Ίων Δραγούμης Η κοινότητα η Ελληνική μπορεί και καταφέρνει μοναχή της τα ακόλουθα:

19 Ιουλίου 2019

Αναλυτική έρευνα ιστορική 

Ο δημοσιογράφος Νίκος Βάνης για Ρεπορτάζ

Η κοινότητα η Ελληνική μπορεί και καταφέρνει μοναχή της τα ακόλουθα

α’) Χτίζει εκκλησιές και τις διατηρεί, με παπάδες, καντηλανάφτες κλπ.

β’) Χτίζει σκολειά (με τα χρήματα που δίνουν είτε οι πλούσιοι του τόπου, είτε ο κοσμάκης στους δίσκους της εκκλησιάς, ― γι’ αυτό δα πρέπει να υπάρχει η εκκλησιά, ― ή με ταχτικές συνεισφορές), πληρώνει δασκάλους για την κατώτερη, κάποτε και για τη μέση παιδεία.

γ’) Φυλάγει με δραγάτες και δασοφύλακες κοινούς, αμπέλια, χωράφια, βοσκές και δάση, και φυλάγει με τσοπάνηδες κοινούς και αγελαραίους, γιδοπρόβατα, αγελάδες, βώδια και άλογα των ανθρώπων.

δ’) Κάνει και νοσοκομεία με το χρήμα του πλούσιου που το συμπληρώνει με συνεισφορές, ή από την κοινοτική περιουσία που διαχειρίζεται.

ε’) Κάνει και συντηρεί νεκροταφεία, τοπικούς δρόμους μέσα στην πολιτεία και στα περίχωρα, υδραγωγεία, βρύσες και μικρά γεφύρια.

στ’) Με τη δημογεροντία της συμβιβάζει ή δικάζει ιδιωτικές μικροδιαφορές και τιμωρεί μικροκλεψιές, δαρσίματα και τέτοια.

ζ’) Έχει τοπικούς ταχυδρόμους για την πολιτεία μέσα και για τα τριγυρινά χωριά, (μπορεί να έχει και τοπικά τηλέφωνα κτλ.).

η’) Βαστά ληξιαρχικά βιβλία.

Στο κράτος λοιπόν απομένει να καταφέρει τα ακόλουθα:

1) Να επιβλέπει, αν θέλει, όλα αυτά που κάνει η κοινότητα μοναχή της, δηλαδή τα σχολειά, την τοπική ασφάλεια, τη συγκοινωνία, τα φιλανθρωπικά καταστήματα, την υγεία του τόπου, την πρόχειρη δικαιοσύνη, κτλ.

2) Να μαζεύει φόρους λογικούς για τις ανάγκες του Κράτους.

3) Να κάνει ανώτερα σχολεία, ειδικά σχολεία, πανεπιστήμια και διδασκαλεία, όσα και όπου μονάχα είναι ανάγκη.

4) Να έχει χωροφυλακή για τις μεγάλες αταξίες που μπορεί να τύχει να συμβούν, είτε εξ αιτίας τα μαλώματα μεταξύ ανθρώπων της ίδιας κοινότητας, είτε μεταξύ δύο ή τριών κοινοτήτων. Η χωροφυλακή θα ανακατώνεται, μόνον όταν προσβάλλεται η υπόσταση του κράτους. Η χωροφυλακή θα βοηθεί και στη σύναξη των φόρων, όταν είναι ανάγκη, θα φυλάγει και τις δημόσιες φυλακές.

5) Να κάνει ανώτερα δικαστήρια όσα και όπου είναι μονάχα ανάγκη. Είδαμε πως η κατώτερη δικαιοσύνη μένει χρέος της κοινότητας.

6) Να διατηρεί στρατό και στόλο, όσος χρειάζεται για την ασφάλεια του κράτους από εξωτερικούς εχθρούς, για την περίσταση που θα πρέπει να γίνει πόλεμος για να μεγαλώσει το κράτος, και για να χρησιμεύει το κράτος για φόβητρο και για δύναμη που μπορεί να τραβήξει φιλίες και συμμαχίες άλλων κρατών, και να εμποδίσει τον αφανισμό του έθνους από τους αλλοφύλους.

7) Να διατηρεί αντιπροσώπους, λιγοστούς μα διαλεμμένους, στα ξένα κράτη, όπου έχει συμφέροντα, και να φροντίζει προπάντων για τη διάδοση των Ελληνικών προϊόντων στο εξωτερικό.

8) Να κάνει, είτε απ’ ευθείας, είτε με συμβόλαια με ιδιώτες, τα μεγάλα δημόσια έργα, δημόσιους δρόμους, γεφύρια, σιδεροδρόμους, γεωργικούς σταθμούς, υδραυλικά έργα, τηλεγραφεία, ταχυδρομεία, λιμάνια, τελωνεία, φάρους, και με αυτά και άλλα μέσα (φόρους προστατευτικούς κτλ.) να κοιτάζει πώς να προστατέψει την εγχώρια παραγωγή και βιομηχανία, το εμπόριο και το εμπορικό ναυτικό. Αυτά θα τα αναλάβει το κράτος, όπου και όταν οι κοινότητες και οι εταιρίες δεν μπορούν να τα καταφέρουν μοναχές τους.

9) Να έχει νομοθετικό σώμα, μια βουλή από 50 ανθρώπους, που να τους εκλέγουν όλους οι Έλληνες όλου του κράτους, και όχι κάθε επαρχία χωριστά από δυο τρεις. Η εκλογή θα γίνεται με απλή ή διπλή ψηφοφορία. (Ίσως η διπλή είναι καλλίτερη, δηλαδή μ’ έναν τέτοιο τρόπο: κάθε κοινότητα να εκλέγει δυο τρεις αντιπροσώπους της, που αυτοί θα εκλέγουν έπειτα τους βουλευτές.).

Απ’ όλα αυτά θα βγουν τα ακόλουθα αποτελέσματα:

Ι. Θα ενδιαφέρονται περισσότερο οι πολλοί για τον τόπο τους, και θα περιμένουν από την κοινότητα να τους βολέψει τα συμφέροντά τους, και γι’ αυτό θα προσπαθούν να κυβερνιέται το κοινό τους όσο γίνεται καλλίτερα. Θα πασκίζουν να τα βολεύουν αναμεταξύ τους τα οικογενειακά, και δε θα τα περιμένουν αδιάκοπα όλα από το κράτος.

II. Τα ρουσφέτια θα ελαττωθούν ή θα εντοπισθούν στις κοινότητες και δε θα μολύνουν όλη τη διοίκηση του κράτους. Να λείψει, ολότελα το πολιτικό ρουσφέτι δεν είναι δυνατό, μα θα περιοριστούν πρώτα πρώτα οι θέσες που θα έχει να δώσει το κράτος, γιατί πολλές θέσες θα τις δίνουν οι κοινότητες. Πολλοί λοιπόν από τους τωρινούς θεσιθήρες θα γυρεύουν και θα βρίσκουν θέσες από την κοινότητα και όχι από το κράτος, και αντί να μαλλιοτραβιέται το κράτος μ’ αυτούς, καλλίτερα να μαλλιοτραβιέται μονάχα η κοινότητα. Το ο ι κ ο γ ε ν ε ι α κ ό, αντί να γίνεται μεταξύ κράτος και πολίτη, θα περιοριστεί στην κοινότητα, όπου είναι και φυσικό του να γίνεται.

III. Θα περιοριστούν οι φιλόδοξοι μικροπολιτικοί και τωρινά κομματάρχες, μικροραδιούργοι και δημοκόποι, στα μικροπολιτικά ― δηλαδή στην κοινότητά τους που είναι αρκετό στάδιο για ραδιουργίες και μικροσυμφέροντα. Θα τους βαστά δεμένους στην κοινότητα το συμφέρον, και από την κοινότητα θα βρίσκουν το δίκιο τους ή το άδικό τους. Ας τρώγονται εκεί αναμεταξύ τους για τοπικά συμφέροντα όσο θέλουν, αντί να τρώγονται, όπως τώρα, πάλι για τοπικά τους συμφέροντα, με το κράτος. Και δε θα βρίσκουν τρόπο να απλώσουν την επιρροή τους και στα πολιτικά του κράτους, αφού δε θα βγάζει κανένα βουλευτή δικό της η κοινότητα. Και το κράτος θα στέκεται από πάνω και θα επιτηρεί, και θα επεμβαίνει μονάχα όταν αυτό το ίδιο κινδυνεύει από τους σπαραγμούς των κοινοτήτων, ή όταν από τους μικροπολιτικούς σατραπίσκους και ντερεμπέηδες ολοφάνερα αδικείται πάρα πολύ ο λαός του τόπου.

IV. Οι φιλόδοξοι και επίδοξοι υποψήφιοι βουλευτές θα είναι λιγώτεροι και ίσως καλλίτεροι. Πολλοί, όπως είπαμε, θα προτιμούν να τρώγονται με τα μικροπολιτικά και τις μικροραδιουργίες του τόπου τους. Θα ξέρουν πως κι αν γίνουν βουλευτές (που πρέπει ο λαός όλου του κράτους να τους εκλέξει, και όχι μόνο η κοινότητα ή η επαρχία τους), δε θα μπορέσουν εύκολα να επωφεληθούν το βουλευτηλίκι για τα συμφέροντά τους τα τοπικά. Και γι’ αυτό γίνονται βουλευτές τώρα, για να καταφέρουν καλλίτερα τις δουλειές τους στον τόπο τους. Από τάλλο μέρος θα τους είναι δυσκολώτερο να στοχαστούν να βάλουν κάλπη για βουλευτές, γιατί οι βουλευτές, επειδή θα εκλέγονται απ’ όλους τους Έλληνες, (έστω και με έμμεση ψηφοφορία), θα πρέπει να είναι κάπως γνωστοί σ’ όλο το Ελληνικό, για κάποιο καλό τους έργο, ή να δίνουν τουλάχιστο κάποιες ελπίδες. Και θα φιλοτιμηθούν μερικοί καλοί να δείξουν την αξία τους για να γίνουν βουλευτές. Και αυτοί οι βουλευτές δε θα έχουν κανέναν ιδιαίτερο σύνδεσμο ή υποχρέωση με καμιά κοινότητα ή επαρχία.

V. Ο προϋπολογισμός του κράτους θα ελαφρωθεί από διάφορα βάρη που τώρα έχει, χωρίς να ελαττωθούν πάρα πολύ οι φόροι που τώρα επιβάλλει. Οι κοινότητες δε θα είναι σαν τους δήμους που τα περιμένουν όλα από το κράτος, που τους αφαίρεσε κάθε πρωτοβουλία.

Η κοινότητα ξέρει πάντα και βρίσκει χρήματα για τα συμφέροντα του κοινού, που ο καθένας τα βλέπει ποιά είναι, γιατί τα έχει μπροστά του, και τα βλέπει και ξέρει καλά π ω ς σχετίζονται με τα ατομικά του συμφέροντα. Ο ψωμάς και ο παπουτσής είναι καλός κριπής και πολιτικός για τα πολιτικά του σπιτιού του και του κοινού, μα όχι πάντα καλός για τα πολιτικά του κράτους, που βρίσκονται πολύ μακρύτερα απ’ αυτόν.

Παρακάτω αναφέρουμε παραδείγματα. Το καλλίτερο όμως παράδειγμα είναι οι κοινότητες που βρίσκονται όξω από τα σύνορα του Ελλαδικού κράτους.

Οι Έλληνες εκεί πληρώνουν ταχτικώτατα και τους φόρους που επιβάλλει το Κράτος όπου μνήσκουν και τα δοσίματα που επιβάλλουνε τα συμφέροντα του κοινού.

Πολύ συχνά δίνουνε χρήματα και για το Ελλαδικό κράτος που αντιπροσωπεύει γι’ αυτούς (τόσο ελεεινά αλλοίμονο) την ιδέα του μεγαλείου του έθνους. Ο Ρωμιός είναι φιλόδοξος και για το έθνος του, και δίνει, ο κακόμοιρος, δίνει. Κανείς δεν μπορεί να πει, ύστερ’ απ’ αυτά, πως το έθνος μας είναι φτωχό.

Να σημειωθούν και τα παρακάτω, για να είμαστε συνεννοημένοι.

Δεν είναι ζήτημα ναλλάξουν όνομα οι δήμοι και να ονομαστούν κοινότητες ή κοινά.

Με το όνομα δεν αλλάζουν και τα πράματα.

Ας μείνει το όνομα δήμος, αν θέλετε, και δήμαρχος και συμβούλιο. Ή ας ονομαστεί το κύτταρο της τοπικής ιδιοκυβέρνιας, αν προτιμάτε: «Ναβουχοδονόσωρ»!

Το ζήτημα είναι ναλλάξουν τα πράματα. Να μείνουν δηλαδή οι μικρότερες τοπικές περιφέρειες ι δ ι ο κ υ β έ ρ ν η τ ε ς, και να μην είναι η κοινότητα μονάχα η μικρότερη υποδιαίρεση του διοικητικού οργανισμού του κράτους. Η μικρότερη διοικητική διαίρεση ας είναι η επαρχία ή ο νομός, ή και τίποτε άλλο.

Επίσης δεν είναι ζήτημα αν τα υπουργεία είναι εφτά ή εβδομήντα εφτά. Ο αριθμός των υπουργείων έχει τόση σημασία όση και ο αριθμός των υπαλλήλων.

Μπορεί δέκα υπάλληλοι να κάνουν δουλειά εκατό ανθρώπων και εκατό να μην κάνουν τη δουλειά ενός. Σκοπός είναι να ξεκαθαρίσει και να ξέρει το κράτος τι δουλειά έχει να κάνει και τι δουλειά πρέπει ν’ αφήσει στις κοινότητες να κάνουν, και μονάχα το πνεύμα της εργασίας ν’ αλλάξει.

Και θα μπει σίγουρα νέο πνεύμα, δηλαδή κ α θ α ρ ό π ν ε ύ μ α σε κείνους που θα διευθύνουνε τις υπηρεσίες του κράτους, άμα ξέρουν καλά ποια είναι η δουλειά τους και ποια δεν είναι η δουλειά τους. Τώρα στο κεφάλι, τους όλα είναι σαλάτα και κουρκούτι, ανάκατα με λέξες, λέξες, λέξες.

Και τούτο το σημάδι ας το δείξουμε, για να φανεί ξάστερα πόσο λάθεβε ο νομοθέτης, που αφάνισε τα κοινά και μας κάθισε τους δήμους, και πόσο φυσικό είναι στο Ρωμιό να κυβερνά ο ίδιος τα τοπικά του, όπως κυβερνά ο ίδιος και το σπίτι του. Να το σημάδι.

Κάτω στο Μωριά ξεφύτρωσαν, κοντά στη Σπάρτη, διάφορες μικρές κοινότητες σα μανιτάρια, ενάντια στο νόμο. (η Βαμβακού και άλλες), που μη έχοντας εμπιστοσύνη ούτε στο δήμαρχο, ούτε στο κράτος που τους τον κάθισε, κυβερνούν οι ίδιες τα τοπικά τους συμφέροντα μ’ ένα συμβούλιο από προεστούς, και ανεξάρτητα από το δήμο (χωρίς μάλιστα ν’ ανακατεύουν ολότελα το δήμαρχο), και λοιπόν ανεξάρτητα από το κράτος.

Και ποιά είναι τα τοπικά τους κοινά συμφέροντα; Εκείνα που είπαμε· έχουν δική τους περιουσία και κοιτάζουν τα σκολειά, τις εκκλησιές, τα νεκροταφεία, τα υδραγωγεία, τους δραγάτες, τους δρόμους, τα γεφύρια κτλ. Αφού όλα στην Ελλάδα ζουν εν παρανομίαις, γιατί να μη ζήσει και η παράνομη κοινότητα;

Να το λοιπόν το σημάδι: η κοινότητα που γεννιέται άθελα και ατόφεια, χωρίς να ρωτήσει κανένα νόμο, φυτρώνει, φουντώνει, καταστρατηγεί το νόμο, και ζει και βασιλεύει.

Στη Θεσσαλία, και απ’ ένα δυο παλιές κοινότητες της Ακαρνανίας και της Εύβοιας, ο νομοθέτης, δεν ξέρω πώς, υποθέτω όμως από την αντίσταση των κατοίκων, άφησε την κοινοτική περιουσία να υπάρχει, μα πολύ στραβά ανακάτωσε στη διοίκησή της και τους δημάρχους.

Το ότι αρχίζει να γίνεται φως, το λένε κάτι νομοσχέδια που άρχισαν από το 1896 και ξεπροβάλλουν δειλά και συμβιβαστικά που φαίνονται σα να δείχνουν πως μερικοί νομάρχες και βουλευτές ― πολύ λίγοι ― άρχισαν να νοιώθουν πώς κάτι τρέχει μες στο δήμο και κάτι δεν πάει καλά στη σχέση του κάθε χωριού με το κράτος, και ότι σ’ αυτό φταίει ο οργανισμός των δήμων και ο νόμος του 1833. Μα και τα νομοσχέδια αυτά ανακατώνουν δήμους και κοινότητες μαζί και τα κάνουν μια σαλάτα.

Εδώ δε χρειάζονται συμβιβασμοί, παρά μονάχα χτυπήματα και τσεκουριές γερές στο δήμο, και θα πέσει μόνος του. Ο λαός παντού, σε κάθε τόπο, ας το κάνει αυτό, αν δεν το κάνει ο νομοθέτης. Καθεστώς που είναι ψεύτικο, δε στέκεται στα πόδια του.

Λοιπόν λέμε πώς το προσωρινό αυτό Ελλαδικό κράτος, για να βολευτεί λιγάκι ― προσωρινά πάντα, πρέπει να ξαναφανερωθεί μέσα του η τοπική αυτοδιοίκηση, κ’ έτσι θα λυθούν τα χέρια του για τα σπουδαιότερα ή γενικώτερα χρέη του.

.