Η σφενδόνα στο χελιδόνι, τα σπουργίτια, οι κατσιλιέρηδες, τα κοτσύφια, οι κοκκινολαίμηδες, τα τρυγόνια της Κορυφής Βοΐου

16 Ιανουαρίου 2021

Γράφει ο Βασίλης Παπαδημούλης

Η σφενδόνα στο χελιδόνι, τα σπουργίτια, οι κατσιλιέρηδες, τα κοτσύφια, οι κοκκινολαίμηδες, τα τρυγόνια της Κορυφής Βοΐου

Μιά γλυκιά καλημέρα στην Κορυφιώτικη και οχι μόνο παρέα μας. Όταν είμασταν πιστιρικάδες στο χωριό, η ιδέα του κυνηγιού δεν φάνταζε καταστροφική.

Τότε που η Φύση ήταν ακόμη πλούσια, οι αυλές μυρωδάτες, τα περβόλια νόστιμα και τα ζωντανά τόσο οικεία. Ολοι άλλος λίγο, άλλος περισσότερο, είχαν δοκιμάσει την τύχη τους με τη σφεντόνα. Ηταν το παιχνίδι μας. Τα σπουργίτια πλημμύριζαν τα σπίτια, τα λούκια έκλειναν από τις φωλιές που έφτιαχναν τα καλοκαίρια.

Οι κατσιλιέρηδες και οι γαλιάντρες γέμιζαν τα σταροχώραφα με τα κελαϊδίσματα και τα πετάγματά τους. Οι φλώροι και οι καρδερίνες θησαυρός, με τις φωλιές να ανακαλύπτονται εύκολα από τα παρατηρητικά παιδικά μάτια.

Τα κοτσύφια πέταγαν δίπλα μας και οι κοκκινολαίμηδες, οι καλόγιαννοι του φθινοπώρου, ήταν παντού,έτοιμοι να προϋπαντήσουν τους αγρότες που ξεκίναγαν πουρνό-πουρνό για τα κτήματά τους.

Και καθε φορα που απομακρυνόμασταν από το χωριό, να σου, τα τρυγόνια και πότε-πότε και κανένας λαγός να τρέχει εδώ και εκεί. Και μαζί τ’ αρπακτικά, τα γεράκια, τα κιρκινέζια.

Τότε λοιπόν στα χρόνια εκείνα, ένα πρωινό, η σφεντόνα τεντώθηκε σχεδόν αυτόματα και σημάδεψε χωρίς δεύτερη σκέψη ένα χελιδόνι που στεκόταν σε μια κούπα ενός τηλεγραφόξυλου, από εκείνα τα αρχαία της πρώιμης τηλεφωνίας. H πέτρα έφυγε με δύναμη και σταμάτησε στο σώμα του ευαίσθητου χελιδονιού.

Το πουλάκι τινάχθηκε στον αέρα, προσπάθησε να φτερουγίσει, αλλά το χτύπημα ήταν καίριο και ξεψύχησε λίγα λεπτά μετά στα χέρια μας. Το σοκ ήταν αξεπέραστο, η ντροπή και οι τύψεις για το κακό μεγάλες.

Από εκείνη τη στιγμή η σφεντόνα παραχώθηκε στο χώμα και το κυνήγι, ακόμη και στην απλούστερη εκδοχή του,βγήκε από τη σκέψη. Θάφτηκε μαζί με τη σφεντόνα.

Μιά φορά πριν από λίγα χρόνια παρασύρθηκα από έναν φιλό και πήγα για κυνήγι.Αφού αναιβοκαβηκα δυο πλαγιές διαπίστωσα οτι το μόνο που υπήρχε ηταν μανιτάρια. Αρχισα και εγώ να μαζεύω. Γεμισα ολόκληρη σακούλα και όταν συνατηθήκαμε την παρουσίασα με υπερηφανεια.

Ανοιξε την σακούλα και αρχισε να πετάει να πετάει. Κρατησε μόνο ένα μανιτάρι όλα τα αλλά ηταν για τον βρόντο. Τότε συνειδητοποιησα οτι οχί μόνο σαν κηνηγός αλλά και σαν μανιταράς είμαι τελείως άχρηστος.

Και άλλωστε, όταν σε καταδιώκει από την μιά το συνδρομο της αδειας σακούλας και από την αλλη το βάρος της σφεντόνας, πώς να αντέξεις τις ομοβροντίες των επαναληπτικών καραμπίνων;

Πηγή: Βασίλης Παπαδημούλης και ΚΟΡΥΦΗ ΒΟΙΟΥ ΚΟΖΑΝΗΣ

.