Τέλος στην αποκρουστική εικόνα να οδηγούνται στα κρατητήρια με την αυτόφωρη διαδικασία δημοσιογράφοι για τα αδικήματα εξύβρισης, δυσφήμησης και συκοφαντικής δυσφήμησης, δίνει -με εξαιρέσεις- το Υπουργείο Δικαιοσύνης.

23 Φεβρουαρίου 2019

Τέλος στην αποκρουστική εικόνα να οδηγούνται στα κρατητήρια με την αυτόφωρη διαδικασία δημοσιογράφοι για τα αδικήματα εξύβρισης, δυσφήμησης και συκοφαντικής δυσφήμησης, δίνει -με εξαιρέσεις- το Υπουργείο Δικαιοσύνης.

Η εικόνα ήταν -πράγματι- αποκρουστική: Δημοσιογράφοι οδηγούνταν στο Αυτόφωρο μετά από μηνύσεις, κυρίως πολιτικών προσώπων που «θίγονταν» από τα δημοσιεύματά τους. Πολλές φορές βέβαια, κάποιος, για να αποφύγει αυτήν την δοκιμασία, πιθανόν να μην έγραφε αυτά που ήξερε, διότι απλώς η απειλή ήταν πάνω στο τραπέζι: Και αυτόφωρο και αγωγή αποζημίωσης. Η πρακτική δε, ήταν συνήθης. Η μήνυση υποβαλλόταν Παρασκευή βράδυ σε Αστυνομικό Τμήμα, ο δημοσιογράφος συλλαμβανόταν Σάββατο και έμενε και το Σαββατοκύριακο στο κρατητήριο, μέχρι τη Δευτέρα, ώστε  να εμπεδώσει το «μάθημα».

Η πρακτική αυτή, μέρος μιας φάμπρικας κατά των δημοσιογράφων εδώ και πολλά χρόνια, δεν ήταν μοναδικό προνόμιο κανενός κόμματος, καμίας κυβέρνησης ή κανενός πολιτικού. Με όλες τις εξαιρέσεις ήταν προνόμιο πολλών.

Η κατάργηση αυτής της διάταξης για σειρά αδικημάτων (η οποία δεν αφορά μόνο τους δημοσιογράφους αλλά και τους πολίτες) επαναφέρει την κανονικότητα: Όποιος θίγεται από δημοσίευμα, μπορεί να προσφύγει στη Δικαιοσύνη και ο δημοσιογράφος θα κληθεί στα δικαστήρια να λογοδοτήσει.

Η αλλαγή

Συγκεκριμένα, η προτεινόμενη διάταξη που περιλαμβάνεται στο νομοσχέδιο του Υπουργείου Δικαιοσύνης, το οποίο κατατέθηκε στη Βουλή, εξαιρεί από τη σχετική διαδικασία του Αυτοφώρου τα εγκλήματα των άρθρων 361 (εξύβριση), 362 (δυσφήμηση) και 363 (συκοφαντική δυσφήμηση) του Ποινικού Κώδικα, εκτός αν συντρέχουν ιδιαίτερα σοβαροί λόγοι.

Ερωτήματα

Αυτές οι εξαιρέσεις είναι που έχουν προκαλέσει μια συζήτηση η οποία επεκτάθηκε και στη συζήτηση στη Βουλή για το νομοσχέδιο στην αρμόδια επιτροπή. Εκεί διατυπώθηκαν ενστάσεις, που ίσως πρέπει να αποσαφηνιστούν, ακριβώς για αυτές τις εξαιρέσεις.

Πάντως, όπως αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση, κατά την πρόβλεψη της ισχύουσας διάταξης του άρθρου 417 του ΚΠΔ η τήρηση της διαδικασίας της άμεσης παραπομπής του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, στις περιπτώσεις αυτόφωρης σύλληψής του μετά την τέλεση ορισμένου πλημμελήματος, εξαρτιόταν τελικά από τη δυνατότητα του εισαγγελέα, εφόσον έκρινε ότι συνέτρεχαν λόγοι, να αποφασίσει αν θα την εφαρμόσει ή όχι.

«….Οι διατάξεις αυτές σταθερά εκφράζουν τη βούληση του νομοθέτη η διαδικασία της αυτόφωρης εκδίκασης των πλημμελημάτων να εφαρμόζεται ακριβώς εκεί όπου προσήκει, ώστε η συναφής επιβάρυνση της δικαστικής λειτουργίας και των υπηρεσιών που εμπλέκονται με τη σύλληψη και προσαγωγή του κατηγορούμενου στον εισαγγελέα να μην έχει ως αποτέλεσμα την υπέρμετρη διατάραξή τους, προκειμένου, άλλωστε, να επικεντρωθούν στην αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση της βαρύτερης μορφής εγκληματικότητας.

Ο στόχος αυτός, άλλωστε, μπορεί να ικανοποιηθεί σε σημαντικό βαθμό με την παρούσα νομοθετική πρόβλεψη που ρητά εισάγει ως κανόνα τη μη τήρηση της αυτόφωρης διαδικασίας για ορισμένα εγκλήματα που θεωρούνται, είτε λόγω της απειλούμενης εναντίον τους ποινής, είτε επειδή το προσβαλλόμενο με αυτά έννομο αγαθό είναι ιδιαίτερα ελαστικό, είτε λόγω της μη ύπαρξης ιδιαίτερων στοιχείων κοινωνικοηθικής απαξίας που εκφράζονται από τον συγκεκριμένο τρόπο τέλεσής τους, ως κατά κανόνα χαμηλής απαξίας».

Η εξαίρεση

Αναγκαία επισήμανση, είναι πως η πρόβλεψη αφορά όχι μόνον τους δημοσιογράφους αλλά όλους τους πολίτες για τα συγκεκριμένα αδικήματα. Επίσης, πως η διάταξη δεν είναι οριζόντια, αφού ισχύει «εκτός αν συντρέχουν ιδιαίτερα σοβαροί λόγοι». Αυτές οι εξαιρέσεις είναι ένα ζήτημα που θέτουν οι δημοσιογράφοι. Γι’ αυτό άλλωστε και η Ένωση Συντακτών, δια της πρόεδρου της Μαρίας Αντωνιάδου, επισήμανε, πως «γνωρίζουμε βέβαια ότι δεν πρόκειται για πλήρη κατάργηση, καθώς η διαδικασία του αυτόφωρου εξακολουθεί να προβλέπεται σε εξαιρετικές περιπτώσεις, την συνδρομή των οποίων θα κρίνουν οι εισαγγελείς, μολαταύτα πρόκειται για μια ρύθμιση η οποία, πιστεύουμε, θα μειώσει δραστικά τα περιστατικά κίνησης της αυτόφωρης διαδικασίας».

Έσπευσε, δε, να διευκρινίσει, πως «η νομοθετική αυτή ρύθμιση όμως δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να οδηγήσει σε εφησυχασμό ούτε εμάς, την ΕΣΗΕΑ δηλαδή, ούτε τους συναδέλφους μας. Οι δημοσιογράφοι πρώτιστο καθήκον, έχουν να τηρούν απαρέγκλιτα τους κανόνες δεοντολογίας προς όφελος της ενημέρωσης, των πολιτών και της Δημοκρατίας. Κατά συνέπεια αισθάνομαι την ανάγκη να διαβεβαιώσω τους πολίτες, ότι καταδικάζουμε απερίφραστα τα ακραίας χυδαιότητας και παντελώς αστήρικτα δημοσιεύματα που βλέπουν το φως της δημοσιότητας και επαγρυπνούμε ώστε να απομονώσουμε και να αποβάλλουμε από την μεγαλύτερη δημοσιογραφική Ένωση της χώρας τους ‘συναδέλφους’ που υπηρετούν ενσυνείδητα τον κιτρινισμό και την χυδαιολογία»

.