ύπαρξη ενός τέτοιου προληπτικού πλαισίου στήριξης εκτιμάται ότι μπορεί να δράσει υποστηρικτικά για την ελληνική οικονομία, μειώνοντας το κόστος δανεισμού, καθώς θα παρέχει ασφάλεια σχετικά με την πρόσβαση του Ελληνικού Δημοσίου σε χρηματοδότηση μετά τη λήξη του προγράμματος τον Αύγουστο του 2018.

Κάτι τέτοιο θα τονώσει την εμπιστοσύνη των διεθνών επενδυτών στις μεσομακροπρόθεσμες προοπτικές της ελληνικής οικονομίας, διότι αυτοί θα γνωρίζουν ότι η οικονομική πολιτική είναι και θα παραμείνει συνετή, αποκλείοντας την επανεμφάνιση των ανισορροπιών.

Η αποσαφήνιση της μορφής που θα λάβει η στήριξη της ελληνικής οικονομίας μετά το τέλος του προγράμματος είναι σημαντική, στην περίπτωση που μέχρι τότε δεν θα έχει βελτιωθεί η πιστοληπτική διαβάθμιση της χώρας, και για έναν πρόσθετο λόγο: για να μην απολεσθεί η δυνατότητα των ελληνικών ομολόγων (α) να χρησιμοποιούνται ως εξασφαλίσεις στις πράξεις νομισματικής πολιτικής του Ευρωσυστήματος και (β) να συμμετάσχουν στις αγορές ομολόγων της ΕΚΤ στο πλαίσιο του προγράμματος ποσοτικής χαλάρωσης (QE), είτε στην κανονική του διάρκεια είτε στη διάρκεια της επανεπένδυσης σε νέους τίτλους.

Οι δράσεις αυτές θα βελτιώσουν το επενδυτικό και επιχειρηματικό κλίμα και θα προσελκύσουν εγχώριες και ξένες άμεσες επενδύσεις.
Παράλληλα, θα διευκολύνουν την επιστροφή στη χρηματοπιστωτική κανονικότητα, την οριστική άρση των κεφαλαιακών περιορισμών και τη διατηρήσιμη ανάκαμψη της οικονομίας μετά από οκτώ χρόνια θυσιών, ύφεσης και στασιμότητας που έχουν επιτείνει τις κοινωνικές ανισότητες».

.